Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment due to lack of good faith possession for 30 years.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding land ownership. The appellant, a successor to historical grazing rights, failed to prove continuous possession with good faith for the required thirty years prior to 1915. Consequently, the court upheld the public ownership of the land and rejected the claim that the appellant acquired title through prescription or adverse possession.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 104, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the presence of a proxy without the principal; if the principal is absent despite proper summons, the hearing proceeds; in this case, the appeal was rejected because the appellant failed to prove continuous possession with good faith for thirty years, thereby failing to acquire ownership through prescription.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1918 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1918/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ευγενία Προγάκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Θ. ή Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Φαρρών Αχαΐας, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Καρπουζάκη, η οποία δήλωσε ότι ο Δήμος Ερυμάνθου, ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Φαρρών, συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2062/1986 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Πατρών λόγω αρμοδιότητας, 998/1988 μη οριστική, 389/1997 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, 31/2000 μη οριστική και 547/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 25-6-2002 ανακοπή ερημοδικίας του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και εκδόθηκαν οι 811/2004, 1131/2006 μη οριστικές και 1241/2007 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-11-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 26-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1,2,104, και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο χωρίς αυτόν και δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητα του, την οποία ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ο διάδικος θεωρείται μη παριστάμενος. Στην περίπτωση δε που ο αντίδικος του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.
Αν η υπόθεση είχε αναβληθεί από το πινάκιο, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, με την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά τη δικάσιμο αυτή διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Τέλος, κατά τα άρθρα 38 παρ.1 εδ.α' και 72 παρ.1 εδ. ιγ' και ιε' του ν. 3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης" που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1/1/2011 "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή (άρθρο 58 παρ.1 εδ.α')"... "Η οικονομική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες...
αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων... αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια (άρθρο 72 παρ.1 εδ.ιγ' και ιε')".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση της οικονομικής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν αρκεί όμως για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου.
Συνεπώς, πρέπει ο Δήμαρχος που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια να διορίσει το δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ.1,2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 517/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση η από 26/11/2010 αίτηση του Δ.
Θ. για αναίρεση της 1241/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία (αίτηση αναίρεσης) στρέφεται κατά του Δήμου Φαρρών Αχαΐας και του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (2/4/2014), ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Φαρρών Αχαΐας, τον οποίο διαδέχθηκε ήδη ο Δήμος Ερυμάνθου, εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Παναγιώτα Καρπουζάκη, η οποία για την πρόσληψη της προσκομίζει απόσπασμα της 27/2.4.2012 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του ανωτέρω Δήμου.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Δήμαρχος Ερυμάνθου έδωσε στην παριστάμενη δικηγόρο ρητή πληρεξουσιότητα με τους συστατικούς τύπους που προβλέπει ο ΚΠολΔ να εκπροσωπήσει στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο και, επομένως, ο τελευταίος θεωρείται δικονομικώς απών.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Δ. Α. που προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 4/4/2012, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 18/9/2013 και στη συνέχεια για τη σημερινή δικάσιμο (2/4/2014), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο, ως προς τον οποίο, συνεπώς, θα προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί από το διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου.
Η πιο πάνω δε διάταξη, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 302/2007, ΑΠ 141/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 811/2004 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του, αναφορικά με την από 25-6-2002 ανακοπή ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την εξαφάνιση της 547/2002 εφετειακής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ανακόπτοντος και δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 389/1997 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η υπάλληλος του ανακόπτοντος Δ.
Α. Γ. παρέλαβε την από 23-10-2000 κλήση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, για τη συζήτηση της έφεσης του κατά της 389/1997 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 20-11-2001, η συζήτηση της οποίας είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 10-1-2002. Την κλήση αυτή ο Δήμαρχος, ως νόμιμος εκπρόσωπος του ανακόπτοντος, παρέδωσε στις 22-11-2001 στον Δ.
Σ., Πρόεδρο του τοπικού συμβουλίου της πρώην Κοινότητας ..., στα διοικητικά όρια της οποίας περιλαμβάνεται το επίδικο, προκειμένου να την παραδώσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο Δ. Σ. όμως την 3-12-2001 εισήχθη εκτάκτως στο ΓΠΠ Νοσοκομείο του Ρίου, όπου διαπιστώθηκε κύστη εχινόκοκκου στο δεξιό του πνεύμονα, υποβλήθηκε σε θωρακοτομή και παρέμεινε νοσηλευόμενος υπό καταστολή στην μονάδα εντατικής θεραπείας του ίδιου Νοσοκομείου, μέχρι την 8-2-2002, οπότε και αποβίωσε.
Ο τελευταίος δεν είχε παραδώσει την παραπάνω κλήση στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος, γεγονός το οποίο ο ίδιος αγνοούσε. Πιθανολογήθηκε, ότι δικαιολογημένα ο ανακόπτων πίστευε, ότι ο προαναφερόμενος Δ. Σ. θα είχε ενημερώσει το νομικό παραστάτη του και μάλιστα πριν από την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο, καθόσον υπήρξε επιμελής και σε ότι αφορά σχετικές άλλες υποθέσεις.
Το αιφνίδιο δε γεγονός της ασθένειας του και η παραμονή του σε καταστολή στη μονάδα εντατικής θεραπείας, εμπόδιζε κάθε επικοινωνία μαζί του και έτσι ανυπαίτια ο ανακόπτων, που του παρέδωσε αμέσως την κλήση για τη συζήτηση της έφεσης, δεν παρέστη κατ' αυτήν". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν λόγους ανωτέρας βίας, και κατόπιν τούτου δέχτηκε την ανακοπή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στον ανακόπτοντα, εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφαση και προχώρησε στην έρευνα της ένδικης διαφοράς.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη απόφαση του δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας, διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, την οποία ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται; (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητα τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) Στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσάΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) Στα αφιερωμένα σ' έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ). (δ) Στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα "νεκρά".
Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου "περί Ταπίων" της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε ανήκαν οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές και τα δάση εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως.
Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λιβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου.
Έτσι, κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο επί των δημοσίων γαιών μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτηθεί από ιδιώτες, στους οποίους παραχωρούνταν προς τούτο οι γαίες αυτές, ενώ η περιοριζόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο κυριότητα, παρέμενε στο Τουρκικό Δημόσιο. Εξάλλου, από τα άρθρα 1648 και 1674 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα στα ακίνητα που υπάγονταν στη κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτών ιδιώτης με χρησικτησία, διότι δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της κυριότητας η χρησικτησία.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας η άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτηση τους. Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. Κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39) 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατλ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 65 του ΕισΝΑΚ, από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ αρκεί η για μια εικοσαετία νομή με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχΰσαντος Βυζαντινορρωμαϊκου Δικαίου, ν.2 παρ. 2, Πανδ. (41.4), ν. 5, Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (13.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), για το συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στον ίδιο αυτού χρόνο, προς συμπλήρωση του πιο πάνω χρόνου που ήταν αναγκαίος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτούνταν νόμιμη αιτία, δηλαδή, ειδική ή καθολική διαδοχή.
Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1, Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20, Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκου Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει περαιτέρω, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δημόσια δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915.
Και αυτό γιατί μετά την αμέσως πιο πάνω ημερομηνία δεν ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα, όπως, ειδικότερα, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, κατά την οποία τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή στο μέλλον, ενώ, εξάλλου, αυτή που άρχισε, δεν έχει καμιά συνέπεια αν μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των τριάντα ετών, κατά τους νόμους που ίσχυαν.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει έννομη συνέπεια, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, κατά τους προϊσχύοντες νόμους.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με εκείνη του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκου Δικαίου, που προμνημονεύθηκαν, προκύπτει ότι μέχρι το χρόνο ισχύος του πιο πάνω ν.δ. του έτους 1926 τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 16.5.1926 έχει έννομες συνέπειες για τα κτήματα του Δημοσίου και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας.
Ενόψει, επομένως, του ότι η λήξη της χρησικτησίας είχε ήδη ανασταλεί από τα προγενέστερης ισχύος διατάγματα περί δικαιοστασίου από τις 12.9.1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 για να μπορεί να καταλυθεί με την έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, ενώ η μετά τη χρονολογία αυτή νομή τρίτου σε ακίνητο του Δημοσίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του, μέχρι μεν τις 15.6.1926, λόγω της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας, έκτοτε δε, λόγω του ότι τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται της χρησικτησίας (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων χωρίς βλάβη των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, και β) το άρθρο 3 του ν.
ΨΗΖ71880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Αφετέρου, από τις διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ.1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.
δικαίου, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΑΠ 730-731/2004). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά τα δάση. Περαιτέρω, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν.
της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του v. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε τη κυριότητα του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψης τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Ειδικότερα, μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης περιήλθαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: " Η επίδικη έκταση, εμβαδού τριακοσίων (300) περίπου στρεμμάτων, βρίσκεται στη θέση "..." της ευρύτερης ορεινής περιοχής με τη γενική ονομασία "Ω." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... και συνορεύει ανατολικά με λαγκάδι, δυτικά με λαγκάδι και θέση "...", νότια με λαγκάδι, πέραν των οποίων κείται βοσκότοπος φερόμενος ως ιδιοκτησία κληρονόμων Ν.
Κ. και βόρεια με βράχο. Η ίδια έκταση ανήκει στην κατηγορία των λεγομένων υποαλπικών περιοχών, αφού βρίσκεται πάνω από τα όρια ανάπτυξης του ελατοδάσους, το οποίο στη συγκεκριμένη περιοχή φθάνει μέχρι το ύψος των 1000 μέτρων, έχει δε η επίδικη έκταση μέσο υψόμετρο 1800 μέτρων και διαφορετική μορφολογία εδάφους.
Ειδικότερα αποτελείται από χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις και ημιβραχώδεις περιοχές με μικρές και μεγάλες αποκλίσεις που φθάνουν μέχρι και ποσοστό 70%. Η βλάστηση η οποία αναπτύσσεται είναι ορεινή χορτολιβαδική ποώδης και φρυγανώδης, με χαρακτηριστικά φρύγανα της όλης περιοχής τα τετράγκαθα, δεν υπάρχει δε ούτε ίχνος ξυλώδους δασικής βλάστησης.
Η ίδια περιοχή προσφέρεται μόνο για τη βόσκηση ποιμνίων. Ουδέποτε καλλιεργήθηκε, επειδή δεν υπήρχε η σχετική δυνατότητα, τόσον λόγω της μορφολογίας του εδάφους, το οποίο στη συνολική του σχεδόν επιφάνεια είναι πετρώδες, όσον και λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, που δεν ευνοούν οποιαδήποτε καλλιέργεια, αφού τους περισσότερους μήνες του χρόνου καλύπτεται από χιόνι.
Η επίδικη έκταση, ως ορεινός βοσκότοπος, που βρισκόταν στην περιφέρεια της Ελλάδας που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, στην οποία δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με χρησικτησία, ανήκε στην κυριότητα του Τουρκικού κράτους και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο αυτού, με βάση τα προαναφερόμενα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9.7.1832 Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Εξάλλου, κατά την έναρξη της ισχύος του β.δ/τος της 3/15.12.1833 αποτελούσε βοσκότοπο για την επικαρπία του οποίου δεν υπάρχει έγγραφο (ταπίον) που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας κατά το έτος 1918 μητέρας του Δ.
Θ., στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθε με ανάμειξη σ' αυτήν, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στη νομή του, της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, που αρχίζει πριν από το 1861. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η μητέρα του κατείχε και εξουσίαζε με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη την επίδικη έκταση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της Ν.
Κ. ή Ά., που πέθανε το έτος 1900, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και αναμείχθηκε. Ότι ο τελευταίος νεμήθηκε καλόπιστα το επίδικο ακίνητο από το 1880 μέχρι το 1900 που πέθανε, με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τις προηγούμενες αληθείς συγκυρίες αυτού Α.
χήρα Ζ. Ά., Δ. συζ. Σ. Λ. και Κ. χήρα Γ. Σ.. Ότι οι τελευταίες νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη από το έτος 1875 ως κληρονόμοι του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Ζ. Ά.., που πέθανε το 1875 και στον οποίο είχε περιέλθει με αγορά από τον αληθή κύριο αυτού Θ. Τ. με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Στεφ.
Στεφανόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα. Τέλος ότι πριν από το 1861 και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας νεμήθηκε καλόπιστα το επίδικο ο προαναφερόμενος Θ. Τ. Τα περιστατικά αυτά δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11.9.1915.
Είναι αληθές ότι στην επίδικη έκταση ο ενάγων έχει κατασκευάσει μετά το 1945 πλινθόκτιστη οικία, ποιμνιοστάσιο και πρόχειρο τυροκομείο και κάθε χρόνο από το μήνα Μάϊο μέχρι και τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο, που το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες, ανήρχετο με το ποίμνιο του στο επίδικο και εγκαθϊστατο σ' αυτό, έβοσκε το ποίμνιο του, χρησιμοποιούσε το ποιμνιοστάσιο για το σταυλισμό των ζώων του και το τυροκομείο για την παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων.
Τέτοιου είδους πρόχειρες κατασκευές που χρησιμοποιούνται όπως παραπάνω, υπάρχουν σε όλες τις παρόμοιες περιοχές των ορέων της χώρας και γίνονται με τη σιωπηρή συγκατάθεση του Ελληνικού Δημοσίου για την εξυπηρέτηση των κτηνοτρόφων, στην περίπτωση που οι μόνιμες κατοικίες τους βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τους ορεινούς βοσκότοπους και δεν είναι δυνατή η καθημερινή μετακίνηση τους.
Στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο και στους συνεχόμενους εκατέρωθεν αυτού βοσκότοπους, που διεκδικούνται από κατοίκους της εναγομένης κοινότητας ή ομόρων κοινοτήτων, υπάρχουν παρόμοιες εγκαταστάσεις που κατασκευάσθηκαν και χρησιμοποιούνται από άλλους ποιμένες, οι οποίοι μεταξύ τους διαχώριζαν τις εκτάσεις, που θα χρησιμοποιούσε ο καθένας για τη βόσκηση του ποιμνίου του, για να μη δημιουργούνται προβλήματα από την ανάμειξη των ζώων τους και σχετικά με την αναγνώριση τους.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η κατασκευή ποιμενικών εγκαταστάσεων με τη μορφή που ήδη έχει περιγράφει στην επίδικη περιοχή πριν από το 1945. Σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ήταν κτηνοτρόφοι και βοσκούσαν τα ποίμνια τους στην ίδια περιοχή, θα υπήρχαν οπωσδήποτε σχετικά καταλύματα που κατασκεύαζαν από κλαδιά δένδρων και ξύλα ή πέτρες για όσο καιρό παρέμεναν, τα οποία λόγω των υλικών που χρησιμοποιούσαν, καταστρέφονταν από τα χιόνια που κάλυπταν τους περισσότερους μήνες του έτους την περιοχή και δεν είχαν σταθερή θέση.
Έτσι, η διατήρηση πρόχειρων κατασκευών μόνο για τους θερινούς μήνες από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος σε επιφάνεια ελάχιστων τ.μ. δεν αποτελεί διαρκή φυσική εξουσίαση από τους τελευταίους του μείζονος ακινήτου. Αλλά ούτε και η βόσκηση των ποιμνίων τους, τους ίδιους μήνες, που δεν απαγορευόταν από το Ελληνικό Δημόσιο, στην επίδικη έκταση, έστω και μόνον από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του μέχρι και το 1915, μπορεί να θεωρηθεί ως διακατοχική πράξη, που οδηγεί στην απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη των τελευταίων.
Δεν αποδείχθηκε δηλαδή, ότι αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό, ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το 1915 βοσκούσαν σ' αυτό τα ποίμνια τους μόνον οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και όχι και οι άλλοι κάτοικοι της εναγομένης κοινότητας.
Εξάλλου, από το έτος 1938 και μεταγενέστερα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η βοσκή και στα λειβάδια και χορτολειβαδικά εδάφη δεν θεωρείται πράξη νομής. Σε σχέση με την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και ειδικότερα των απωτέρων και απωτάτων, που φέρονται ότι κατείχαν το επίδικο ακίνητο μέχρι και την 11.9.1915 θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Σύμφωνα με τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους κυριότητας αυτού, δηλαδή το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Στεφάνου Στεφανόπουλου και το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Ε. Κονταρή, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβιβάσθηκε στους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος λόγω πωλήσεως "μια ιδιόκτητη στρούγκα", χωρίς καμία απολύτως αναφορά σε εδαφική έκταση, ενώ με την αγωγή διεκδικεί ακίνητο επιφάνειας 300 στρεμμάτων.
Στα συμβολαιογραφικά όμως αυτά έγγραφα, των οποίων ας σημειωθεί δεν προσκομίζονται τα πρωτότυπα, ώστε να είναι δυνατή και η έρευνα της γνησιότητας τους, δεν συμβάλλεται το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον η επίδικη έκταση ανήκει στην κυριότητα του, ως δημόσια γη, που ανήκε στην κυριότητα του τουρκικού κρότους και περιήλθε σ' αυτό, ως διάδοχο του τελευταίου δικαιώματι πολέμου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ούτε άλλωστε αναφέρεται σ' αυτά και ο τρόπος με τον οποίο απέκτησαν την κυριότητα οι μεταβιβάζοντες αυτήν πωλητές.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη νομή. Ο τρόπος αυτός φυσικής εξουσίασης με βοσκή από τους κτηνοτρόφους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, δεν ενείχε χρησιδεσποτεία στην ένδικη βοσκήσιμη δημόσια γη, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε απωλεσθεί η κυριότητα σε μεγάλο τμήμα των δημοσίων ακινήτων.
Εξάλλου η πεποίθηση τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα τους, ενισχύεται και από το γεγονός ότι. τούτο απείχε πολλά χιλιόμετρα από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους και των επαγγελματικών ενασχολήσεων τους, αφού παράλληλα στον τελευταίο αυτό τόπο (της μόνιμης κατοικίας) καλλιεργούσαν όλο το χρόνο και αγρούς, αποτελούσε δε τη βάση των δραστηριοτήτων τους, σε αντίθεση με το επίδικο, που λόγω της εδαφικής του διαμόρφωσης και της χλωρίδας, προσφερόταν για την κάλυψη των αναγκών βόσκησης των ποιμνίων τους μόνον τους θερινούς μήνες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη κοινότητα κατ' εφαρμογή των άρθρων 103 του ΝΔ/τος 86/1969 και 3 παρ. 1 του ΑΝ 875/1937 επέβαλε δικαιώματα βοσκής σε όσους έκαναν χρήση των βοσκοτόπων της επίδικης έκτασης, απαγόρευσε τη βόσκηση για ορισμένα χρονικά διαστήματα και καθόριζε την ημερομηνία έναρξης της βοσκής, συνέταξε δε χρηματικό κατάλογο για την πληρωμή κοινοτικού φόρου δικαιώματος βοσκής για το έτος 1968.
Τότε κάτοικοι της εναγομένης κοινότητας, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, προσέφυγαν κατά της τελευταίας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και ζήτησαν να αναγνωρισθούν προσωρινά κάτοχοι της επίδικης έκτασης. Η αίτηση του ενάγοντος έγινε δεκτή, αλλά ακολούθως απορρίφθηκε μετά την άσκηση ανακοπής ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών και με σχετική απόφαση αυτού.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την παραπάνω αίτηση του ο ενάγων ισχυριζόταν ότι η επίδικη έκταση έχει επιφάνεια 400 στρεμμάτων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το Δασαρχείο Πατρών με το 4679/1949 έγγραφο του προς την εναγομένη κοινότητα ανέφερε μεταξύ άλλων "...άπαντα τα δάση της περιοχής ... είναι δημόσια και ως τοιαύτα διαχειρίζονται υπό της καθ' ημάς δασικής υπηρεσίας.
Το δικαίωμα βοσκής των δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και μη πεδινών χορτολειβαδίων, εφόσον δεν τυγχάνουν απαγορευμένα υπό της δημόσιας δασικής υπηρεσίας και της τυχόν εκμισθώσεως της βοσκής πρόσοδοι περιήλθαν εις τας κοινότητας δυνάμει του υπ' αριθμ. 3 παρ. 1 ΑΝ 875/1937. Κατόπιν των ανωτέρω οι εν τω 89/1949 εγγράφω σας αναφερόμενοι, Ζ.
Ά. ή Λ......ουδέν απολύτως δικαίωμα έχουν επί των δασωδών και γυμνών θερινών χορτολειβαδίων, αλλά μόνον επί των καλλιεργούμενων και εν αγραναπαύσει αγρών των". Έτσι αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση και δεν αναγνώρισαν δικαιώματα κυριότητας στην ενάγοντα. Ειδικότερα σε σχέση με τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους του ενάγοντος θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Όπως ήδη έχει αναφερθεί, με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Σ. Στεφανόπουλου και το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών, μεταβιβάσθηκε στους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος "μια ιδιόκτητη στρούγκα", η οποία συνορεύει με λαγγάδια και με βράχο.
Όπως δε έχει αναφερθεί με την αγωγή ζητεί να αναγνωρισθεί κύριος 300 στρεμμάτων περίπου και με την παραπάνω αίτηση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ακινήτου 400 στρεμμάτων. Είναι σαφές από τα παραπάνω περιστατικά ότι οποιοσδήποτε προσδιορισμός της επίδικης έκτασης από τον ενάγοντα ως προς τα όρια και την επιφάνεια αυτής είναι αυθαίρετος.
Ούτε η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που διατάχθηκε με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση για την επιφάνεια και τα όρια του επιδίκου ακινήτου, παρά τις διευκρινήσεις του τελευταίου κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
Και τούτο, επειδή ήταν αδύνατη η εφαρμογή επί του εδάφους των παραπάνω τίτλων του ενάγοντος αφού δεν υπήρχαν σταθερά όρια, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για την εφαρμογή αυτή, αλλά οποιαδήποτε όρια υποδείχθηκαν στον πραγματογνώμονα από τον τελευταίο. Εξάλλου δεν αιτιολογεί ο ίδιος πως η αναφερόμενη στα παραπάνω συμβόλαια "στρούγκα" αποτελεί έκταση 300 περίπου στρεμμάτων με βάση τους ίδιους τίτλους και συνεπώς το συμπέρασμα του, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς, είναι ατεκμηρίωτο ως επιστημονική γνώση και δεν παρέχει τη δυνατότητα εξαγωγής οποιασδήποτε απόδειξης για το θέμα που διατάχθηκε.
Σε διαφορετική κρίση ως προς την έλλειψη καλόπιστης νομής από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος επί τριάντα συνεχή χρόνια πριν από την 11.9.1915 δεν μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αποφάσεις της Δευτεροβάθμιας Φορολογικής Επιτροπής Περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Πατρών, με τις οποίες ακυρώθηκαν αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής μετά την άσκηση εφέσεων από κατοίκους της κοινότητας ..., που αφορούσαν στην εγγραφή τους σε βεβαιωτικούς καταλόγους αυτής για τη χρήση συνεχόμενων βοσκοτόπων του επιδίκου.
Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι η παραπάνω Επιτροπή με μια τυπική αιτιολογία έκρινε αν οι εκκαλούντες βόσκησαν τα ποίμνια τους σε δικούς τους βοσκότοπους ή της κοινότητας, χωρίς να προκύπτει αν πρόκειται, σ' ότι αφορά τους δικούς τους βοσκότοπους (ιδιόκτητους), περί των ομόρων του επιδίκου ή επρόκειτο για ακίνητα που βρίσκονται σε άλλη περιοχή και δεν αμφισβητείται η κυριότητα τους.
Περαιτέρω δεν μπορεί να συναχθεί δικαστικό τεκμήριο για την καλόπιστη νομή των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους από τον τελευταίο, που αναφέρονται σε αγοραπωλησίες στην επίδικη περιοχή και κατά κύριο λόγο πριν από το 1915 που έχει έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, καθόσον βρίσκονται μακριά από το επίδικο, σε χαμηλότερο υψόμετρο από αυτό και έχουν καταρτισθεί μεταξύ ιδιωτών, χωρίς να συμβάλλεται σ' αυτόν το Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ανήκε η ευρύτερη περιοχή και συνεπώς από τις μεταβιβαστικές αυτές της κυριότητας πράξεις δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη άσκηση νομής σ' αυτές και άρα και του επιδίκου με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά και αφού δεν αποδείχθηκε συνεχής καλόπιστη νομή των απωτέρων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο επί τριάντα χρόνια μέχρι και την 11.9.1915 και δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι η βοσκή των ποιμνίων τους, η κατασκευή πρόχειρων ποιμενικών εγκαταστάσεων, αλλά και η ύπαρξη κάποιων τίτλων, δεν ενεργοποίησε υπέρ των κατόχων τους το θεσμό της κτητικής χρησικτησίας, όπως προεκτέθηκε, δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ο ενάγων με τον επικαλούμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, με την προσμέτρηση στη νομή του της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη έκταση ως ορεινός βοσκότοπος στην περιφέρεια της Ελλάδας, που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, στην οποία δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με χρησικτησία, από δε τις 15-12-1833 αποτελούσε βοσκότοπο για την επικαρπία του οποίου δεν υπάρχει έγγραφο (ταπίον), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας, ότι δεν αποδείχτηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσειόντος επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11-9-1915, ότι οι δικαιοπάροχοι του αυτοί μόνο μετά το 1945 διατηρούσαν πρόχειρες κατασκευές σε σχέση τη βόσκηση των ποιμνίων τους μόνο για τους θερινούς μήνες, χωρίς όμως να αποδειχθεί η καλή πίστη των τελευταίων, ότι δηλαδή αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Δήμος και Ελληνικό Δημόσιο, αντίστοιχα, διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση και δεν αναγνώρισαν δικαιώματα κυριότητας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και του άρθρου 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθεν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι το επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε επί Τουρκοκρατίας ως βοσκότοπος δημόσια γη, περιήλθε δικαιώματι πολέμου στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, ότι δεν αποδείχθηκε συνεχής νομή με καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος επί τριάντα χρόνια μέχρι την 11-9-1915 και ότι έτσι δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι η βοσκή των ποιμνίων τους, η κατασκευή πρόχειρων ποιμενικών εγκαταστάσεων, αλλά και η ύπαρξη κάποιων τίτλων δεν ενεργοποίησε υπέρ των κατόχων τους το θεσμό της κτητικής χρησικτησίας και ότι ο αναιρεσείων δεν κατέστη συγκύριος του επίδικου ακινήτου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοι του δεν απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού.
Επομένως, οι συναφείς τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/11/2010 αίτηση του Δ. Θ. για αναίρεση της 1241/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ