Legislator Case Law & Legislation
1919/2014 AI generated

1919/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1919/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ευγενία Προγάκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1919/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά τα άρθρα 38 παρ.1 εδ.α' και 72 παρ.1 εδ.ιγ' και ιε' του ν. 3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης" που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1/1/2011 "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή (άρθρο 58 παρ.1 εδ.α')"... "Η οικονομική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες...

Keywords

AI generated
public domain municipal land public utility zone action for exclusion from co-ownership land use regulation standing of the municipality
AI generated
629/2024
Supreme Court dismisses State's appeal on acquisition of private ownership via good faith possession of public land.
505/2007
Supreme Court dismisses appeal on grounds of contradictory reasoning and mischaracterization of expert report.
1189/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1260/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την 18-1-1997 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/1997, 41/2001 προδικαστικές, 46/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2007 αίτησή τους και με τους από 27-3-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 16-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 12-3-2007 αίτηση και οι από 27-3-2008 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 212/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
274/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1919 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1919/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ευγενία Προγάκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. χήρας Α. Ά. Λ., 2)Ζ. Ά. Λ. του Α., 3) Γ. Ά. Λ. του Α., 4)Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Α. Ά. Λ., 5)Γ. συζ. Α. Μ., το γένος Α. Ά. Λ., 6)Β. συζ. Α. Δ., το γένος Α. Ά. Λ., 7)Κ. Ά. Λ. του Α., 8)Α. Ά.. Λ. του Α., όλων κατοίκων. ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Α. Ά. Λ. και 9)Δ. χήρας Ν. Ά.., το γένος Ν. Π., 10)Γ. Ά. του Ν., 11)Χ. Ά.. του Ν., και 12)Ι. Ά. του Ν., όλων κατοίΚ. ..., ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος Ν. Ά.. Όλοι, πλην του 2ου, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρος τους Δ. Σταθόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσείων (Ζ. Ά.) απεβίωσε στις 10η Φεβρουαρίου 2012 και κληρονομήθηκε από τους 1) Α. Π. του Κ., 2) Α. Ά. του Ζ. και 2) Ε. Ά.. του Ζ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δήμου Φαρρών Αχαΐας, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Καρπουζάκη, η οποία δήλωσε ότι ο Δήμος Ερυμάνθου, ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Φαρρών, συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια, και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Kωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1985 (με αρ. κατάθεσης 246/16-1-1986) αγωγή των αρχικών διαδίκων Κ. Α. και Ν. Ά. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2064/1986 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών λόγω αρμοδιότητας, 355/1987, 1000/1988 μη οριστικές, 391/1997 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, 23/2000, 578/2004, 1113/2006 μη οριστικές και 1216/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1,2, 104, και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο χωρίς αυτόν και δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητα του, την οποία ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ο διάδικος θεωρείται μη παριστάμενος. Στην περίπτωση δε που ο αντίδικος του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.

Αν η υπόθεση είχε αναβληθεί από το πινάκιο, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίΚ., χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, με την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά τη δικάσιμο αυτή διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Τέλος, κατά τα άρθρα 38 παρ.1 εδ.α' και 72 παρ.1 εδ.ιγ' και ιε' του ν. 3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης" που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1/1/2011 "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή (άρθρο 58 παρ.1 εδ.α')"... "Η οικονομική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες...

αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίΚ. βοηθημάτων και των ένδιΚ. μέσων... αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια (άρθρο 72 παρ.1 εδ.ιγ' και ιε')".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση της οικονομικής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν αρκεί όμως για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου.

Συνεπώς, πρέπει ο Δήμαρχος που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια να διορίσει το δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ. 1,2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 517/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση η από 29/11/2010 αίτηση των 1) Ε.

Ά.. Λ., 2) Ζ. Α. Λ.., 3) Γ. Ά. Λ., 4) Ε. Μ., 5) Γ. Μ., 6) Β. Δ., 7) Κ. Ά.., 8) Α. Ά.., 9) Δ. Ά.., 10) Γ. Ά., 11) Χ. Ά.. και 12) Ι. Ά. για αναίρεση της 1216/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία (αίτηση αναίρεσης) στρέφεται κατά του Δήμου Φαρρών Αχαΐας και του Ελληνικού Δημοσίου. Όμως, στις 10/2/2012 (δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης) απεβίωσε ο αρχικώς δεύτερος αναιρεσείων (Ζ.

Ά. ή Λ.) και κληρονομήθηκε, δυνάμει από 5/12/2011 ιδιόγραφης διαθήκης του, από τη νόμιμη σύζυγο του Α. Π. και τα νόμιμα τέκνα του Α. Ά. και Ε. Ά.., όπως δεν αμφισβητείται, οι οποίοι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2/4/2014) εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ.

Σταθόπουλο, ο οποίος δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του προαναφερθέντος αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομα των πιο πάνω κληρονόμων του επανάληψη της, που, συνεπώς, νομίμως συνεχίζουν τη δίκη αυτή. Εξάλλου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Φαρρών Αχαΐας, τον οποίο διαδέχθηκε ήδη ο Δήμος Ερυμάνθου, εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Παναγιώτα Καρπουζάκη, η οποία για την πρόσληψη της προσκομίζει απόσπασμα της 27/2.4.2012 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του ανωτέρω Δήμου.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Δήμαρχος Ερυμάνθου έδωσε στην παριστάμενη δικηγόρο ρητή πληρεξουσιότητα με τους συστατικούς τρόπους που προβλέπει ο ΚΠολΔ να εκπροσωπήσει στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο, και, επομένως, ο τελευταίος θεωρείται δικονομικώς απών.

Ενόψει, όμως, του ότι αυτός έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες κατά την αρχική δικάσιμο της 4/4/2012 (βλ. την 6675Δ/24.1.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Δημητρίου Αρβανίτη) κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 18/9/2013 και, στη συνέχεια, για την παρούσα δικάσιμο της 2/4/2014, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου Δήμου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.

Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται; (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητα τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) Στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσάΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) Στα αφιερωμένα σ' έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ). (δ) Στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα "νεκρά".

Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου "περί Ταπίων" της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε ανήκαν οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές και τα δάση εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως.

Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λιβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου.

Έτσι, κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο επί των δημοσίων γαιών μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτηθεί από ιδιώτες, στους οποίους παραχωρούνταν προς τούτο οι γαίες αυτές, ενώ η περιοριζόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο κυριότητα, παρέμενε στο Τουρκικό Δημόσιο. Εξάλλου, από τα άρθρα 1648 και 1674 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα στα ακίνητα που υπάγονταν στη κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτών ιδιώτης με χρησικτησία, διότι δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της κυριότητας η χρησικτησία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας η άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτηση τους. Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. Κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39) 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ" ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 65 του ΕισΝΑΚ, από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ αρκεί η για μια εικοσαετία νομή με διάνοια κυρίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχΰσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, ν.2 παρ. 2, Πανδ. (41.4), ν. 5, Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (13.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), για το συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στον ίδιο αυτού χρόνο, προς συμπλήρωση του πιο πάνω χρόνου που ήταν αναγκαίος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτούνταν νόμιμη αιτία, δηλαδή, ειδική ή καθολική διαδοχή.

Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1, Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20, Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1, Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει περαιτέρω, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δημόσια δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915.

Και αυτό γιατί μετά την αμέσως πιο πάνω ημερομηνία δεν ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα, όπως, ειδικότερα, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, κατά την οποία τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή στο μέλλον, ενώ, εξάλλου, αυτή που άρχισε, δεν έχει καμιά συνέπεια αν μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των τριάντα ετών, κατά τους νόμους που ίσχυαν.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει έννομη συνέπεια, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, κατά τους προϊσχύοντες νόμους.

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με εκείνη του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που προμνημονεύθηκαν, προκύπτει ότι μέχρι το χρόνο ισχύος του πιο πάνω ν.δ. του έτους 1926 τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 16.5.1926 έχει έννομες συνέπειες για τα κτήματα του Δημοσίου και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας.

Ενόψει, επομένως, του ότι η λήξη της χρησικτησίας είχε ήδη ανασταλεί από τα προγενέστερης ισχύος διατάγματα περί δικαιοστασίου από τις 12.9.1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 για να μπορεί να καταλυθεί με την έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, ενώ η μετά τη χρονολογία αυτή νομή τρίτου σε ακίνητο του Δημοσίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του, μέχρι μεν τις 15.6.1926, λόγω της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας, έκτοτε δε, λόγω του ότι τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται της χρησικτησίας (Ολ.

ΑΠ 75/1987). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών χωρίς βλάβη των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, και β) το άρθρο 3 του ν.

ΨΗΖ71880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Αφετέρου, από τις διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ71855 και του άρθρου 12 παρ.1 του ν. ΔΝΖ71912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.

δικαίου, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΑΠ 730-731/2004). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά τα δάση. Περαιτέρω, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν.

της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/193 8 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε τη κυριότητα του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψης τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Ειδικότερα, μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης περιήλθαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων".

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "H επίδικη έκταση, εμβαδού 500 περίπου στρεμμάτων, βρίσκεται στη θέση "Σ." ή "Τ." της ευρύτερης ορεινής περιοχής με τη γενική ονομασία "Ω." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Λ. Α. και συνορεύει βορειοανατολικά κατά ένα μέρος με βοσκότοπο, που φέρεται ότι ανήκει στους κληρονόμους Ν.

Κ. και κατά το υπόλοιπο με βοσκότοπο φερόμενο ως ιδιοκτησία κληρονόμων Ηλ. Κ., βορειοδυτικά και δυτικά επίσης με βοσκότοπο φερόμενο ως ιδιοκτησία των τελευταίων, νότια με βοσκότοπους φερομένους ως ιδιοκτησία κατοίΚων της Κοινότητας ..., και νοτιοανατολικά κατά ένα μέρος με βοσκότοπο φερόμενο ως ιδιοκτησία κληρονόμων Ν.

Κ. και κατά το υπόλοιπο με βάση κορυφής Προφήτη Ηλία. Η ίδια έκταση ανήκει στην κατηγορία των λεγομένων υπαλπικών. περιοχών, αφού βρίσκεται πάνω από τα όρια ανάπτυξης του ελατοδάσους, το οποίο στη συγκεκριμένη περιοχή φθάνει μέχρι το ύψος των 1.000 μ, έχει δε η επίδικη έκταση μέσο υψόμετρο 1.800 μ και διαφορετική μορφολογία εδάφους.

Ειδικότερα αποτελείται από χορτολιβάδικες εκτάσεις, βραχώδεις και ημιβραχώδεις περιοχές, με μικρές και μεγάλες κλίσεις που φθάνουν μέχρι και ποσοστό 70%. Η βλάστηση η οποία αναπτύσσεται είναι ορεινή χορτολιβαδική, ποώδης και φρυγανώδης, με χαρακτηριστικά φρύγανα της όλης περιοχής τα τετράγκαθα, δεν υπάρχει δε ούτε ίχνος ξυλώδους δασικής βλάστησης.

Η ίδια περιοχή προσφέρεται μόνον για τη βόσκηση ποιμνίων. Ουδέποτε καλλιεργήθηκε επειδή δεν υπήρχε η σχετική δυνατότητα τόσον λόγω της μορφολογίας του εδάφους, το οποίο στη συνολική του σχεδόν επιφάνεια, είναι πετρώδες, όσον και λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, που δεν ευνοούν οποιαδήποτε καλλιέργεια αφού τους περισσότερους μήνες του χρόνου καλύπτεται από χιόνι.

Η επίδικη έκταση, ως ορεινός βοσκότοπος, που βρισκόταν στην περιφέρεια της Ελλάδας, .που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, στην οποία δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με χρησικτησία, ανήκε στην κυριότητα του Τούρκικου Κράτους και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο αυτού, με βάση τα προαναφερόμενα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Εξάλλου κατά την έναρξη της ισχύος του ΒΔ/τος της 3/15-12-1833 αποτελούσε βοσκότοπο για την επικαρπία του οποίου δεν υπάρχει έγγραφο (ταπίον), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ως κληρονόμος με βάση δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Ζ.

Ά., που πέθανε το 1962, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν και μετέγραψαν τη σχετική δήλωση αποδοχής, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στη νομή τους, της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, που άρχισε πριν από το 1850. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους κατείχε και εξουσίαζε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη την επίδικη έκταση κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του Α.

Ά. Λ., που πέθανε το 1912 και κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου από άτυπη αγορά από τους συγκληρονόμους του τελευταίου κατά το ίδιο ποσοστό, αδελφούς του πατέρα του Π. και Γ. Ά. το 1919, δηλαδή νεμήθηκε ο άμεσος δικαιοπάροχος τους, πατέρας τους, το επίδικο ακίνητο από το 1912 μέχρι το θάνατο του το 1962. Ότι ο πατέρας του παραπάνω διαθέτη και παππούς των εναγόντων, Α.

Ά. νεμήθηκε με καλή πίστη το επίδικο από το 1860 μέχρι και το 1912,που πέθανε και ειδικότερα τα 300 στρέμματα αυτού, ως κληρονόμος του πατέρα του Π. Ά. Λ., που πέθανε το 1860, τα 50 στρέμματα με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δύμης Α. Κωσταντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού, πωλητή, Ζ.

Π. και κατά 150 στρέμματα με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Αθ. Γουλή, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους προηγούμενους αληθής συγκυρίους αυτού, πωλητές, Κ., και Δ. Δ.. Ότι οι παραπάνω πωλητές και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νεμήθηκαν τα 200 στρέμματα του επιδίκου με καλή πίστη από το 1850 ο πρώτος τούτων, ως κληρονόμος του πατέρα του και οι λοιποί από το 1860 ως συγκληρονόμοι του δικού τους πατέρα.

Τα περιστατικά αυτά δεν αποδείχθηκαν: Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11-9-1915. Είναι αληθές ότι στην επίδικη έκταση οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων έχουν κατασκευάσει, μετά το 1945 πλινθόκτιστη οικία, ποιμνιοστάσιο και πρόχειρο τυροκομείο και κάθε χρόνο από το μήνα Μάϊο μέχρι και το μήνα Οκτώβριο ή Νοέμβριο, που το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες ανήρχοντο με τα ποίμνια τους στο επίδικο και εγκαθίσταντο σ' αυτό, έβοσκαν τα ποίμνια τους, χρησιμοποιούσαν το ποιμνιοστάσιο για το σταυλισμό των ζώων τους και το τυροκομείο για την παρασκευή γαλακτομικών προϊόντων.

Τέτοιου είδους, πρόχειρες κατασκευές, που χρησιμοποιούνται όπως παραπάνω υπάρχουν σε όλες τις παρόμοιες περιοχές των ορέων της χώρας και γίνονται με τη σιωπηρή συγκατάθεση του Ελληνικού Δημοσίου για την εξυπηρέτηση των κτηνοτρόφων, στην περίπτωση που οι μόνιμες κατοικίες τους βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τους ορεινούς βοσκότοπους και δεν είναι δυνατή η καθημερινή μετακίνηση τους.

Στην ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο και στους συνεχόμενους εκατέρωθεν αυτού βοσκότοπους, που διεκδικούνται από κατοίκους της εναγομένης Κοινότητας ή ομόρων κοινοτήτων, υπάρχουν παρόμοιες εγκαταστάσεις που έχουν κατασκευασθεί και χρησιμοποιούνται από άλλους ποιμένες, οι οποίοι μεταξύ τους διαχωρίζουν τις εκτάσεις, που καθένας θα χρησιμοποιεί για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, για να μη δημιουργούνται προβλήματα από την ανάμιξη των ζώων τους και σχετικά με την αναγνώριση τους.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η κατασκευή ποιμενικών εγκαταστάσεων με τη μορφή που ήδη έχει περιγραφεί στην επίδικη περιοχή πριν από το 1945. Σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ήταν κτηνοτρόφοι και βοσκούσαν τα ποίμνια τους στην ίδια περιοχή θα υπήρχαν οπωσδήποτε σχετικά καταλύματα, που κατασκεύαζαν από κλαδιά δένδρων για όσο καιρό παρέμεναν, τα οποία λόγω των υλικών που χρησιμοποιούσαν καταστρέφονταν από τα χιόνια που κάλυπταν τους περισσότερους μήνες του έτους την περιοχή και δεν είχαν σταθερή θέση.

Έτσι η διατήρηση πρόχειρων κατασκευών μόνο για τους θερινούς μήνες από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων σε επιφάνεια ελάχιστων τμ δεν αποτελεί διαρκή φυσική εξουσίαση από τους τελευταίους του μείζονος ακινήτου. Αλλά ούτε και η βόσκηση των ποιμνίων τους, τους ίδιους μήνες, που δεν απαγορευόταν από το Ελληνικό Δημόσιο, στην επίδικη έκταση, έστω και μόνον από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους μέχρι και το 1915 μπορεί να θεωρηθεί ως διακατοχική πράξη που οδηγεί στην απόκτηση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη των τελευταίων.

Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό, ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το 1915 βοσκούσαν σ' αυτό τα ποίμνια τους μόνον οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και όχι και οι άλλοι κάτοικοι της εναγομένης Κοινότητας ή όμορης Κοινότητας.

Εξάλλου από το έτος 1938 και μεταγενέστερα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η βοσκή και στα λειβάδια και χορτολιβαδικά εδάφη δε θεωρείται πράξη νομής. Σε σχέση με την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, και ειδικότερα των απωτέρων και απωτάτων, που φέρονται ότι κατείχαν το επίδικο ακίνητο μέχρι και την 11-9-1915 θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Σύμφωνα με τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους κυριότητας αυτών δηλαδή το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Α. Γουλή και του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δύμης Κωσταντόπουλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβιβάσθηκαν στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ακίνητα συνολικής επιφάνειας 200 στρεμμάτων, ενώ με την αγωγή διεκδικούν ακίνητο επιφάνειας 500 στρεμμάτων.

Στα συμβολαιογραφικά όμως αυτά έγγραφα, των οποίων ας σημειωθεί δεν προσκομίζονται τα πρωτότυπα, ώστε να είναι δυνατή και η έρευνα της γνησιότητας τους, δε συμβάλλεται το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον η επίδικη έκταση ανήκει στην κυριότητα του ως δημόσια γή, που ανήκε στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους και περιήλθε σ' αυτό, ως διάδοχο του τελευταίου, δικαιώματι πολέμου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ούτε άλλωστε αναφέρεται σ' αυτά και ο τρόπος με τον οποίο απέκτησαν την κυριότητα οι μεταβιβάζοντες αυτήν πωλητές.

Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη νομή. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη νομή των 300 στρεμμάτων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στους παραπάνω τίτλους. Ο τρόπος αυτός φυσικής εξουσίασης με βοσκή από τους κτηνοτρόφους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, δεν ενείχε χρησιδεσποτεία στην ένδικη βοσκήσιμη δημόσια γη, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε απολεσθεί η κυριότητα σε μεγάλο τμήμα των δημοσίων ακινήτων.

Εξάλλου η πεποίθηση τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα τους, ενισχύεται και από το γεγονός ότι τούτο απείχε πολλά χιλιόμετρα από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους και των επαγγελματικών ενασχολήσεων τους, αφού παράλληλα στον τελευταίο αυτό τόπο (της μόνιμης κατοικίας), καλλιεργούσαν όλο το χρόνο και αγρούς, αποτελούσε δε τη βάση των δραστηριοτήτων τους, σε αντίθεση με το επίδικο, που λόγω της εδαφικής του διαμόρφωσης και της χλωρίδας, προοριζόταν για την κάλυψη των αναγκών βόσκησης των ποιμνίων τους μόνο τους θερινούς μήνες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη Κοινότητα κατ' εφαρμογή των άρθρων 103 του ΝΔ/τος 86/1969 και 3 παρ 1 του ΑΝ 875/1937 επέβαλε δικαιώματα βοσκής σε εκείνους που έκαναν χρήση των βοσκοτόπων της επίδικης έκτασης, απαγόρευσε τη βόσκηση για ορισμένα χρονικά διαστήματα και καθόριζε την ημερομηνία έναρξης της βοσκής, συνέταξε δε χρηματικό κατάλογο για την πληρωμή Κοινοτικού φόρου δικαιώματος βοσκής για το έτος 1968.

Τότε κάτοικοι της εναγομένης Κοινότητας μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες προσέφυγαν κατά της τελευταίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και ζήτησαν να αναγνωρισθούν προσωρινά κάτοχοι της επίδικης έκτασης. Η αίτηση των εναγόντων έγινε δεκτή, αλλά ακολούθως απορρίφθηκε μετά την άσκηση ανακοπών ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών και με σχετική απόφαση αυτού.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την παραπάνω αίτηση τους οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι η επίδικη έκταση έχει επιφάνεια 700 στρεμμάτων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το Δασαρχείο Πατρών με το 4679/1940 έγγραφο του προς την εναγομένη Κοινότητα ανέφερε μεταξύ άλλων "... άπαντα τα δόση της περιοχής ...ν είναι δημόσια και ως τοιαύτα διαχειρίζονται υπό της καθ' ημάς δασικής υπηρεσίας.

Τα δικαιώματα βοσκής των δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και μη πεδινών χορτολειβαδιων, εφόσον δεν τυγχάνουν απαγορευμένα υπό της δημόσιας δασικής υπηρεσίας και της τυχόν εκμισθώσεως της βοσκής πρόσοδοι περιήλθαν εις τας Κοινότητας δυνάμει του υπ' αριθμ. 3 παρ 1 ΑΝ 875/1937. Κατόπιν των ανωτέρω οι εν των 89/1949 εγγράφων σας αναφερόμενοι Ζ.

Ά. Λ..... ουδέν απολύτως δικαίωμα έχουν επί των δασωδών και γυμνών θερινών χορτολειβαδίων, αλλά μόνον επί των καλλιεργούμενων και εν αγραναπτύσει αγρών των". Έτσι αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση και δεν αναγνώρισαν δικαιώματα κυριότητας στους ενάγοντες. Ειδικότερα σε σχέση με τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους των εναγόντων θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής :

Όπως ήδη έχει αναφερθεί ο παππούς τους Α. Ά. με την ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλανδρίτσας Χρ. Αντωνόπουλου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του, τους γυιούς του Ζ. (πατέρα των εναγόντων), Π. και Γ., όλοι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, μεταξύ άλλων ακινήτων και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα "ενός στανοτοπίου εις θέσιν Τ.

Ω. της περιφέρειας ... όσης και αν είναι εκτάσεως με τα γνωστά όρια του", δηλαδή το επίδικο ακίνητο. Ο πατέρας των τελευταίων Ζ. Ά. με την ... δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πατρών Α. Λοβέρδου εγκατέστησε κληρονόμους του μεταξύ άλλων, τους ενάγοντες γυιούς του "σε βοσκότοπο, εις θέσιν Ω., όσης εκτάσεως και αν είναι", δηλαδή στο επίδικο ακίνητο.

Oι ενάγοντες με την ... δήλωση αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Φαρρών Χρ. Καλαμαρά, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους και για πρώτη φορά σ' αυτήν τη δήλωση αποδοχής γίνεται ειδικότερη περιγραφή του επιδίκου, ως προς τα όριο του και το εμβαδόν του. Έτσι αναφέρεται ότι αποδέχονται, ως κληρονόμοι του πατέρα τους, "ένα βοσκότοπο εκτάσεως χιλίων (1.000) στρεμμάτων ή όσης και αν είναι τοιαύτη - κείμενον εις θέσιν ... - της περιφέρειας Κοινότητας ...ν και συνορευόμενο γύρωθεν με βοσκότοπους κληρονόμων Ν.

Κ., κληρονόμων Κ., και όριον Κοινότητας ... Τριταίας. Όπως δε έχει αναφερθεί με την αγωγή ζητούν να αναγνωρισθούν συγκύριοι ακινήτου 500 στρεμμάτων περίπου και με την παραπάνω αίτηση τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ακινήτου 700 στρεμμάτων. Είναι σαφές από τα παραπάνω περιστατικό ότι οποιοσδήποτε προσδιορισμός της επίδικης έκτασης από τους ενάγοντες ως προς τα όρια και την επιφάνεια αυτής είναι αυθαίρετος.

Ούτε η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που διατάχθηκε με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία το επίδικο περιλαμβάνεται στα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση για την επιφάνεια και τα όρια του επιδίκου ακινήτου, παρά τις διευκρινίσεις του τελευταίου κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.

Και τούτο, επειδή ήταν αδύνατη η εφαρμογή επί του εδάφους των παραπάνω τίτλων των εναγόντων και ειδικότερα των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, αφού δεν υπήρχαν σταθερά όρια, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για την εφαρμογή αυτή, αλλά οποιαδήποτε όρια υποδείχθηκαν στον πραγματογνώμονα από τους τελευταίους. Εξάλλου δεν αιτιολογεί ο ίδιος πως η έκταση των 200 στρεμμάτων, που αναφέρεται στα παραπάνω συμβόλαια, υπερδιπλασιάσθηκε με βάση τους ίδιους τίτλους και, συνεπώς, το συμπέρασμα του ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς είναι ατεκμηρίωτο ως επιστημονική γνώση και δεν παρέχει τη δυνατότητα εξαγωγής οποιασδήποτε απόδειξης για το θέμα που διατάχθηκε.

Σε διαφορετική κρίση ως προς την έλλειψη καλόπιστης νομής από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων επί τριάντα συνεχή χρόνια πριν από την 11-9-1915 δεν μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους τελευταίους αποφάσεις της Δευτεροβάθμιας Φορολογικής Επιτροπής Περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Πατρών, με τις οποίες ακυρώθηκαν αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής μετά την άσκηση εφέσεων από κατοίκους της Κοινότητας ..., που αφορούσαν στην εγγραφή τους σε βεβαιωτικούς καταλόγους αυτής για τη χρήση συνεχόμενων βοσκοτόπων του επιδίκου.

Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι η παραπάνω Επιτροπή με μια τυπική αιτιολογία έκρινε αν οι εκκαλούντες βόσκησαν τα ποίμνια τους σε δικούς τους βοσκότοπους ή της Κοινότητας, χωρίς να προκύπτει αν πρόκειται, σ' ότι αφορά τους δικούς τους βοσκότοπους (ιδιόκτητους) περί των ομόρων του επιδίκου ή επρόκειτο για ακίνητα που βρίσκονται σε άλλη περιοχή και δεν αμφισβητείται η κυριότητα τους.

Περαιτέρω δεν μπορεί να συναχθεί δικαστικό τεκμήριο για την καλόπιστη νομή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους τελευταίους 903/1947 απόφαση του Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση αίτηση για την προσωρινή αναγνώριση της νομής σε ακίνητα που βρίσκονται σε διάφορες τοποθεσίες του Παναχαϊκού όρους, την οποία και δέχθηκε κατ' ουσίαν.

Και τούτο, καθ' όσον προκύπτει κατ' αρχήν, ότι δεν πρόκειται για περιοχή της ίδιας μορφολογίας με το επίδικο, αφού οι αιτούντες χρησιμοποιούσαν αυτήν, όχι μόνο για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, αλλά και προς ξύλευση, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν και δασικές εκτάσεις στο μείζον ακίνητο, αλλά και καλλιεργούσαν τμήματα αυτής και συνεπώς δεν επρόκειτο περί υπαλπικής περιοχής, όπως η επίδικη.

Περαιτέρω οι ενάγοντες προσκομίζουν και επικαλούνται: 1) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φαρρών Χρ. Καλαμαρά με βάση το οποίο η Κοινότητα ... αποδέχθηκε τη δωρεά ενός χορτολειβαδίου (βοσκότοπος), στρούγκα, στη θέση "..." Ω., επιφάνειας 100 στρεμμάτων, στην οποία προέβησαν προς αυτήν ο Κ. και Π. Λ., 2) το ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου με βάση το οποίο η εναγομένη Κοινότητα αγόρασε από τους Δ., Ν., Κ., Β.

και Γ. Γ. τα 4/7 εξ αδιαίρετου ενός χορτολειβαδίου (στανοτόπιου) επιφάνειας 50 στρεμμάτων στην ίδια παραπάνω θέση, 3) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Δημ. Διάκου με βάση το οποίο ο Χ. Π. πώλησε στους Π. Κ. και Μ. Κ., ένα πομνιοστάσιο στη θέση "..." στο όρος Ω. της κτηματικής περιφέρειας της εναγομένης Κοινότητας, επιφάνειας 50 στρεμμάτων, 4) το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Δ. Παπαναστασίου με βάση το οποίο ο Χ. Κ. πώλησε στον Π. Ν. ένα θερινό στανοτόπι στη θέση Κεντριά της κτηματικής περιφέρειας της εναγομένης Κοινότητας. Από τα έγγραφα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές δικαστικό τεκμήριο υπέρ των απόψεων των τελευταίων, καθ' όσον τα παραπάνω ακίνητα βρίσκονται μακριά από το επίδικο, σε χαμηλότερο υψόμετρο από αυτό, άλλωστε τα δυο πρώτα έχουν συνταχθεί σε μεταγενέστερο χρόνο του έτους 1915, που έχει έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, ενώ τα προγενέστερα έχουν καταρτισθεί μεταξύ ιδιωτών, χωρίς να συμβάλλεται σ' αυτά το Ελληνικό Δημόσιο και συνεπώς από τις μεταβιβαστικές αυτές της κυριότητας πράξεις δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη άσκηση νομής σ' αυτές, άρα και του επιδίκου με διάνοια κυρίου.

Με βάση τα δεδομένα αυτά το επίδικο ακίνητο που αποτελούσε, ως βοσκότοπος, δημόσια γη, όταν η Ελλάδα τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία και ανήκε στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους, περιήλθε δε δικαιώματι πολέμου στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχο αυτού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη και αφού δεν αποδείχθηκε συνεχής νομή με καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων επί τριάντα χρόνια μέχρι την 11-9-1915, και δεν καταλύθηκε η κυριότητα αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) ενόψει του ότι η βοσκή των ποιμνίων τους, η κατασκευή πρόχειρων ποιμενικών εγκαταστάσεων αλλά και η ύπαρξη κάποιων τίτλων δεν ενεργοποίησε υπέρ των κατόχων τους το θεσμό της κτητικής χρησικτησίας, όπως προεκτέθηκε, δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου οι ενάγοντες, ούτε με παράγωγο, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού, οι δικαιοπάροχοι τους δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη έκταση, ως ορεινός βοσκότοπος στην περιφέρεια της Ελλάδας, που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, στην οποία δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με χρησικτησία, από δε τις 15-12-1833 αποτελούσε βοσκότοπο για την επικαρπία του οποίου δεν υπάρχει έγγραφο (ταπίον), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας, ότι δεν αποδείχτηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11-9-1915, ότι οι δικαιοπάροχοι τους αυτοί μόνο μετά το 1945 διατηρούσαν πρόχειρες κατασκευές σε σχέση τη βόσκηση των ποιμνίων τους μόνο για τους θερινούς μήνες, χωρίς όμως να αποδειχθεί η καλή πίστη των τελευταίων, ότι δηλαδή αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Δήμος και Ελληνικό Δημόσιο, αντίστοιχα, διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση και δεν αναγνώρισαν δικαιώματα κυριότητας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και του άρθρου 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι το επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε επί Τουρκοκρατίας ως βοσκότοπος δημόσια γη περιήλθε δικαιώματι πολέμου στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχου του Τουρκικού Κράτους, ότι δεν αποδείχθηκε συνεχής νομή με καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων επί τριάντα χρόνια μέχρι την 11-9-1915 και ότι έτσι δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι η βοσκή των ποιμνίων τους, η κατασκευή πρόχειρων ποιμενικών εγκαταστάσεων, αλλά και η ύπαρξη κάποιων τίτλων δεν ενεργοποίησε υπέρ των κατόχων τους το θεσμό της κτητικής χρησικτησίας και ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοι τους δεν απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού.

Επομένως, οι συναφείς δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και πρώτος, τρίτος και τέταρτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/11/2010 αίτηση των Ε. Ά.. ή Λ. κλπ. για αναίρεση της 1216/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ