Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove service of summons to absent defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the respondent failed to appear or be represented at the hearing. The appellant, a public fund, attempted to prove service via a sworn statement but failed to provide specific details about the document or the summons itself. Consequently, the court could not verify that the respondent was properly notified, rendering the proceedings void.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2, 4 and 576 §§ 1-3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court cannot ascertain whether the absent party was validly summoned to the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1917 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1917/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (ΤΜΕΔΕ), το οποίο αποτελεί καθολικό διάδοχο του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων" (ΕΤΑΑ), κατά την Διεύθυνση Δ' Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του τομέα ΤΣΜΕΔΕ, ως με την σειρά του καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Δ. (πρώην Χ.) του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-05-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-09-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον ΝΠΙΔ. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1 και 2 και 576 §§ 1 ως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή μη της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1211/2021, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1130/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 119/2019).
Επίσης, με το άρθρο 568 §§ 1, 2 και 4 ΚΠολΔ ορίζεται ότι για να προσδιοριστεί δικάσιμος, ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, προσάγει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου επικυρωμένο αντίγραφο της αναίρεσης, ότι η γραμματεία του Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση αυτήν στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει το αρμόδιο τμήμα, και ο Πρόεδρος του τμήματος με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναίρεσης ορίζει δικάσιμο, την προθεσμία που πρέπει να επιδοθεί η κλήση για συζήτηση, καθώς και εισηγητή αρεοπαγίτη, ότι, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, και ότι, αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, για να είναι νόμιμη η από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για την ορισθείσα από τον πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο, δεν αρκεί μόνο η επίδοση κλήσης προς συζήτηση, αλλά είναι αναγκαία η προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) επίδοση νόμιμα και εμπρόθεσμα και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε (Α.Π. 1603/2024, Α.Π. 477/2023).
Περαιτέρω, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 1-7-2022 ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Κυπριακή Δημοκρατία, ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/1784 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος, κατά το άρθρο 29 § 1 αυτού, υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών, για τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, κάθε άλλης διάταξης που περιλαμβάνεται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και ιδίως της σύμβασης της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 σχετικά με την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.
Ο Κανονισμός αποσκοπεί, όπως προκύπτει από την αιτιολογική του σκέψη 3, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των δικαστικών διαδικασιών μέσω της απλούστευσης και του εξορθολογισμού των διαδικασιών επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών και εξώδικων πράξεων στην Ένωση, και στη μείωση των καθυστερήσεων και του κόστους για τα άτομα και τις επιχειρήσεις.
Κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 του Κανονισμού, κάθε κράτος μέλος ορίζει τους δημόσιους λειτουργούς, αρχές ή άλλα πρόσωπα, που είναι αρμόδια για τη διαβίβαση δικαστικών ή εξώδικων πράξεων προς επίδοση ή κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος (υπηρεσίες διαβίβασης), και για την παραλαβή δικαστικών ή εξώδικων πράξεων από άλλο κράτος μέλος (υπηρεσίες παραλαβής), κατά το άρθρο 11 § 1 αυτού, η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη ή μεριμνά προς τούτο σύμφωνα είτε με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στο δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, και κατά το άρθρο 22 § 1 του ίδιου κανονισμού, αν πρέπει να διαβιβαστεί εισαγωγικό δικόγραφο ή ισοδύναμο έγγραφο σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος δεν παρίσταται, δεν εκδίδεται απόφαση επί της ουσίας μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι η επίδοση ή κοινοποίηση ή η παράδοση του δικογράφου ή ισοδύναμου εγγράφου έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί, και ότι α) η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, προκειμένου για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων στα πλαίσια διαδικασιών εντός του κράτους αυτού κατά προσώπων ευρισκομένων στο έδαφός του, ή β) η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλη μέθοδο, προβλεπόμενη από τον παρόντα κανονισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Προς απόδειξη της κλήτευσής του, το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, επικαλείται και προσκομίζει την από ...-2024 ένορκη δήλωση επίδοσης με θυροκόλληση του δικαστικού επιδότη της Κυπριακής Δημοκρατίας Π. Α., από την οποία όμως δεν προκύπτουν τα στοιχεία και η ταυτότητα του εγγράφου, που επιδόθηκε, και συγκεκριμένα αν πρόκειται για αντίγραφο της ένδικης από 28-9-2022 αίτησης αναιρέσεως, ούτε αν ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με κλήση, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο αυτό κατ' άρθρο 568 § 4 ΚΠολΔ. Εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε πράγματι στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση της υπόθεσης και την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-9-2022 αίτησης αναιρέσεως του Ταμείου Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων για την αναίρεση της 98/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ