1919/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1919/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, κατά το άρθρο 54 του Ν. 3028/2002, που εφαρμόσθηκε στην υπό κρίση υπόθεση, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ., ως ευμενέστερο του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, με το οποίο είχε εισαχθεί αρχικά η κατηγορία, "με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα), αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1919 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1919/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου G. R. του R., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2628/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Ευθυμία Γκαράνη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Ιουλίου 2015, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2015.
Αφού άκουσε Την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6, 12, 13, 39, 40, 42, 43, 46 και 47 του Ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων", που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 9/24-8-1932, και 24 παρ. 6 του ισχύοντος Συντάγματος προκύπτει, ότι επί όλων εν γένει των αρχαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, που βρίσκονται οπουδήποτε στον ελληνικό χώρο (δημόσια ή ιδιωτικά κτήματα, ποταμούς, λίμνες, θάλασσα) από τους αρχαιότατους χρόνους και εφεξής και είναι έργα της αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής και οποιασδήποτε τέχνης (όπως ενδεικτικά εξειδικεύονται στο άρθρο 2 του άνω νόμου), ως και τα αντικείμενα που προέρχονται από την αρχαιότατη εποχή του χριστιανισμού και του μεσαιωνικού ελληνισμού, το κράτος έχει την αποκλειστική και διηνεκή κυριότητα, δικαιούμενο να φροντίζει για την αναζήτηση και τη διάσωση αυτών στα δημόσια μουσεία.
Με τις ανωτέρω διατάξεις καθορίζεται ειδικότερα η έννοια του "αρχαίου", που ανήκει στο κράτος, αφενός μεν από το είδος αυτού και αφετέρου από τον τόπο της προελεύσεως και την εποχή, στην οποία χρονολογείται η κατασκευή του, η οποία είναι δυνατό να ανάγεται από το απώτατο παρελθόν και να εξικνείται μέχρι την περίοδο του μεσαιωνικού ελληνισμού, που έχει ως κατάληξη, κατά την κοινώς γνωστή ιστορική οριοθέτηση, την κατά το έτος 1453 επελθούσα άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ίδιου ως άνω νόμου σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι εκείνος, ο οποίος με οποιονδήποτε τρόπο γίνεται κάτοχος αρχαίου αντικειμένου, το οποίο κατά τα άρθρα 1 και 2 του αυτού νόμου ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, εκτός των αδικημάτων, που διαπράττει από τη μη δήλωση της κατοχής του μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, τελεί και το έγκλημα της υπεξαιρέσεως από τη στιγμή, που εκδηλώνει πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως δια της ενσωματώσεως του αρχαίου, κατά την ανωτέρω έννοια, κινητού πράγματος στην ατομική του περιουσία.
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό αρχαίο πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ' ον χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του.
Η κατοχή του δράστη πρέπει να είχε ιδρυθεί έστω και ελάχιστο χρόνο πριν από την εκδήλωση της βουλήσεως αυτού για παράνομη ιδιοποίηση και το υπεξαιρούμενο πράγμα πρέπει να είχε περιέλθει σ' αυτόν, όπως προεκτέθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με σύμβαση (ακόμη και άκυρη), εύρεση, από φυσικές δυνάμεις ή και τυχαία περιστατικά, αντιπροσώπευση ή και διοίκηση αλλοτρίων.
Ακόμη, κατά το άρθρο 54 του Ν. 3028/2002, που εφαρμόσθηκε στην υπό κρίση υπόθεση, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ., ως ευμενέστερο του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, με το οποίο είχε εισαχθεί αρχικά η κατηγορία, "με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα), αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια".
Ως χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως αυτής (που είναι έγκλημα στιγμιαίο) θεωρείται ο χρόνος, κατά τον οποίο πραγματώνεται η παράνομη ιδιοποίηση του αρχαίου πράγματος, περί δε της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μνημείων, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας.
Έτσι, κρίσιμη για την στοιχειοθέτηση της ανωτέρω πράξεως της υπεξαιρέσεως είναι, εκτός των άλλων, η εκδήλωση της προθέσεως του κατόχου των αρχαίων αντικειμένων, κύριος των οποίων, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 5351/1932, είναι το Δημόσιο, να ενσωματώσει αυτά ή την αξία τους παρανόμως στην περιουσία του, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν τα πωλήσει σε τρίτους χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα, του χρόνου αυτού θεωρουμένου, όπως λέχθηκε, ως χρόνου τελέσεως της υπεξαιρέσεως των αρχαίων αντικειμένων, αφού η πώληση συνιστά πράξη, με την οποία εξωτερικεύεται η θέληση του κατόχου να ενσωματώσει αυτά ή την αξία τους στην περιουσία του και αναιρείται η εξουσία του ιδιοκτήτη τους, Δημοσίου, επ' αυτών.
Ο Ν. 3028/2002 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο ούτε μεταβάλει τους όρους και τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος του άρθρου 375 Π.Κ., που περιλαμβάνεται στο άνω άρθρο 54, αλλ' απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και το καθιστά κακούργημα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 Π.Κ.
προκύπτει, ότι για να εφαρμοσθούν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι και κατά αλλοδαπού για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο δράστης να είναι αλλοδαπός, β) η πράξη να χαρακτηρίζεται από τους ελληνικούς νόμους ως κακούργημα ή πλημμέλημα, γ) να στρέφεται εναντίον Έλληνα πολίτη, δηλαδή να προσβάλλει έννομα αγαθά αυτού, προσωπικά ή περιουσιακά, ή να προσβάλλει έννομα αγαθά ελληνικού νομικού προσώπου, όπως π.χ.
του Ελληνικού Δημοσίου και δ) να είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας όπου τελέστηκε ή να διαπράχθηκε σε πολιτειακώς ασύντακτη χώρα, χωρίς να ενδιαφέρει η απειλούμενη από τους νόμους της αλλοδαπής χώρας ποινή ούτε να ερευνάται η κατά το αλλοδαπό δίκαιο διαβάθμιση της πράξεως ή αν η πράξη φέρει το χαρακτηρισμό άλλης μορφής εγκλήματος και όχι αυτού που διώκεται στην Ελλάδα.
Αρκεί, δηλαδή, η πράξη, όπως εισάγεται, να είναι ποινικά αξιόποινη στη χώρα του τόπου τελέσεως. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση, την οποία οφείλει να ερευνήσει το δικαστήριο, αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου (δεδομένου ότι κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του προβλεπομένου από τον ελληνικό ποινικό νόμο), η μη συνδρομή του οποίου εμποδίζει τη θεμελίωση του αξιοποίνου και το χαρακτηρισμό της πράξεως ως εγκλήματος, οπότε, σε τέτοια περίπτωση (μη συνδρομής της άνω προϋποθέσεως), το επιλαμβανόμενο δικαστήριο οφείλει να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εδώ ερευνωμένου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως είναι η περιέλευση στο δράστη της κατοχής του ξένου πράγματος με οποιονδήποτε τρόπο, συνάγεται, ότι είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της σχετικής αποφάσεως, με σαφήνεια, ο τρόπος περιελεύσεως του υπεξαιρεθέντος στον κατηγορούμενο, διότι άλλως καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της αλλοτριότητας του υπεξαιρεθέντος πράγματος.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η, κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να υπάρχει όχι μόνο για την περί της ενοχής δικαστική απόφαση, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία κρίση, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. Α.Π. 2/2005). Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί μη συνδρομής εξωτερικού όρου του αξιοποίνου, όταν απαιτείται αυτός για την καταδίκη του κατηγορουμένου (ως επί τελέσεως εγκλήματος από αλλοδαπό στην αλλοδαπή, κατά τα προεκτεθέντα), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του εμποδίζει τη θεμελίωση του αξιοποίνου, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.
Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Έτσι, η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως, που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ., και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως, όταν, εκτός άλλων περιπτώσεων, αποφάσισε για υπόθεση, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Η' περ. α' του άνω κώδικα).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 2628/2014, αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε (κατόπιν αναιρέσεως) σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Την 1-8 και 2-8-1999 η Ά.
Π. - Π., αρχαιοπώλης, η οποία διατηρεί σχετικό κατάστημα επί της οδού ..., προσκόμισε στην Εφορεία Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχ/κων Συλλογών δύο κιβώτια τα οποία περιείχαν αρχαία αντικείμενα που είχε παραλάβει από την ..., με αποστολέα τον κατηγορούμενο. Η αποσφράγιση των κιβωτίων έγινε από υπάλληλο της ως άνω Εφορείας, παρουσία του αρχαιολόγου Γ.
Π., συντάχθηκε προς τούτο η από 2-8-1999 έκθεση αποσφράγισης και έγινε σχετική καταγραφή αυτών. Σύμφωνα με την έκθεση αποσφράγισης, το πρώτο δέμα περιείχε 555 αρχαία αντικείμενα (αγγεία διαφόρων τύπων της αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου, πήλινα ειδώλια, χάλκινα κοσμήματα, γυάλινα αγγεία και διάφορα άλλα) και δύο βυζαντινά αντικείμενα και το δεύτερο δέμα περιείχε 82 αρχαία αντικείμενα, κατά το πλείστον αγγεία κλασσικών χρόνων και λίγα πήλινα ειδώλια.
Το σύνολο των εισαχθέντων και καταγραφέντων ανήλθε στον αριθμό των 637 αρχαίων και 2 βυζαντινών αντικειμένων. Σε ένα από τα δύο κιβώτια βρέθηκε τιμολόγιο στο οποίο το σύνολο των αντικειμένων καταγράφεται ως 626 αρχαία και ένα βυζαντινό αντικείμενο. Τα αντικείμενα αυτά σύμφωνα με την ομαδοποίηση της Εφορείας Αρχαιοπωλείων, χαρακτηρίζονται ως: 74 κορινθιακοί αρύβαλλοι, 327 μητύλα αγγεία διαφόρων σχημάτων, 34 χάλκινα αντικείμενα, 47 μελανόμορφα, μελανόγραφα ή ερυθρόγραφα αγγεία, 41 μελαμβαφή ή ακόσμητα αγγεία μικρού ή μεσαίου μεγέθους, 111 ακέραια ή αποσπασματικά σωζόμενα έργα της πηλοπλαστικής διαφόρων τύπων, των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων, 4 μυκηναϊκά αγγεία και 4 γυάλινα αγγεία.
Από τα ως άνω, 67 αντικείμενα δεν ταυτοποιήθηκαν κατά το είδος, το τύπο της προέλευσης και την εποχή στην οποία χρονολογήται η κατασκευή τους, δηλαδή ότι ανάγονται από το απώτατο παρελθόν μέχρι τη περίοδο του μεσαιωνικού ελληνισμού που έχει σαν κατάληξη την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν αρχαία κινητά πράγματα, επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο έχει την αποκλειστική και διηνεκή κυριότητα και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο υπεξαιρέσεως μνημείου κατά τη διάταξη του άρθρου 54 ν.3028/2002.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος για τα ως άνω 67 αντικείμενα πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω, τα 572 αντικείμενα τα οποία αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, είναι αρχαία αντικείμενα, κατά την έννοια που ορίζεται στη νομική σκέψη, χρονολογούνται από τους αρχαϊκούς χρόνους, κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, δηλαδή από τον 6ο αιώνα π.χ.
μέχρι 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ. και μεμονωμένα δείγματα μυκηναϊκών χρόνων (1400 - 1100 π.χ.), ανήκουν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και η αξία τους, με βάση τις συνθήκες αγοράς, είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθόσον ανέρχεται για καθένα που αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό κατ'αύξοντα αριθμό και αριθμό καταχώρισης που δόθηκε από την Εφορεία Αρχαιοπωλείων, με την έναντι αυτού αξία, σύμφωνα με το από 25-1-2002 πρακτικό της Επιτροπής Εκτίμησης και συνολικά σε 190.096 ευρώ ή 64.771.805 δραχμές.
Από τα αρχαία αυτά αντικείμενα τα με αριθμούς 899 έως 945, 964 έως 1021, 1077 έως 1082 και 1102 έως 1116 έχουν ασφαλή προέλευση από την αρχαιολογική περιοχή της Κορινθίας, τα υπ'αριθμ.1117 έως 1133 ειδώλια προέρχονται από την αρχαιολογική περιοχή του Γαλατακίου Σολυγείας, τα υπ'αριθμ.1135, 1139, 1140 και 1141 προέρχονται από λαθρανασκαφή μυκηναϊκών τάφων στα Αθίκια Κορίνθίας, τα υπ'αριθμ.1145 έως 1235, 1313 έως 1323, 1356 έως 1366 και 1520, 1521 προέρχονται επίσης από το Γαλατάκι Σολυγείας, τα δε λοιπά από αρχαιολογικούς χώρους που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθούν.
Από έρευνες της Εφορείας Αρχαιοπωλείων στις κατά τόπους εφορείες αρχαιοτήτων προέκυψε ότι τα αρχαία αυτά αντικείμενα βρέθηκαν στον Ελληνικό χώρο. Ο κατηγορούμενος πώλησε στο … τα ως άνω 572 αρχαία αντικείμενα στην Ά. Π. σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, οπωσδήποτε όμως μεταξύ της 1ης Ιουνίου 1999 και 15 Ιουλίου 1999, εξέδωκε για τη πώληση αυτή τιμολόγιο και η τελευταία τα παρέλαβε στην Αθήνα.
Ο ίδιος, στην από 20-9-2000 δήλωσή του στην υπηρεσία της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του …, ισχυρίσθηκε ότι αγόρασε τα επίδικα αρχαία αντικείμενα από εμπορική έκθεση στο … της Γερμανίας, λίγο καιρό πριν τα πωλήσει στην Ά. Π.. Ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι αυτά περιήλθαν στη κατοχή του με κάποια νόμιμα μεταβιβαστική πράξη.
Ο κατηγορούμενος, με τη πώληση και παράδοση των αρχαίων αυτών αντικειμένων, που είχε στην κατοχή του, στην Ά. Π., χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα, εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ενσωματώσει την αξία τους παρανόμως στη περιουσία του. Έτσι επεδίωξε και εισέπραξε 190.086 ευρώ ή 64.771.805 δραχμές με αντίστοιχη ισόποση ζημία του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Δικαστήριο πείσθηκε για τις παραπάνω παραδοχές από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν Δικαστήριο. Στη κρίση του αυτή έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την απολογία της συγκατηγορουμένης Ά.
Π., δοθείσα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλήν όμως η λήψη και η αξιολόγηση αυτής από το Δικαστήριο δεν προσκρούει στην απαγόρευση του 211 Α ΚΠΔ, γιατί δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε η κρίση του (ΑΠ 854/2006 Π Χρ.2007. 236) και ο περί του αντιθέτου αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές ότι τα ως άνω 572 αντικείμενα είναι αρχαία, ανήκουν στην αποκλειστική και διηνεκή κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου που δικαιούται να φροντίζει για την αναζήτηση και διασώσει τους και το τελευταίο από την υπεξαίρεση που τέλεσε ο κατηγορούμενος υπέστη προσβολή στο δικαίωμά του αυτό, αφού ετρώθη το κύρος και η αξιοπιστία του ως φρουρού της πολιτιστικής κληρονομιάς, νόμιμα παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγον και η περί του αντιθέτου ένσταση του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου: α)περί εφαρμογής, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό του άρθρου 55 Ν.3028/2002, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στοιχειοθετούν το αδίκημα της υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αρθρ.375 ΠΚ και 54 Ν.3028/2002) και όχι εκείνο της αποδοχής και διάθεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αρθρ.394 ΠΚ και 55 Ν.3028/2001).
β)Περί εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση του άρθρου 1 Ν.1608/50 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 394 ΠΚ ως ηπιότερου νόμου κατ'αρθρ.2 ΠΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πρωτόδικη απόφαση καταδίκασε τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη των άρθρων 375 ΠΚ και 54 Ν.3028/2002 η οποία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 Ν.1608/50.
Τυχόν εφαρμογή των επικαλούμενων διατάξεων, με βάση τις οποίες η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών ή κάθειρξη μέχρι 12 ετών, έρχεται σε αντίθεση με την κατ'αρθρ.470 ΚΠΔ αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου. γ)Περί μη υπάρξεως αξιοποίνου πράξεως για το λόγο ότι κατά το χρόνο τελέσεως της επίδικης πράξης στο δίκαιο της Μεγάλης Βρετανίας δεν υφίστατο διάταξη περί υπεξαιρέσεως αρχαίων μνημείων αντίστοιχη εκείνης του άρθρου 54 Ν.3028/2002, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι η επίδικη πράξη κατά το χρόνο τελέσεώς της είναι αξιόποινη κατά το αγγλικό δίκαιο, αφού το αδίκημα της υπεξαίρεσης αποτελεί κλοπή και τιμωρείται με τη ποινή που προβλέπεται για τη κλοπή (αρθρ.1 του νόμου περί κλοπής του 1968, όπως τροποποιήθηκε με τον νεώτερο νόμο περί κλοπής του 1978).
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος υπεξαίρεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για τα 572 αρχαία αντικείμενα κατ'αρθρ.375 ΠΚ και 54 Ν.3028/2002......". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.
α' και ε' Π.Κ.), της αξιόποινης πράξεως της (κακουργηματικής) υπεξαιρέσεως μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο, παράνομα ιδιοποιήθηκε τα κάτωθι αρχαία αντικείμενα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, το όφελος δε, που επεδίωξε και η ζημία, που οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ ή 150.000 €.
Ειδικότερα στο … και στην Αθήνα σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, οπωσδήποτε όμως μεταξύ 1ης Ιουνίου 1999 και 15 Ιουλίου 1999, παράνομα ιδιοποιήθηκε 572 αρχαία αντικείμενα που περιήλθαν στην κατοχή του, τα οποία πώλησε στην Αθήνα στη συγκατηγορουμένη του Ά. Π.-Π.. Τα 572 αυτά αρχαία αντικείμενα χρονολογούνται από τους αρχαϊκούς χρόνους, κλασσικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους δηλ από τον 6ο αιώνα Π.Χ μέχρι 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ και μεμονωμένα δείγματα μυκηναϊκών χρόνων (1400-1.100 π.Χ) ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και η αξία τους είναι ιδιαίτερα μεγάλη καθόσον ανέρχεται συνολικά σε 190.086 € ή 64.771.805 δρχ.
Από τα αρχαία αυτά αντικείμενα τα με αριθμούς 899 έως 945, 964 έως 1021, 1077 έως 1082 και 1102 έως 1116 έχουν ασφαλή προέλευση από την αρχαιολογική περιοχή της Κορινθίας, τα με αρ. 1117 έως 1133 ειδώλια προέρχονται από την αρχαιολογική περιοχή του Γαλατακίου Σολυγείας, τα με αρ. 1135, 1139, 1140 και 1141 προέρχονται από λαθρανασκαφή μυκηναϊκών τάφων στα Αθίκια Κορινθίας, τα με αρ. 1145 έως 1235, 1313 έως 1323, 1356 έως 1366 και 1520, 1521 προέρχονται ωσαύτως από το Γαλατάκι Σολυγείας, τα δε λοιπά από άλλους μη επακριβώς προσδιορισθέντος αρχαιολογικούς χώρους.
Πλέον συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ως άνω 572 αρχαία αντικείμενα τα οποία πώλησε στη συγκατηγορουμένη του Ά. Π. - Π., επεδίωξε δε και πέτυχε όφελος εκατόν ενενήντα χιλιάδων ογδόντα έξι (190.086) ευρώ ή εξήντα τεσσάρων εκατομμυρίων επτακοσίων εβδομήντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων πέντε (64.771.805) δρχ με αντίστοιχη, ισόποση ζημία, που επηνέχθη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα ιδιοποιήθηκε τα πιο κάτω 572 αρχαία αντικείμενα.
Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τελέσθηκε στην αλλοδαπή και την ημεδαπή, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αλλοδαπός αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά -χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου- και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 7, 375 Π.Κ.
και 54 Ν. 3028/2002, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος τελέσεως της ανωτέρω πράξεως κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και δη διαλαμβάνεται με σαφήνεια και πληρότητα η υπό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αλλοδαπού, παράνομη ιδιοποίηση ξένων αρχαίων αντικειμένων, υπό την προδιαληφθείσα έννοια, δια της πωλήσεως αυτών στο … και παραδόσεώς τους προς την κατονομαζόμενη αρχαιοπώλη στην Αθήνα, εκδηλώνοντας με τις ενέργειες αυτές τη βούλησή του να ενσωματώσει την αξία τους στην ατομική του περιουσία.
Τα υπεξαιρεθέντα αντικείμενα μνημονεύονται αναλυτικά στην απόφαση, με αναφορά και της εποχής, στην οποία ανήκουν (αρχαϊκούς, μυκηναϊκούς, κλασσικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους), καθώς και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τους (συνολικού ύψους 190.086 ευρώ ή 64.771.805 δρχ.), η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κρίθηκε ανελέγκτως αναιρετικώς.
Αναφέρεται, ακόμη, ότι αυτά προέρχονται από Ελληνικούς αρχαιολογικούς χώρους και ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, εναντίον του οποίου στρέφεται η παραπάνω πράξη, σαφώς προσδιοριζομένης με τις παραδοχές αυτές και της αλλοτριότητας των υπεξαιρεθέντων μνημείων σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, επιπλέον δε αναλύεται λεπτομερώς και το αξιόποινο της πράξεως αυτής κατά το αγγλικό δίκαιο (εξωτερικός όρος του αξιοποίνου), ως εκ του τόπου τελέσεώς της στη Μεγάλη Βρετανία.
Τέλος, με βάση το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προσδιορίζεται ως τρόπος περιελεύσεως στην κατοχή του αναιρεσείοντος των επίμαχων αρχαίων αντικειμένων (ορισμένα των οποίων, κατά τις παραδοχές του σκεπτικού αυτής, προέρχονται από λαθρανασκαφές) η εύρεση τούτων σε Ελληνικούς αρχαιολογικούς χώρους.
Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) Η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στον επικαλούμενο ως αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μεταβολής της κατηγορίας από την αποδοθείσα σ' αυτόν πράξη της υπεξαιρέσεως μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας των άρθρων 375 Π.Κ.
και 54 Ν. 3028/2002 (που αυτός ισχυρίζεται, ότι εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση) σε εκείνη της αποδοχής και διάθεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας των άρθρων 394 Π.Κ. και 55 Ν. 3028/2002 (που ο ίδιος ισχυρίζεται, ότι τύγχαναν εφαρμογής εν προκειμένω) είναι αβάσιμη, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, στον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εφόσον δε το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αιτιολογημένα, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και όχι εκείνη της αποδοχής και διάθεσης μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 Π.Κ.
και 54 Ν. 3028/2002, αφετέρου δε δια της περί ενοχής αποφάσεώς του απάντησε απορριπτικά στον ανωτέρω ισχυρισμό αυτού. β) Με πληρότητα και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτεθέντα, ο τρόπος περιελεύσεως των υπεξαιρεθέντων ξένων αρχαίων μνημείων στην κατοχή του αναιρεσείοντος.
γ) Τον νομοτύπως υποβληθέντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας από τους συνηγόρους του αλλοδαπού κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) περί μη αξιοποίνου της αποδοθείσας σ' αυτόν πράξεως, κατ' άρθρ. 7 παρ. 1 Π.Κ., διότι κατά το χρόνο τελέσεως αυτής στη Μεγάλη Βρετανία δεν υφίστατο στην αγγλική νομοθεσία διάταξη περί υπεξαιρέσεως αρχαίων αντικειμένων αντίστοιχη εκείνης του άρθρου 54 Ν. 3028/2002, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άνω άρθρου 7 παρ. 1 Π.Κ.
και της σχετικής με την κλοπή αγγλικής νομοθεσίας, που ουδόλως παραβίασε, δεχθείσα, κατά λέξη, ότι η εν λόγω πράξη "κατά το χρόνο τελέσεώς της είναι αξιόποινη και κατά το αγγλικό δίκαιο, αφού το αδίκημα της υπεξαίρεσης αποτελεί κλοπή και τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται για την κλοπή (άρθρ. 1 του νόμου περί κλοπής του 1968, όπως τροποποιήθηκε με το νεότερο νόμο περί κλοπής του 1978)", ενώ, όπως έχει προεκτεθεί (στη μείζονα σκέψη), δεν επιδρά στο αξιόποινο ο τυχόν διαφορετικός χαρακτηρισμός της πράξεως κατά το αλλοδαπό δίκαιο, αφού για τη συνδρομή και κατάφαση του ανωτέρω εξωτερικού όρου του αξιοποίνου αρκεί ότι η επίδικη πράξη, τελεσθείσα από αλλοδαπό στην ..., όπως εισάγεται, είναι αξιόποινη με οποιονδήποτε χαρακτηρισμό στον ανωτέρω τόπο τελέσεως αυτής.
Επομένως, εφόσον με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό-ένσταση του αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής του προμνημονευόμενου εξωτερικού όρου του αξιοποίνου και εντεύθεν ανυπαρξίας δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της υποθέσεως, νομίμως και χωρίς να υποπέσει ούτε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας προέβη στη συνέχεια στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αφού είχε προς τούτο δικαιοδοσία.
δ) Επί των επικαλούμενων στο αναιρετήριο αρνητικών των στοιχείων της κατηγορίας ισχυρισμών του ήδη αναιρεσείοντος το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατ' ακολουθία τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δύο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, καθώς και της υπερβάσεως εξουσίας, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ', Ε' και Η' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι, ως προς όλα τα επί μέρους σκέλη τους. Οι εμπεριεχόμενες στους ως άνω αναιρετικούς λόγους λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της.
Πλέον συγκεκριμένα, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση, κατ' αυτόν, των παραδοχών της αποφάσεως προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.
Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του άνω Κώδικα, και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Επομένως, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στα αιτήματα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δ., στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανιστεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, "εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, να εξετασθεί ως μάρτυρας η Μ.-Κ.
Κ., η οποία βρισκόταν στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, στους οποίους δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, προέβαλαν αντίρρηση για την εξέταση της εν λόγω μάρτυρος, εξαιτίας μη γνωστοποιήσεως του ονόματός της στον κατηγορούμενο και στη συνέχεια, αφού ο Εισαγγελέας πρότεινε την εξέτασή της, το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε αιτιολογημένα την εναντίωσή τους και επέτρεψε την εξέταση αυτής.
Εφόσον, λοιπόν, το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε ρητά και ειδικά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του υποβληθέντος στο ακροατήριο αιτήματος του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου περί μη εξετάσεως στο ακροατήριο της ανωτέρω μάρτυρος (αντιρρήσεων κατά της εξετάσεως αυτής) δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως σε σχέση με το αίτημα τούτο.
Κατά συνέπεια, δεν προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο και ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 233 Κ.Ποιν.Δ.
σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου, που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας, οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 236 του αυτού κώδικα, πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ορκίζεται, ότι θα μεταφράσει με ακρίβεια και πιστότητα τα διαμειβόμενα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.
Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσων έγιναν στη διαδικασία, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Επίσης, αν από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει, ότι διερµηνεύθηκαν στον κατηγορούµενο όλα όσα έγιναν στο ακροατήριο, όπως οι καταθέσεις των µαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, η πρόταση του εισαγγελέα περί της ενοχής και της ποινής, η απόφαση περί της ενοχής και της ποινής, παραβιάζονται οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, οι οποίες αφορούν την υπεράσπισή του και έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας.- Εν προκειμένω, ο αλλοδαπός κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, ισχυριζόμενος, ότι, ενώ διορίστηκε διερμηνέας της αγγλικής γλώσσας, την οποία κατανοεί αυτός, εκείνη (διερμηνέας), παρά την εκ της ορκοδοσίας της σχετική υποχρέωση, δεν του διερμήνευσε πιστά από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα τα αναγνωσθέντα επ' ακροατηρίου και ληφθέντα υπόψη υπό του Δικαστηρίου ελληνόγλωσσα έγγραφα.
Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά (άρθρ. 141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.), προκύπτουν συναφώς τα εξής: Κατά την έναρξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, μετά την εκφώνηση του ονόματος του αλλοδαπού κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Εφετών, αφού αντιλήφθηκε ότι αυτός δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα αλλά την αγγλική, διόρισε ως διερμηνέα τη Μ.
Γ., η οποία πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της ορκίστηκε, επικαλεσθείσα την τιμή και την υπόληψή της, και δήλωσε, ότι "θα κάνει ακριβή και πιστή διερμήνευση από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα και αντίστροφα όλων όσων λεχθούν κατά την παρούσα δίκη και των εγγράφων που θα διαβαστούν χωρίς να προσθέσει ή να αποκρύψει κάτι" (βλ.
σελ. 3-4 πρακτικών). Μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, την επ' ακροατηρίου ανάγνωση των αναφερόμενων σ' αυτά (πρακτικά) εγγράφων, καθώς και την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, αναγράφονται στη σελίδα 51 των πρακτικών αυτών τα ακόλουθα: "Βεβαιώνεται ότι η διερμηνέας διερμήνευσε από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα και αντιστρόφως, όλα τα γενόμενα και λεχθέντα κατά τη διαδικασία, αμέσως μόλις αυτά έγιναν ή ελέχθησαν".
Από την περικοπή αυτή των πρακτικών της δίκης, σε συνδυασμό με τα κατά τα άνω αναγραφόμενα στην αρχή των ίδιων πρακτικών αναφορικά με το διορισμό και την ορκοδοσία της διερμηνέως πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της, οπότε ρητά είχε αναλάβει αυτή την υποχρέωση να διερμηνεύσει με ακρίβεια και πιστότητα, εκτός των άλλων και τα έγγραφα που θα διαβαστούν, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι διερμηνεύθηκαν πιστά από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα, την οποία κατανοεί ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, όλα τα διαμειφθέντα κατά τη διαδικασία, δηλαδή όλα όσα εκφράσθηκαν δια προφορικού λόγου, περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των αναγνωσθέντων εγγράφων.
Ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ότι του διερμηνεύθηκε πιστά και ουδεμία ακυρότητα επήλθε. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιµος. Κατά το άρθρο 211Α Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρ. 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ.
δ' Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, κατ' αρχήν, ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφορήσεώς τους έχουν τον συγκατηγορούμενο.
Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται, επομένως, ότι δεν απαγορεύεται απολύτως η αξιοποίηση και του αποδεικτικού μέσου της μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό αποδεικτικό έρεισμα μιας καταδίκης, υποδεικνύεται, δηλαδή, στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, που θεωρείται διαβλητή και αμφιβόλου ειλικρινείας, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία να ελέγχεται αναιρετικά και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως.- Εν προκειμένω, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραβίαση του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ., στήριξε την καταδικαστική εις βάρος του αναιρεσείοντος κρίση του αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο της καταθέσεως (ορθώς απολογίας) της συγκατηγορουμένης του πρωτοδίκως για την ίδια αξιόποινη πράξη, Ά.
Π.. Πλην όμως, από τα πρακτικά, το οικείο σημείο του σκεπτικού (βλ. σελ. 54, 58 πρακτικών) και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, που αξιολόγησε συνδυαστικά, όπως τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα (47 τον αριθμό), μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, μέσω των οποίων έλαβε υπόψη του και την παραπάνω απολογία της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντος, Ά.
Π., στην οποία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά για την κατάφαση της ενοχής αυτού, όπως αβασίμως διατείνεται ο τελευταίος. Ως εκ τούτου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ. και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνακολούθως δε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και Δ' Κ.Ποιν.Δ. προαναφερόμενος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ενόψει δε της ανυπαρξίας ακυρότητας της διαδικασίας, κατά τα άνω, και της προεκτεθείσας πληρότητας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ουδόλως παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από αυτήν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974), περί των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, μη επερχομένης εντεύθεν ούτε απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 3904/2010, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα συναφώς, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, από τον αναιρεσείοντα είναι, ομοίως, αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος.
Η παράλειψη του διευθύνοντος τη συζήτηση να δώσει το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρ. 138 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 333 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσει και λάβει το λόγο για να υποβάλει αίτηση ή ένσταση για οποιοδήποτε θέμα, το οποίο αφορά την υπόθεση που συζητείται και μετά από αυτόν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή άλλος διάδικος, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δεν υποχρεούται να δώσει εκ νέου το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, εκτός αν τον ζητήσει ο ίδιος (Α.Π. 2449/2008, 1596/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η διευθύνουσα τη συζήτηση, μετά την κήρυξη της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στην πληρεξούσια της πολιτικής αγωγής και ακολούθως δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, που εκπροσωπούσαν αυτόν στο στάδιο εκείνο της δίκης, οι οποίοι ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν εγγράφως ένσταση περί απαγορεύσεως της αποδεικτικής αξιοποιήσεως μόνον της μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας της αναφερθείσας στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας συγκατηγορουμένης του (Ά.
Π.), στο περιεχόμενο της οποίας διαλαμβάνεται ρητά και το (σχετικό με την ενοχή) αίτημά του, όπως κριθεί αθώος "μη υπαρχουσών οποιωνδήποτε άλλων ενδείξεων για κήρυξη της ενοχής, πλην της κατ' άρθρο 211 Α Κ.Π.Δ. μη αξιοποιούμενης εδώ καταθέσεως", όπως κατά λέξη αναφέρεται στη σελίδα 52 των πρακτικών αυτών.
Συνεπώς, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε πράγματι ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, το δε περιεχόμενο των θέσεων που διατύπωσαν εκείνοι επί της ενοχής δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ακυρότητα, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είναι αυτός που επιλέγει την τοποθέτησή του ως προς την κατηγορία και τον τρόπο υπερασπίσεώς του, οπότε στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θεμελιώνεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως.
Από το γεγονός δε, ότι μετά την αγόρευση των συνηγόρων υπερασπίσεως, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, έλαβε το λόγο ο Εισαγγελέας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της άνω ενστάσεως και, στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας εξέδωσε της περί ενοχής απόφασή του, απορρίπτοντας και την ανωτέρω ένσταση χωρίς να δώσει και πάλι το λόγο στους παραπάνω συνηγόρους, δεν δημιουργείται ακυρότητα, αφού από τα πρακτικά αυτά δεν προκύπτει ότι εκείνοι είχαν ζητήσει να λάβουν εκ νέου το λόγο πριν από την απαγγελία της απορριπτικής της ενστάσεώς τους αποφάσεως, οπότε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν είχε υποχρέωση να δώσει και πάλι το λόγο σ' αυτούς.
Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το τελευταίο σκέλος του, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζομένως, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2015 αίτηση του G.-R.-M. κατοίκου ... (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-7-2015), για αναίρεση της υπ' αριθ. 2628/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ