Legislator Case Law & Legislation
1918/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559 grounds as facts were already substantively reviewed by lower court.

Case Number 1918/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by the appellants against the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court distorted evidence and failed to consider specific documents and photographs regarding the width of the disputed passage. The court rejected these claims because the lower court had already examined the substantive facts and explicitly stated it considered all submitted evidence.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if the lower court's decision on the substantive facts is not subject to review, as such arguments merely reiterate the original case's factual disputes.

Keywords

AI generated
Article 559 Code of Civil Procedure distortion of document content substantive fact review inadmissible appeal grounds property dispute passage width

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1918 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1918/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

A. Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Παπασπύρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2α) Ψ1, β) Ψ2 και γ) Ψ3, ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμων της αρχικώς εναγομένης Ψ, κατοίκων ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γάτσο.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Ψ1, 2α) Ψ1, β) Ψ2 και γ) Ψ3, ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμων της αρχικώς εναγομένης Ψ, κατοίκων ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γάτσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1 και 2. Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Παπασπύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Αυγούστου 1996 αγωγή του Α και της πρώτης εκ των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/1997 του ιδίου Δικαστηρίου,1037/1998 μη οριστική και 651/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 1035/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ως άνω διάδικοι με τις από 7 Φεβρουαρίου 2005 και 25 Ιουλίου 2005 αιτήσεις των ως και των από 14 Μαρτίου 2007 προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων (κυρίων και προσθέτων) και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 7-2-2005 και 25-7-2005 αιτήσεις αναιρέσεως των Ψ1 κ.λ.π. και Χ1 κ.λ.π. αντιστοίχως, και οι από 14-3-2007 πρόσθετοι λόγιο αναιρέσεως των πρώτων για αναίρεση της αυτής υπ' αριθμ. 1035/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους υπάρχουσας πρόδηλης συνέπειας, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης, αλλά και επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων.

Ι. Επί της από 7-2-2005 αιτήσεως αναιρέσεως των Ψ1 κ.λ.π.

Κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Με βάση τη διάταξη αυτή, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από αυτό που πραγματικά υπάρχει σ' αυτό (Α.Π. 953/1991 Δνη 33.784).

Η παραμόρφωση δε είναι νοητή μόνο στα αποδεικτικά έγγραφα και όχι στους ισχυρισμούς των διαδίκων (Α.Π. 326/1992 Δ 23.805). Δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το σφάλμα αναφέρεται στην εκτίμηση τού περιεχομένου, γιατί τότε πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στη περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 394/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ κύριο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, που δέχθηκε εν μέρει αγωγή των αναιρεσίβλητων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί της εκεί περιγραφομένης εδαφικής λωρίδας και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να άρουν απ' αυτή τις προσβάλλουσες την ιδιοκτησία τους εγκαταστάσεις, την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των α) ......

συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Πατρών Σωτηρίου Διαμαντοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου και β) 395/17.11.1933 Πρακτικών του Ειρηνοδικείου Δύμης "από τα οποία απεδεικνύετο, ότι οι αναιρεσίβλητες ουδέποτε είχαν δικαίωμα κυριότητας επί της επιδίκου εδαφικής λωρίδας, αλλά μόνον δικαίωμα χρήσεως και οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως".

Με το περιεχόμενο τούτο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εγγράφων τούτων, προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν υπάρχον διαγνωστικόν λάθος (Α.Π. 394/2006), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα αυτά, αλλά συνεκτιμώντας αυτά μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω, απορριπτέος κατά κύριο μεν λόγο ως αόριστος είναι και ο από τον αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί μη λήψεως υπόψη, προκειμένου να καθορισθεί το μήκος της επίδικης εδαφικής λωρίδας σε 8 μ. και όχι σε 6,65 μ., όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, των α) από του μηνός Μαρτίου 1980 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού ......

και β) της τεχνικής έκθεσης των διπλωματούχων πολιτικών μηχανικών ...... και ......, διότι δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ο τρόπος κατά τον οποίον έγινε η επίκληση των περί ών πρόκειται εγγράφων στο δικαστήριο της ουσίας. Ανεξαρτήτως δε τούτου και σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος διότι από τη ρητή αναφορά του Εφετείου, ότι ελήφθησαν υπόψη "και τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο επί του ιδίου αριθμού και άρθρου (11, 559 ΚΠολΔ) στηριζόμενος τρίτος και τελευταίος κύριος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον για τον καθορισμό του μήκους της επίδικης διόδου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του μη επικληθέντα και μη προσκομισθέντα τοπογραφικά διαγράμματα των αναιρεσιβλήτων.

Και τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα τοπογραφικά αυτά διαγράμματα. Σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι από τη ανωτέρω μνημονευθείσα ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου περί λήψεως υπόψη όλων των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων καλύπτεται και η επικαλούμενη έλλειψη.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση αιτιάσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι εσφαλμένως εδέχθη "εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα των ιδίων και των αναιρεσιβλήτων περί την επίδικη εδαφική λωρίδα και όχι απόλυτη και αποκλειστική κυριότητα αυτών".

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι άπτεται της ουσιαστικής κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκου δικαίου (ν. 18§§3 και 42 πανδ. 41.2, ν. 7§5 πανδ. 10.3 και ν. 3 κωδ. 7.34) και αυτές των αρθρ. 787, 980, 981, 1113 Α.Κ.

και 43 του Εισ. Ν. Α.Κ, ο ένας των συγκοινωνών δεν μπορεί, κατέχοντας το κοινό πράγμα, να αντιτάξει κατά των άλλων την έκτακτη χρησικτησία ή την αποσβεστική παραγραφή πριν να τους γνωστοποιήσει ρητώς ή με πράξεις του που φανερώνουν την τέτοια βούληση του, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ως μοναδικός κύριος του (ΟΛΑΠ. 485/1982 ΝοΒ 31-55, ΑΠ. 284/1992 ΝοΒ 41-708, ΑΠ. 25/1990 Δνη 32-348, ΑΠ 953/1990 Δνη 32-990, ΑΠ. 513/1987 ΝοΒ 36-1211, ΑΠ. 1210/1987 ΝοΒ 36-1441).

Εξάλλου, κατά το αρθρ. 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος αυτού, κατά δε το αρθρ. 1042 του ιδίου κώδικα ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.

Τέλος, κατ' αρθρ. 1044 εδ. α Α.Κ., η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της απόκτησης της νομής. Δεν είναι καλόπιστος, γιατί βαρύνεται με βαριά αμέλεια, αυτός που "απέκτησε" ακίνητο παραλείποντας να ελέγξει τα βιβλία μεταγραφών περί των δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων του μεταβιβάζοντος (ΑΠ. 453/1975 ΝοΒ 23-1233, ΑΠ. 1071/1973, ΝοΒ 22-757).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.

ΑΠ 24/1992). Στην περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που έκρινε επί της αναφερόμενης στη δεύτερη των ανωτέρω σκέψεων αγωγής και κατέληξε στο εκεί, επίσης, αναφερόμενη διαγνωστικό πόρισμα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι αρχικοί ενάγοντες και οι αρχικοί εναγόμενοι είναι κύριοι όμορων ακινήτων, που βρίσκονται στην ......

του Δήμου ...... . Τα άνω ακίνητα παλαιότερα ήταν ενιαία ιδιοκτησία, αποτελούμενη από ένα οικόπεδο με την επ' αυτού ανώγεια οικία με συνεχόμενο προαύλιο και συνεχόμενη χαμώγεια οικία, που συνόρευε με δρόμο, οικόπεδο κληρονόμων Β και οικία Γ. Το 1/2 εξ αδιαιρέτου της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας ανήκε στον Δ και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Ε.

Το άνω ποσοστό του επί του ακινήτου ο Δ μεταβίβασε, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...... προικοσυμβολαίου του συμ/φου Δύμης Νικολάου Κοντοπούλου, που μεταγράφηκε νομίμως, στον Ψ2, ο οποίος επρόκειτο να τελέσει γάμο με την κόρη του Χ1. Το έτος 1931 οι Ψ2 και Ε, δυνάμει του υπ' αριθμ. ......συμβολαίου του συμβ/φου Πατρών Σωτηρίου Διαμαντοπούλου, που μεταγράφηκε νομίμως, διένειμαν το άνω ακίνητο, του οποίου ήσαν συγκύριοι και από τη διανομή έλαβαν, ο μεν πρώτος, το προς ανατολάς διαμέρισμα της άνω οικίας, αποτελούμενο από δύο δωμάτια και το ανάλογο προαύλιο, που συνόρευε με οικία κληρονόμων Γ, το υπόλοιπο ακίνητο που περιήλθε στον Ε και πλατεία, ο δε δεύτερος, την υπόλοιπη οικία, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, που συνόρευε με δρόμο, πλατεία, οικόπεδο κληρονόμων Β και το υπόλοιπο ακίνητο που περιήλθε στον Ψ2.

Ο γάμος της Χ1 και του Ψ2 λύθηκε πριν από το έτος 1933 και έτσι το άνω ακίνητο που έλαβε ο Ψ2 με τη διανομή περιήλθε στην πρώην σύζυγο του, η οποία αργότερα τέλεσε γάμο με τον ΣΤ, ενώ ο Ψ2 αγόρασε από τον Ε το ακίνητο που είχε περιέλθει στον τελευταίο με τη διανομή, το οποίο, το έτος 1962, πώλησε στους αρχικούς εναγομένους Ψ1 και Ψ κατά ποσοστό 80% και το έτος 1975 πωλήθηκε και το υπόλοιπο ποσοστό στον Ψ1.

Με το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής (υπ' αριθμ. ......) συμφωνήθηκε, ότι τα δύο ως άνω μερίδια θα έχουν "κοινή είσοδο" πλάτους ενός (1) μέτρου, από το προαύλιο της οικίας του Ψ2 και προς το μέρος του οικοπέδου Β. Η εδαφική αυτή λωρίδα, μήκους 6,65 μέτρων, είχε κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς και συνόρευε βόρεια με οικόπεδο κληρονόμων Β, νότια με ιδιοκτησία Ψ2, ανατολικά με ιδιοκτησία Χ1 και δυτικά με δρόμο.

Το έτος 1933 η Χ1, επειδή είχε διαφορές με τον Ψ2 για το μεσότοιχο των οικιών, προσέφυγε στο Ειρηνοδικείο Δύμης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (17.11.1933) οι ανωτέρω και ο παρεμβάς Ε συμβιβάστηκαν και συμφώνησαν, εκτός των άλλων, ότι ο μεσότοιχος των οικιών θα φθάνει μέχρι τη μάνδρα της ιδιοκτησίας Β, αλλά θα μένει κενό προς βορράν, πλάτους ενός (1) μέτρου, όσο δηλαδή ήταν το πλάτος της άνω κοινής διόδου, για να χρησιμεύει ως είσοδος της Χ1 (βλ.

πρακτικά 395/17.11.1933). Ένα μήνα αργότερα, ήτοι τον Δεκέμβριο του 1933, η Χ1 προσέφυγε στο ίδιο Δικαστήριο κατά του Ψ2, επειδή αυτός ανήγειρε τοίχο με παράθυρα νότια της κοινής εισόδου. Οι διάδικοι συμβιβάστηκαν και πάλι και συμφώνησαν να κλείσει ο Ψ2 τα παράθυρα που άνοιξε στον τοίχο, αλλά να δικαιούται να κατασκευάσει φεγγίτη, του οποίου τα τζάμια θα ανοίγουν προς τα μέσα.

Ο τελευταίος Ψ1 παρέσχε στην αντίδικο του το δικαίωμα, αν ποτέ κατασκεύαζε εξώθυρα της προαναφερόμενης διόδου να στηρίξει αυτή επί του τοίχου του (βλ. πρακτικά 411/8.12.4933). Τέλος, η Χ1 προς το ανατολικό τμήμα της άνω διόδου κατασκεύασε πριν από το έτος 1940 τσιμεντένια σκάλα 12 περίπου σκαλοπατιών. Τα παραπάνω εγένοντο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προς υποβοήθηση και διευκόλυνση της συγκυριότητας και σύννομης της Χ1 επί της κοινής διόδου.

Ειδικότερα, το άνοιγμα των παραθυρόφυλλων προς τα έξω προφανώς θα εμπόδιζε την Χ1 να ενεργήσει πάνω στη δίοδο, λόγω της προαναφερόμενης στενότητας της [πλάτος ενός (1) μέτρου], ακώλυτη διέλευση, που ήταν η μόνη δυνατή πράξη νομής, η δε κλίμακα, η οποία κατέληγε σε μικρή ταράτσα της ανώγειας οικίας, ήταν αναγκαία για την άνοδο και είσοδο της στην οικία.

Άλλωστε, η Χ1 ασκώντας το δικαίωμα προσφυγής, κατά τα ανωτέρω, δεν επικαλέσθηκε δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας και νομής επί της διόδου, αλλά δικαίωμα ακώλυτης διέλευσης και μόνο, το οποίο απέρρεε από το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής και είχε προσβληθεί παράνομα. Αναφορά τέτοιων δικαιωμάτων αποκλειστικής κυριότητας και νομής δεν έγινε ούτε στα πρακτικά συμβιβασμού.

Εξάλλου, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, ότι εξεδήλωσε ποτέ τη βούληση της να νέμεται εξολοκλήρου την κοινή δίοδο για τον εαυτό της και γνωστοποίησε τη βούληση της αυτή, αν υπήρχε, με οποιοδήποτε τρόπο στον άλλο συννομέα. Αποδείχθηκε, ακολούθως, ότι το έτος 1963 η Χ1 μεταβίβασε το ακίνητο της, περιλαμβανομένης και της άνω εδαφικής λωρίδας, αιτία δωρεάς, στο σύζυγο της ΣΤ, δυνάμει του υπ' αριθμ. ......

συμβολαίου του συμβ/φου Δύμης Νικολάου Γρηγοροπούλου, που μεταγράφηκε νομίμως. Ο τελευταίος, δυνάμει των υπ' αριθμ. ...... και ...... συμβολαίων, του συμβ/φου Δύμης Νικολάου Κοντοπούλου, μεταβίβασε το άνω ακίνητο, περιλαμβανομένης και της διόδου, στους υιό του Α (αρχικό ενάγοντα) και εγγονή του Χ2 (δεύτερη ενάγουσα) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Οι ενάγοντες και ο άμεσος δικαιοπάροχος τους διέρχονταν από τη δίοδο για να μεταβαίνουν στην οικία τους έως το 1980 που αυτή καταστράφηκε. Το Δικαστήριο τούτο κρίνει, ότι οι ανωτέρω δεν ήταν καλόπιστοι κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, γιατί βαρύνονται με βαριά αμέλεια, αφού "απέκτησαν" εξολοκλήρου και την επίδικη εδαφική λωρίδα, παραλείποντας να ελέγξουν τα βιβλία μεταγραφών περί των δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων των μεταβιβαζόντων.

Εάν προέβαιναν στον έλεγχο ευχερώς θα διαπίστωναν, ότι στο μνημονευόμενο συμβόλαιο διανομής (υπ' αριθμ. 2053/1931) του απώτερου δικαιοπαρόχου τους εγένετο ρητή μνεία της επίδικης, ως κοινής διόδου. Επομένως, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων και οι τελευταίοι δεν απέκτησαν αποκλειστική κυριότητα και συγκυριότητα (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) αντιστοίχως επί της επίδικης διόδου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία).

Αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, αφού για την έναρξη της απαιτείται αντιποίηση της νομής από τον ένα συννομέα για τον εαυτό του και γνώση της αντιποίησης από τον άλλο συννομέα, που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν, και επιπλέον βέβαια πάροδος του αναγκαίου, κατά το αρθρ. 1045 Α.Κ., χρόνου εικοσαετούς νομής.

Κατ' ακολουθίαν, οι αρχικοί ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι της επίδικης κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η επίδικη λωρίδα έχει πλάτος 2 μετρ. και μήκος 8 μετρ. δεν αποδείχθηκε και αναιρείται κυρίως, σε σχέση με το πλάτος της, από τα προαναφερόμενα υπ' αριθμ. ......, ......, ......

και ...... συμβόλαια, καθώς και τα υπ' αριθμ. ...... πρακτικά του Ειρηνοδικείου Δύμης, στα οποία το πλάτος προσδιορίζεται στο ένα (1) μέτρο. Εξάλλου, σε σχέση με το μήκος της διόδου, αναιρείται ιδίως από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους ίδιους τοπογραφικά διαγράμματα της ιδιοκτησίας τους, στα οποία το μήκος δεν υπερβαίνει τα 6,65 μέτρα.

Αποδείχθηκε, τέλος, ότι οι εναγόμενοι το έτος 1990 κατεδάφισαν την παλαιά οικία τους και ανήγειραν νέα με εξώστες. Με τον εξώστη που κατασκεύασαν στο βόρειο τοίχο της οικίας τους, που συνορεύει με την επίδικη δίοδο, δεν επεκτάθηκαν σ'αυτή και συνεπώς δεν προσέβαλαν με διατάραξη τη συγκυριότητα των εναγόντων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και αφού έκρινε βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας τους αρχικούς ενάγοντες συγκυρίους κατά ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, ενώ απέρριψε αυτήν ως προς το μήκος και πλάτος της επίδικης εδαφικής λωρίδας.

Κρίνοντας έτσι (το Εφετείο) δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, αλλά και διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, πέμπτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Απορριπτέοι, επίσης, ως αβάσιμοι είναι και οι τέταρτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη τη μομφή, ότι α) παρότι, παρά την αναφορά σ'αυτήν ότι ελήφθησαν υπόψη "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", δεν ελήφθησαν υπόψη 1) η 35/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δύμης, που αναγνωρίζει τους αναιρεσείοντες προσωρινούς νομείς οικοπέδου 75 μ2, χωρίς στο ανατολικό του όριο να μνημονεύεται, έστω και εν μέρει, η επίδικη εδαφική λωρίδα είτε συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, είτε αποκλειστικής αυτών κυριότητας, 2) η σχετική επί της αποφάσεως αυτής αίτηση αναιρέσεως, 3) η 832/1986 απόφαση του Εφετείου Πατρών με ταυτόσημη, όπως και η 35/1980, περιγραφή του ιδίου οικοπέδου και 4) η 99/1996 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δύμης και β) δεν ελήφθη παντελώς υπόψη η από 1.9.1998 ιδιόγραφη διαθήκη του εκ των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων Α, στην οποία δεν αναφέρεται ως όριον νοτίως της ιδιοκτησίας τους εκ της διαθήκης, έστω και εν μέρει, το επίδικο, το οποίον θα συνέβαινε αν υπήρχε συγκυριότητα.

Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο αυτού μέρη (α' και β') πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η σχετική ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι έλαβε υπόψη "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", χωρίς να είναι αναγκαία η κατ' ιδίαν απαρίθμηση τούτων, αναμφίβολα, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ελήφθησαν υπόψη και αυτά τα έγγραφα.

Περαιτέρω, και ως προς τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο, ο τρόπος κατά τον οποίον έγινε στο δικαστήριο της ουσίας η νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου της επικαλούμενης ομολογίας αναφορικά με το μήκος (σε οκτώ μέτρα) της επίδικης εδαφικής λωρίδας.

Τέλος και κατόπιν της τελευταίας αυτής απορρίψεως είναι αλυσιτελής και εντεύθεν απορριπτέος αφ' ενός μεν ο εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως περί παραβιάσεως της αποδεικτικής δυνάμεως της ομολογίας αυτής, αφ' ετέρου δε ο εκ του αρ. 8 του ιδίου άρθρου τελευταίος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως περί μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο του ουσιώδους αυτού περί ομολογίας ισχυρισμού ως "πράγματος".

ΙΙ. Επί της από 25.7.2005 αιτήσεως των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της ιδίας, ως άνω, αποφάσεως (1053/2004 του Εφετείου Πατρών).

Οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατ' εκτίμηση των εκεί αναφερομένων υπό την επίκληση αιτιάσεων από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη τη μομφή, ότι κακώς δέχθηκε αυτούς ως συγκυρίους κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, απορρίπτοντας, έτσι, κατ' ουσίαν την επί του άρθρου 1045 Α.Κ.

ερειδομένη βάση της αγωγής τους περί κτήσεως κυριότητας εκ μέρους τους επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι βάλλει ευθέως κατά της εκ των πραγμάτων κρίσεως του δικάσαντος Εφετείου, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Άλλωστε, και με βάση τις παραδοχές της, όπως αυτές αναλυτικά εκτίθενται στη δεύτερη των παραπάνω σκέψεων, η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ. και διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Ενόψει όλων αυτών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον άπτονται της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σε κάθε δε περίπτωση αποτελούν επιχειρήματα (πραγματικά), που, όπως ελέχθηκε, εκφεύγουν της εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως (αριθ. 8 αριθ. 559 ΚΠολΔ), α) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον το δικάσαν Εφετείον δεν έλαβε υπόψη παραδεκτώς τον προαταθέντα και επικληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί διενέργειας εκ μέρους τους πράξεων νομής διανοία κυρίου επί της επιδίκου διόδου και β) ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον οι αναιρεσείουσες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, αναφορικά με το πλάτος της επίδικης διόδου, ότι, έπρεπε να είναι δύο και όχι ένα μέτρο, ώστε να διέρχεται απ' αυτήν έμφορτο ζώον.

Τέλος, και όσον αφορά τους τρίτο και τέταρτο (κατά το δεύτερο μέρος) λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης, ότι δεν έλαβε υπόψη, παρά την παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους α) τα υπ' αριθμ. 395 και 411 του έτους 1933 Πρακτικά Συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Δύμης, με το πρώτο των οποίων, επί διενέξεως των δικαιοπαρόχων τους, αυτοί καθόρισαν αφενός μεν τον τρόπο κατασκευής ενός μεσότοιχου διαχωριστικού των οικιών τους, αφ'ετέρου δε και το τμήμα της επιδίκου διόδου, που συμφωνήθηκε, ότι ανήκε στους δικαιοπαρόχους τους, διότι αποτελούσε είσοδο στην ανώγειο οικία τους, με το δεύτερο δε οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων υποχρεώθηκαν να κλείσουν στην αναγειρόμενη οικοδομή τους τα ανοιγέντα προς την επίδικη δίοδο παράθυρα και β) μία παλαιά, προ 50 ετών, φωτογραφία, που απεικόνιζε την επίδικη λωρίδα με πλάτος, απ' ότι φαινόταν δύο μέτρα, την επ' αυτής κλίμακα ανόδου στην οικία τους, που ήταν και η μοναδική είσοδος, τη πόρτα του υπόγειου σταύλου τους και τη δεξιά τοιχοποιΐα της οικίας των αντιδίκων, αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη, ότι ελήφθησαν υπόψη "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της (για τα δύο, μάλιστα, Πρακτικά, γίνεται εκεί και ειδική μνεία στο 6ο φύλλο), αναμφίβολα προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγους αναιρέσεως (κυρίου ή πρόσθετου) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει : α) την από 7-2-2005 αίτηση αναιρέσεως και β) τους από 14-3-2007 πρόσθετους λόγους των Ψ1, κ.λ.π., καθώς, επίσης, και γ) την από 25-7-2005 αίτηση των Χ2 κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1035/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε κάθε μία των ανωτέρω αιτήσεων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ