Legislator Case Law & Legislation
1919/2006 AI generated

Appeal allowed when evidence cited at first instance is fully incorporated into appellate briefs.

Case Number 1919/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the regional court's dismissal of the appeal request. The government argued that citing all first-instance documents without specific references violated procedural rules, while the opposing party claimed their briefs fully incorporated the original arguments. The court ruled that as long as the intent to use specific evidence is clear and the original text is integrated, the citation is valid.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 240 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if evidence cited at the first instance is clearly and definitively referenced in the appellate briefs, even without specific cross-references to the original text, provided the intent to use such evidence is unambiguous.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence citation appellate briefs procedural requirements first instance evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 453(1) of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
9/2000
14/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1919 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1919/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)..... και 2)....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χαρίτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ..

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ΄Αρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/1999 μη οριστική 134/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β΄, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στο Εφετείο είτε με τις ενώπιόν αυτού προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφασή του, είτε με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων της προηγούμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδείξεων, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ολΑΠ 9/2000 και 14/2005). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.

Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

β΄του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα στο αναιρετήριο τριάντα τέσσερα (34) έγγραφα, τα οποία το αναιρεσίβλητο είχε μεν επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις που είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά στο Εφετείο, αν και τα προσκόμισε, αρκέσθηκε, ως προς την επίκλησή τους, στην ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ολοκλήρου του περιεχομένου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών του, με τις οποίες τα είχε επικαλεστεί πρωτοδίκως.

Κατά το μέρος αυτό, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, αφού πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτός δεν είχε ειδικώς με αυτές επικαλεσθεί τα έγγραφα αυτά, αλλά αρκέσθηκε με αυτές σε γενική επίκληση των εγγράφων που είχε επικαλεσθεί πρωτοδίκως και σε ενσωμάτωση, κατ' αντιγραφή, των έγγραφων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών του, με τις οποίες τα είχε επικαλεστεί, στις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, από δε την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία υπάρχει γενική αναφορά και όλων των εγγράφων, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα, παρότι η με τον τρόπο αυτό επίκλησή τους δεν ήταν νόμιμη.

Μειοψήφισε ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη : Νόμιμη επίκληση εγγράφων, με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του εφετείου, υφίσταται και όταν σε αυτές έχουν καταχωρισθεί, κατ' αντιγραφή, οι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, αφού με την ενσωμάτωση αυτή υποβάλλεται ενιαίο κείμενο προτάσεων στο εφετείο, ενώπιον του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση και αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, ώστε να μην απαιτείται και αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων.

Η αναφορά αυτή απαιτείται για τους επαναφερόμενους ισχυρισμούς, προκειμένου, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν.958/1971, να διευκολυνθεί το εφετείο να ελέγξει, με την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εάν είχαν υποβληθεί οι ισχυρισμοί αυτοί πρωτοδίκως, δεδομένου ότι κατά κανόνα μόνο εάν είχαν προβληθεί οι ισχυρισμοί πρωτοδίκως μπορούν να προβληθούν και στο εφετείο (άρθρο 527 ΚΠολΔ).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όμως, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει, αφού ως προς αυτά, ο κανόνας είναι (άρθρο 529 ΚΠολΔ), ότι μπορούν να προβληθούν και για πρώτη φορά στο εφετείο.

Συνεπώς, ως προς αυτά, αν δεν προκύψει θέμα απαράδεκτης για πρώτη φορά προσκόμισής τους σε αυτό, το εφετείο δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στην ανάγνωση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθεί η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επίκληση και προσκόμισή τους, (επιβεβαίωση την οποία δεν παρέχει η ενσωμάτωση στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου των πρωτόδικων προτάσεων, αφού από μόνη αυτήν δεν αποδεικνύεται και ότι το κείμενο που ενσωματώθηκε είναι το ακριβές κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως) αλλ' αρκεί να αναγνωσθούν οι ενώπιον του εφετείου προτάσεις, η ανάγνωση όλου του περιεχομένου των οποίων, με οτιδήποτε έχει ενσωματωθεί σε αυτές, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου.

Η επίκληση, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων δεν είναι ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοια δε βούληση εκδηλώνεται με την ενσωμάτωση στις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του κειμένου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που και ενώπιον του εφετείου προσκομίζονται, ιδίως όταν ρητώς δηλώνεται ότι πρέπει να θεωρηθούν αυτές ως αναπόσπαστο μέρος των ενώπιον του εφετείου προτάσεων και πολύ περισσότερο όταν υπάρχει δήλωση ότι ο διάδικος επικαλείται και όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί με αυτές, τα οποία και προσκομίζει στο εφετείο.

Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, στις ενώπιον του εφετείου έγγραφες προτάσεις του, το αναιρεσίβλητο έχει ενσωματώσει ολόκληρο το κείμενο των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών του, στις οποίες γίνεται επίκληση όλων των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων, επιπλέον δε υπάρχει, μετά το ενσωματωμένο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων, και ρητή δήλωση του αναιρεσιβλήτου, ότι επικαλείται και προσκομίζει και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και πρωτοδίκως, ώστε μα μη γεννάται αμφιβολία ότι με την εν λόγω ενσωμάτωση το αναιρεσίβλητο εξέφρασε τη βούλησή του προς το εφετείο να χρησιμοποιήσει, ως αποδεικτικά μέσα, όλα τα έγγραφα, που κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προσδιορίζονται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις του, έγινε, με τον τρόπο αυτό, νόμιμη επίκληση στο εφετείο από το αναιρεσίβλητο των εν λόγω εγγράφων, η νόμιμη προσκόμιση των οποίων σε αυτό δεν αμφισβητείται, αλλά ρητά επιβεβαιώνεται με το αναιρετήριο, έστω και αν δε γίνεται με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του αναιρεσιβλήτου παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου είχε γίνει η επίκλησή τους πρωτοδίκως και έπρεπε ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει. Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.- Και,

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ,-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ