Legislator Case Law & Legislation
1918/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on mental distress damages amount while dismissing other claims against specific defendants.

Case Number 1918/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal regarding the amount of mental distress damages awarded to the plaintiffs. The court found that the third and fourth defendants must pay specific sums to the plaintiffs for psychological suffering. Consequently, the lower court's decision on these specific amounts was annulled and replaced with the new ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 570(2), 579(1), 580(3), 581(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a lower court decision to the extent that the appeal is admitted, specifically regarding the amount of compensation for mental distress, while upholding the rest of the judgment.

Keywords

AI generated
mental distress damages appeal annulment Code of Civil Procedure partial annulment psychological suffering civil liability court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1918 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1918/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - εναγόντων - καθ' ων η προσεπίκληση: 1) Θ. - Φ. Χ. του Κ., 2) Γ. Α. συζ. Θ. - Φ. Χ., κατοίκων ..., 3) Α. Χ. του Θ. - Φ., κατοίκου ... και 4) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου Άνω ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη - Φίλιππο Χαμαλέλη.

Των καθ' ων η κλήση - εναγομένων - προσεπικαλούντων: 1) Κ. Τ. του Σ. και 2) Φ. χας Σ. Τ., κατοίκων Άνω ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή των ήδη καλούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3537/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη καθ' ων η κλήση και η αλλοδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "..." με την από ... αίτησή τους και οι ήδη καλούντες με την από ... αίτησή τους. Εκδόθηκαν οι 1755/2017 και 1756/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, εκ των οποίων η 2η αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εκεί αναιρεσιβλήτων - ήδη καθ' ων η κλήση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 1200/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ήδη καθ' ων η κλήση με την από 5-7-2019 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 305/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1200/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……, κράτησε την υπόθεση και την παρέπεμψε για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από …… κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Γεωργία Κατσιμαγκλή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-5-2021 κλήση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων - εφεσίβλητων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 305/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 1200/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …. και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο.

Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση θα επανακριθεί από το εφετείο μόνο ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση, και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 305/2021, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 629/2010).

Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επαναξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Ειδικότερα, το αναιρετικό Τμήμα, το οποίο δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, οφείλει να τηρεί και τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' Κ.Πολ.Δ. και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 88/2019).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή : Οι καλούντες ενάγοντες (εφεσίβλητοι - αναιρεσίβλητοι) άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., την από …… αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι από συγκλίνουσα αμέλεια του, μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη, πρώτου εναγομένου Ε.

Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη, μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "..." και του τρίτου εναγομένου ..., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου (πρώτου εκκαλούντος - αναιρεσείοντος), ιδιοκτησίας της τετάρτης εναγομένης Φ.

συζ. Σ. Τ., (δεύτερης εκκαλούσας - αναιρεσείουσας), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη, μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....", προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής Ν. Χ., θυγατέρας του πρώτου και της δεύτερης, αδελφής της τρίτης και μνηστής του τέταρτου των εναγόντων, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) συνθήκες.

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών οι ενάγοντες, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημά τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 1.000.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη εξ αυτών (γονείς της θανούσας), το ποσό των 400.000 ευρώ στην τρίτη (αδελφή της) και το ποσό των 200.000 ευρώ στον τέταρτο τούτων (μνηστήρα της), ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, επί πλέον δε στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.871 ευρώ, που αντιστοιχεί στα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου, τα οποία κατέβαλε αυτός, ως αποζημίωσή του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο ……, με την υπ' αριθμ. 1733/2014 απόφασή του, αφού έκρινε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των πρώτου και τρίτου εναγομένων και ότι τη θανατωθείσα πεζή δεν βαρύνει οποιοδήποτε συνυπαιτιότητα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 102.371 ευρώ (100.000 ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης + 2.371 ως αποζημίωση για έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 70.000 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι ακόλουθες εφέσεις: 1] η από 13.6.2014 (αριθμός καταθέσεως 3860/2014) έφεση των εκ των εναγομένων: α) ..., β) Φ. συζ. Σ. Τ. και γ) ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "....", που υπογράφεται από τη δικηγόρο Μέτα Αντωνίου, με την οποία διετύπωναν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικώς με τα κεφάλαια της υπαιτιότητας, της απορρίψεως της προβληθείσας πρωτοδίκως ενστάσεώς τους περί συνυπαιτιότητας της πεζής, το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς επίσης περί της απορριφθείσας πρωτοδίκως ενστάσεώς τους περί αοριστίας της αγωγής ως προς τα προαναφερθέντα κονδύλια, 2] η αυτοτελώς ασκηθείσα από 10.9.2014 (αριθμός καταθέσεως 5854/2014) έφεση των εκ των εναγομένων:

α) ..., β) Φ. συζ. Σ. Τ., που υπογράφεται από τον δικηγόρο Ιωάννη Θεοδοσίου, με την οποία, αφενός μεν παραιτήθηκαν του δικογράφου της πρώτης ως άνω εφέσεως, αφετέρου δε διετύπωναν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως μόνον για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς, όμως, να διατυπώνουν παράπονα για την απόρριψη της προβληθείσας από αυτούς πρωτοδίκως ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της πεζής και για το πρωτοδίκως γενόμενο δεκτό αγωγικό κονδύλιο, ύψους 2.371 ευρώ, που, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε στις δαπάνες για την κηδεία και την κατασκευή τάφου, ενώ ούτε με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, από 23.2.2015, προτάσεις τους διέλαβαν συναφείς προσθέτους λόγους, 3] η από 29.8.2014 (αριθμός καταθέσεως ……) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "...." και 4] η από 20.9.2014 (αριθμός καταθέσεως ...) έφεση του εναγομένου Ε.

Κ.. Επίσης, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι άσκησαν, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αντέφεση με τις προτάσεις τους. Επ' αυτών (εφέσεων και αντεφέσεως), που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, η υπ' αριθμ. ….. απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε: α) ότι είναι παραδεκτή η από 10.9.2014 έφεση των τότε εκκαλούντων, λόγω παραιτήσεώς τους από την από 13.6.2014 πρώτη έφεση, η οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και β) ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει πλήρως ορισμένη, απέρριψε τους συναφείς λόγους εφέσεως και έκρινε στη συνέχεια ότι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και η πεζή με την αμελή συμπεριφορά της και καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτής σε 50%, στη συνέχεια δε, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την, με τις προτάσεις των εναγόντων- εφεσιβλήτων, ασκηθείσα αντέφεση και δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις προαναφερθείσες τρεις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε και εκδίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και μείωσε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 300 του Α.Κ., ως προς όλους τους εναγομένους, τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά της αποζημιώσεως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της πεζής, έλαβε δε τούτο (ποσοστό συνυπαιτιότητας) υπόψη και για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.185,50 ευρώ (180 + 570 = 2.371:50%) για δαπάνες κηδείας και κατασκευής τάφου και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων τα ποσά των 50.000, 35.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 16.11.2016 αίτηση αναιρέσεως, την οποία απηύθηναν εναντίον όλων των εναγομένων. Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1756/2017 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως προς τους πρώτο, δεύτερη και πέμπτη των εναγομένων και τότε αναιρεσίβλητων Ε. Κ., ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...." και ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", αντίστοιχα, ενώ δέχθηκε αυτήν ως προς τους τρίτο και τετάρτη των εναγομένων Κ.

Τ. και Φ. συζ. Σ. Τ., αντίστοιχα, και μόνο κατά το μέρος αυτής που αφορά στην ένσταση συνυπαιτιότητας της πεζής και τα συναφή με τους διαδίκους αυτούς θέματα, ήτοι τα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου και το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι οι εκ των εναγομένων Κ. Τ. και Φ. συζ. Σ. Τ. δεν είχαν επαναφέρει νομίμως ενώπιόν του (Εφετείου), την εκ μέρους τους προβληθείσα και πρωτοδίκως απορριφθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής Ν. Χ., μείωσε, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ., τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά της αποζημιώσεως (έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου) κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής, έλαβε δε υπόψη το ποσοστό αυτό και κατά τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ως προς όλους τους εναγομένους, παρότι σχετικούς με την απόρριψη της ενστάσεως αυτής (συνυπαιτιότητας της πεζής) λόγους είχαν προβάλει με τις εφέσεις τους μόνον οι εκ των εναγομένων Ε.

Κ., ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...." και ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "..." και όχι οι Κ. Τ. και Φ. συζ. Σ. Τ., κρίνοντας περαιτέρω ότι μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων προς αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται απλή ομοδικία και ότι, συνεπώς, η εκ μέρους των προαναφερομένων υποβολή των συναφών με την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής, λόγων εφέσεως, δεν ωφελεί και τους, ανωτέρω μη επαναφέροντες αυτήν (ένσταση), τρίτο και τέταρτη των εναγομένων και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Το Μονομελές Εφετείο …., στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, με την υπ' αριθμ. 1200/2019 απόφασή του, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1756/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και δικάζοντας μέσα στα όρια που διαγράφονται από αυτήν, δέχθηκε ότι οι ανωτέρω τρίτος και τέταρτη των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 102.371 ευρώ και ειδικότερα 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 2.371 ευρώ ως αποζημίωση για έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου (χωρίς το τελευταίο αυτό ποσό να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας, ενόψει του ότι οι τελευταίοι, όπως προαναφέρθηκε, δεν διατύπωσαν με την από 10.9.2014 έφεσή τους παράπονα για την απόρριψη της προβληθείσας εκ μέρους τους πρωτοδίκως ένστασης περί συνυπαιτιότητας της πεζής), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 70.000 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλούμενη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1733/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα ίδια και κατόπιν αυτών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.9.2014 έφεση των ως άνω εναγομένων - εκκαλούντων:

α) ... και β) Φ. συζ. Σ. Τ.. Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1200/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ….., οι εκκαλούντες (τρίτος και τέταρτη των εναγομένων Κ. Τ. και Φ. συζ. Σ. Τ., αντίστοιχα), άσκησαν την από 05-7-2019 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 305/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα ανωτέρω χρηματικά ποσά για τη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον τα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση είναι μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του συναφούς δέκατου τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσέβαλαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ.

και της αρχής της αναλογικότητας. Κατόπιν των ανωτέρω αναιρέθηκε η άνω υπ' αριθμ. 1200/2019 προσβαλλόμενη απόφαση και αφού κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση επί της ουσίας, στο παρόν Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναιρέσεως, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, όπως και ήδη έγινε με την προαναφερομένη από 18-5-2021 κλήση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων - εφεσίβλητων.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι διάδικοι, καθόσον αφορά στο παραπάνω κεφάλαιο σχετικά με το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, ως προς το οποίο αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 1200/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….., επανήλθαν στην υφιστάμενη, πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, κατάσταση και δη στο στάδιο της, μετά την τυπική παραδοχή της από 10.9.2014 (αριθμός καταθέσεως 5854/2014) έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων ...

και Φ. συζ. Σ. Τ., κατά της υπ' αριθμ. 1733/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., κατ' ουσίαν έρευνας του σχετικού δεύτερου λόγου της έφεσης αυτής, που αναφέρεται σε εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον αφορά το ύψος των επιδικασθέντων στους ενάγοντες - εφεσίβλητους κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης και πρέπει, κατόπιν αυτών, η νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 παρ. 1 και 518 του Κ.Πολ.Δ., ως άνω έφεση, να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα του δεύτερου μόνο λόγου της, στα όρια που διαγράφονται από τις ως άνω αναιρετικές αποφάσεις, ήτοι μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά το ύψος των επιδικασθέντων στους ενάγοντες - εφεσίβλητους κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο ανωτέρω κρινόμενος δεύτερος λόγος της από 10.9.2014 έφεσης των εκκαλούντων κατά το μέρος του, με το οποίο γίνεται επίκληση ένστασης αοριστίας της αγωγής ως προς την αξίωση των εναγόντων - εφεσίβλητων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, δεν ερευνάται λόγω του δεδικασμένου, που παράγεται από την υπ' αριθμ. 3537/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….., η οποία δεν εθίγη κατά την οικεία παραδοχή της (κατά την οποία κρίθηκε η ένδικη αγωγή πλήρως ορισμένη), από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1756/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως άλλωστε κρίθηκε και με τη δεύτερη αναιρετική, υπ' αριθμ. 305/2021, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, λόγω του δεδικασμένου, ο προβληθείς σχετικός αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..

Επίσης, ο πρώτος λόγος της ένδικης από 10.9.2014 έφεσης των εκκαλούντων, με τον οποίο διετύπωναν παράπονα κατά της εκκαλουμένης πρωτόδικης αποφάσεως μόνον ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας του πρώτου εκκαλούντος - οδηγού, ομοίως δεν ερευνάται λόγω του δεδικασμένου, που παράγεται από την υπ' αριθμ. 3537/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….., η οποία επίσης δεν εθίγη κατά την οικεία παραδοχή της περί της συνυπαιτιότητας αυτού, από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1756/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.

ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ήδη, είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 305/2021).

Περαιτέρω, τα άρθρα 483 έως 485 Α.Κ. καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ' αυτά αναφερόμενων γεγονότων, στην περίπτωση που περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.

Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής, με καταβολή της από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και επομένως αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ' ίσο με την καταβολή μέρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 του Α.Κ..

Η τελευταία μάλιστα αυτή διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία (ΑΠ 1354/2019, ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 1794/2007).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, οι οποίες εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά το μέτρο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα απολύτως κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, καθώς από και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, ενδιαφέροντα στην ένδικη περίπτωση, μέσα στα όρια που διαγράφουν οι προαναφερόμενες αναιρετικές αποφάσεις, πραγματικά περιστατικά:

Την 29.11.2012 και περί ώρα 17:40, σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στη λεωφόρο ..., στα Άνω ..., τραυματίστηκε θανάσιμα η Ν. Χ., θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφή της τρίτης και μνηστή του τέταρτου εξ αυτών. Το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του Ε. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, και του πρώτου των εκκαλούντων ..., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη των εκκαλούντων Φ. Τ., αλλά και σε συνυπαιτιότητα της ίδιας της πεζής, το ποσοστό δε της συνυπαιτιότητας ανέρχεται σε 50% για τους άνω οδηγούς των ζημιογόνων οχημάτων και σε 50% για τη θανούσα πεζή, όπως έγινε αμετακλήτως δεκτό με το μη αναιρεθέν κεφάλαιο της υπ' αριθμ. 3537/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …..

Ειδικότερα, ως προς τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του Ε. Κ. και του πρώτου των εκκαλούντων ... έγινε αμετακλήτως δεκτό, με το μη αναιρεθέν, όπως προαναφέρθηκε, κεφάλαιο της ως άνω υπ' αριθμ. 3537/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …. ότι, ο μεν πρώτος (Ε. Κ.) δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999), αλλά αντίθετα οδηγούσε αμελώς, καταλαμβάνοντας το αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου κινείτο, αντί του δεξιού, όπως όφειλε και μπορούσε (άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2696/1999), δεδομένου ότι δεν τον εμπόδιζαν τα παρκαρισμένα στο δεξιό άκρο του δρόμου οχήματα, διότι αυτά βρίσκονταν έμπροσθεν του τόπου του ατυχήματος, και ενώ μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή, που στεκόταν ακίνητη επί της διπλής διαγράμμισης, κρατώντας μάλιστα και πολύχρωμη ομπρέλα, δεν επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, αν και δεν εμποδιζόταν από άλλο όχημα και υπήρχε χώρος προς εκτέλεση τέτοιου (πλάτος λωρίδας 5,30 μ.), αλλά κτύπησε με τον αριστερό καθρέπτη του οχήματός του την πεζή, με αποτέλεσμα αυτή να επιπέσει στο οδόστρωμα του ρεύματος της λεωφόρου, που ήδη είχε διασχίσει και επίσης αυτός δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του, σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες, αλλά ήταν αυξημένη, αποδεικνυόμενη από το δυνατό θόρυβο που ακούστηκε από την πτώση του οχήματός του επί της πεζής, ο δε δεύτερος (πρώτος εκκαλών) δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999) και ειδικότερα αυτός από έλλειψη προσοχής κατά την οδήγηση δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή, που είχε επιπέσει επί του οδοστρώματος και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα και ενώ μπορούσε να προβεί είτε σε πέδηση, είτε σε εκτέλεση αποφευκτικού ελιγμού, δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος του ρεύματος, που κινείτο ήταν 5,30 μ.

και είχε και τα χρονικά περιθώρια, παρέσυρε αυτή με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματός του, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανούσα ήταν θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης και αδελφή της τρίτης των εναγόντων, ενώ ήταν μνηστευμένη με τον τέταρτο ενάγοντα, με πρόθεση τη μεταξύ τους τέλεση γάμου.

Η προαναφερόμενη θανούσα ήταν ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 37 ετών, υγιής, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο δημοσιογραφικό όμιλο ... και ζούσε αρμονικά στην οικογενειακή οικία με τους ενάγοντες γονείς της. Όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες συνδέονταν μαζί της με αμοιβαία στοργή και αγάπη και στενούς οικογενειακούς, συναισθηματικούς και ψυχικούς δεσμούς και δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και έντονο ψυχικό πόνο από τον απροσδόκητο και τραγικό θάνατό της, που επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος.

Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων, πατέρας της θανούσας, ήταν ηλικίας 67 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1945) και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, η δεύτερη ενάγουσα, μητέρα της θανούσας, ήταν ηλικίας 64 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1948) και είναι συνταξιούχος, η τρίτη ενάγουσα, αδελφή της θανούσας, ήταν ηλικίας 32 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1980) και είναι εκπαιδευτικός και ο τέταρτος ενάγων, μνηστήρας της θανούσας, ήταν ηλικίας 39 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1973) και είναι ιδιωτικός υπάλληλος.

Περαιτέρω, ο πρώτος εκκαλών γεννήθηκε το έτος 1980, είναι ιδιωτικός υπάλληλος και το ετήσιο εισόδημά του κατά το φορολογικό έτος 2020 ανερχόταν στο ποσό των 17.744,93 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου της ΑΑΔΕ του έτους αυτού, ενώ καταβάλει για μίσθωμα κατοικίας το ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 5.400 ευρώ ετησίως, όπως δεν αμφισβητούν ειδικά οι εφεσίβλητοι, οπότε το ετήσιο εισόδημά του, που απομένει για την κάλυψη των λοιπών βιοτικών του αναγκών, σύμφωνα με τα οικονομικά δεδομένα του έτους αυτού, ανέρχεται στο ποσό των (17.744,93 - 5.400=) 12.344,93 ευρώ.

Η δεύτερη εκκαλούσα γεννήθηκε το έτος 1957, είναι συνταξιούχος και το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν το έτος 2018 στο ποσό των 7.287,73 ευρώ, το έτος 2019 στο ποσό των 15.286,85 ευρώ και το έτος 2020 στο ποσό των 15.975,55 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου της ΑΑΔΕ των ανωτέρω ετών αντίστοιχα, ενώ καταβάλει το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, για την αποπληρωμή στεγαστικού δανείου της κύριας κατοικίας της και συνολικά 4.800 ευρώ ετησίως, όπως επίσης δεν αμφισβητούν ειδικά οι εφεσίβλητοι, οπότε το ετήσιο εισόδημά της, που απομένει για την κάλυψη των λοιπών βιοτικών της αναγκών, σύμφωνα με τα οικονομικά δεδομένα του τελευταίου αυτού έτους, ανέρχεται στο ποσό των (15.975,55 - 4.800 =) 11,175,55 ευρώ.

Το Δικαστήριο τούτο, ενόψει όλων των προαναφερομένων περιστάσεων και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, το βαθμό της υπαιτιότητας του πρώτου εκκαλούντος, που είναι συγκλίνουσα με την υπαιτιότητα του άλλου προαναφερόμενου οδηγού Ε. Κ., (όχι όμως και τη συνυπαιτιότητα της θανούσας στην πρόκληση του ατυχήματος, λόγω μη επαναφοράς από τους εκκαλούντες της εν λόγω ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας αυτής, με σχετικό λόγο της υπό κρίση εφέσεως, κατά τα προαναφερθέντα), την ηλικία της θανούσας και των ανωτέρω δικαιούχων οικείων της, τις εν γένει συνθήκες του βίου της, τόσο ατομικώς όσο και σε σχέση με τους ενάγοντες, καθώς επίσης, την κατά τα ειδικότερα προεκτιθέμενα, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, αλλά και το έντονο ψυχικό άλγος και την οδύνη, που υπέστησαν οι ενάγοντες από το βίαιο και αδόκητο θάνατό της, σε συνδυασμό και με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με τη θανούσα, που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, όσον αφορά τους τρεις πρώτους ενάγοντες και τη σχέση μνηστείας με αμοιβαία υπόσχεση γάμου, όσον αφορά τον τέταρτο ενάγοντα, κρίνει ότι για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, που αυτοί υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., η οποία, πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, για καθένα μεν από τους δύο πρώτους ενάγοντες, γονείς της, σε 56.000 ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα, αδελφή της, σε 38.000 ευρώ και για τον μνηστήρα της σε 17.000 ευρώ.

Τα ανωτέρω ποσά κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, σε 100.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, γονείς της θανούσας, σε 70.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα, αδελφή της και σε 30.000 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, μνηστήρα της, έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ιδίως δε περί την εκτίμηση των προσδιοριστικών της ψυχικής οδύνης, στοιχείων και επομένως ο κρινόμενος συναφής δεύτερος λόγος της από 10-9-2014 έφεσης των εκκαλούντων, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος.

Περαιτέρω, με τις νόμιμα κατατεθείσες από 10-02-2022 προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι εκκαλούντες - τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, προτείνουν, όπως ορθώς εκτιμάται ο σχετικός ισχυρισμός τους, ένσταση απόσβεσης της ένδικης αξίωσης των εναγόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης [η οποία (αξίωση) και μόνο ερευνάται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην παρούσα δίκη], επικαλούμενοι ότι η συνεναγομένη τους ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", όπου ήταν ασφαλισμένο το άνω ζημιογόνο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εκκαλούσας, κατέβαλε στις 30-11-2015, τα επιδικασθέντα για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσά των 50.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, των 35.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και των 15.000 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, πλέον τόκων. Η ένσταση αυτή παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 περ. 2 Κ.Πολ.Δ.

προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (07-3-2014) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδαφ. α' του ΑΚ..Περαιτέρω, η ένσταση αυτή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, καθόσον από την εξώδικη ομολογία των εναγόντων - εφεσίβλητων, που περιέχεται στη από 06-5-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...

αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου ….., η οποία στρέφεται, πλην άλλης, και κατά της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", την οποία (αγωγή) νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες, προκύπτει, όπως άλλωστε δεν αμφισβητούν ειδικά στην παρούσα δίκη οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, ότι η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο με αριθμό κυκλοφορίας ....

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τετάρτης εναγομένης, το οποίο οδηγούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος ο τρίτος εναγόμενος, κατέβαλε στις 30-11-2015 στους ενάγοντες - εφεσίβλητους τα επιδικασθέντα σε βάρος της και υπέρ των τελευταίων, για τη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσά των 50.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, των 35.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και των 15.000 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα.

Επομένως, η εκπλήρωση της οφειλής, του, κατά τα άνω ποσά, επιδικασθέντος κεφαλαίου, με καταβολή τους από την ανωτέρω εις ολόκληρο συνοφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία, που έγινε με σκοπό την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης των εναγόντων- εφεσίβλητων, έχει αντικειμενική ενέργεια, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς η καταβολή αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης των εναγόντων - δανειστών και έναντι των υπόλοιπων εις ολόκληρον συνοφειλετών, όπως είναι και οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων - εκκαλούντες, κατ' ίσο, με την ανωτέρω γενόμενη καταβολή, μέρος.

Κατά συνέπεια, η ως άνω καταβολή από την προαναφερομένη εις ολόκληρον συνοφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία, απαλλάσσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδαφ. α' του Α.Κ., τους εκκαλούντες - τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, από την ανωτέρω επιδικασθείσα σε βάρος τους οφειλή και υπέρ των εναγόντων, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά ίσα ποσά με τα ανωτέρω καταβληθέντα στους τελευταίους και επομένως ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, για την προαναφερομένη αιτία, το ποσό των 6.000 ευρώ ( ήτοι 56.000 - 50.000), σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, των 3.000 ευρώ ( ήτοι 38.000 - 35.000) στην τρίτη ενάγουσα και των 2.000 ευρώ (ήτοι 17.000 - 15.000) στον τέταρτο ενάγοντα.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 10.9.2014 (αριθμός καταθέσεως 5854/2014) έφεση κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1733/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κεφάλαιο που προαναφέρθηκε.

Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί, κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία, η ένδικη από 10-09-2013 αγωγή, όσον αφορά τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων, πρέπει ακολούθως αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί ότι ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στους ενάγοντες, για την προαναφερομένη αιτία και δη ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 6.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, των 3.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και των 2.000 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από τους εκκαλούντες παραβόλου εφέσεως σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διάδικης πλευράς και να επιβληθεί μέρος αυτών των εναγόντων - εφεσίβλητων σε βάρος του τρίτου και της τέταρτης των εναγομένων - εκκαλούντων ( άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. -Δέχεται κατ' ουσίαν την από 10.9.2014 (αριθμός καταθέσεως 5854/2014) έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1733/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ.), καθόσον αφορά το δεύτερο λόγο της, που αναφέρεται στο ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης.

-Εξαφανίζει την άνω υπ' αριθμ. 1733/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων και ως προς τη διάταξή της, που αφορά το ανωτέρω κεφάλαιο, του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης.

-Διακρατεί και δικάζει την από 10-12-2013 αγωγή, καθόσον αφορά το ανωτέρω κεφάλαιό της και κατά το μέρος που αφορά τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων.

-Δέχεται εν μέρει την άνω αγωγή, καθόσον αφορά το ανωτέρω κεφάλαιό της και κατά το μέρος που αφορά τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων.

-Αναγνωρίζει ότι ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των : α) έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, β) τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και γ) δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στους εκκαλούντες.

-Επιβάλλει σε βάρος του τρίτου και της τέταρτης των εναγομένων ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ. - ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ