Legislator Case Law & Legislation
1919/2007 AI generated

1919/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1919/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1919/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, κατά το άρθρο 297 Κ.Πολ.Δ., η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Επίσης, κατά το άρθρο 299 Κ.Πολ.Δ., οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 εφαρμόζονται μεταξύ των άλλων και στα ένδικα μέσα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1919 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1919/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Ραφήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1713/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 1720/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 5-6-2001 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1556/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6326/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 294 Κ.Πολ., ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η δε παραίτηση, που γίνεται αργότερα, είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης, ενώ κατά το άρθρο 295 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Ακολούθως, κατά το άρθρο 297 Κ.Πολ.Δ., η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Επίσης, κατά το άρθρο 299 Κ.Πολ.Δ., οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 εφαρμόζονται μεταξύ των άλλων και στα ένδικα μέσα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως δικόγραφο παραιτήσεως από ασκηθέν ένδικο μέσο νοείται κάθε έγγραφο, το οποίο συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων, που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και, κατά το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ., είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο.

Με βάση αυτά η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι με την αναίρεση της αποφάσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση κλπ).

Συνεπώς, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ΄ αυτής ασκηθείσα έφεση, η οποία θα κριθεί πάλι από το εφετείο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε με την από 26-9-1996 αγωγή της ότι με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία απασχολήθηκε σ΄ αυτό ως καθαρίστρια και ότι το τελευταίο της οφείλει διαφορές αποδοχών της για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1995.

Ζήτησε δε, κατόπιν του ιστορικού αυτού, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει το ποσό των 49.000 δρχ. και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το ποσό των 14.252.656 δρχ.. Επ΄ αυτής εκδόθηκε η 1720/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το αναιρεσείον άσκησε την από 5-6-2001 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1556/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με την τελευταία απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω εφετειακή απόφαση, διότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε ότι δεν υπάρχει για το αναφερόμενο ζήτημα δεδικασμένο, που απορρέει από τις διαλαμβανόμενες σ΄ αυτή δικαστικές αποφάσεις και αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 30-6-1993, στη συνέχεια δε παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο.

Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη, μετά την έκδοση της εν λόγω αναιρετικής αποφάσεως, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 14-7-1998 εφέσεώς της κατά της υπ΄ αριθ. 1713/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε προηγουμένως η αναιρεθείσα ως άνω απόφαση, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου της και πριν προχωρήσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως.

Η παραίτηση αυτή έγινε με το από 1-9-2003 δικόγραφο της αναιρεσίβλητης, που φέρει τα αναφερόμενα στο άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία και επιδόθηκε νομίμως στο αναιρεσείον στις 11-9-2003, ήτοι με το διαγραφόμενο στα άρθρα 294, 297, 299 Κ.Πολ.Δ. τύπο, πριν από την προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως επανήλθαν στη θέση, που βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η τελευταία απόφαση.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω έφεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα και στη συνέχεια κήρυξε κατηργημένη τη δίκη, που ανοίχθηκε με την άσκηση αυτής, ενώ συγχρόνως απέρριψε, ως απαράδεκτη, την από 3-10-2003 αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της αυτής ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, διότι ασκήθηκε μετά την εν λόγω παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της προαναφερόμενης εφέσεώς της, οπότε το αναιρεσείον είχε παύσει πλέον να φέρει την ιδιότητα του εφεσιβλήτου.

Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο, ήτοι κατά παράβαση των προαναφερομένων δικονομικών διατάξεων και εκείνης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαράδεκτά. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Για τους λόγους αυτούς

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-10-2005 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής για αναίρεση της υπ' αριθ. 6326/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. - ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ