Supreme Court dismisses TPD appeal against First Instance judgment in voluntary debt restructuring case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the TPD's appeal against the First Instance Court's judgment in a voluntary debt restructuring case. The TPD argued procedural errors regarding the assessment of the debtors' insolvency and the admissibility of certain grounds, claiming the First Instance Court failed to examine a request for contractual settlement. The court ruled that the First Instance Court did not commit the alleged errors, as it properly evaluated the debtors' financial situation and the specific procedural rules of voluntary restructuring do not allow for certain types of appellate defects.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 560 nos. 5, 6 KPolD; Art. 8 para. 6 sec. 2 Law 3869/2010: In voluntary debt restructuring proceedings, the appellate court must examine procedural defects under Art. 560 KPolD only if they affect the outcome, and no court costs are awarded in such appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1917 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1917/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο ενεργεί α) για το ίδιο και β) στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., ως εντολοδόχος και διαχειριστής αυτής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Κ., 2) Λ. συζ. Ν. Π., το γένος Δ. Ν., κατοίκων ..., 3) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία ενεργεί δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου και ιδιωτικού συμφωνητικού επ' ονόματι και για λογαριασμό της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιόπη Διονά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-2-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2014 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3449/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9761/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 4ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη.
συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό 4399/28-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευαγγέλου Ασημάκη, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 7-9-2020 (ειδ.αριθμ.
εκθ. Καταθ. 108/7-9-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (18-2-2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος νπδδ, στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...".
Κατά συνέπειαν, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 9761/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 3449/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τέταρτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται εναντίον αυτής, διότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρ. 455 ΑΚ εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω συμβάσεως μεταξύ τους χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης. Ο νέος δανειστής (εκδοχέας) ως ειδικός διάδοχος εισέρχεται στα δικαιώματα και στη θέση γενικότερα του παλαιού δανειστή όπως αν η απαίτηση θεμελιωνόταν ευθύς εξαρχής με δανειστή αυτόν.
Συνεπώς, ο εκχωρητής δε νομιμοποιείται παθητικά στη διαδικασία, αλλά διάδικος θα γίνει με επίδοση της αίτησης ο εκδοχέας. Προϋποθέσεις εκ των διατάξεων του ΑΚ για την εκχώρηση είναι η ύπαρξη απαίτησης, η σύμβαση μεταξύ του νέου και παλαιού δανειστή (εκχωρητής και εκδοχέας), το εκχωρητό της απαίτησης και η αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη. Η εκχώρηση τελειούται από τη συμφωνία μεταβίβασης, ενώ η αναγγελία εξασφαλίζει την πραγματοποίηση - ενεργοποίηση της μεταβίβασης αυτής έναντι του οφειλέτη και έναντι τρίτων. Η αναγγελία είναι όρος του ενεργού. Μέχρι αυτή, η μεταβίβαση υφίσταται μόνο έναντι των μερών.
Συνεπώς, η αποκοπή της απαίτησης από τον εκχωρητή συμβαίνει έναντι του εκδοχέα από τη συμφωνία τους, ενώ έναντι των τρίτων και του οφειλέτη από την αναγγελία. Σημειώνεται ότι η αναγγελία κατά τον ΑΚ γίνεται άτυπα. Κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ο τύπος δεν αποτελεί προϋπόθεση εγκυρότητας της αναγγελίας και μπορεί να γίνει σιωπηρά ή προφορικά, ενώ συχνά η αναγγελία μπορεί να γίνει και με μια απλή επιστολή ή ειδοποίηση του εκχωρητή ή του εκδοχέα προς τον οφειλέτη.
Τα παραπάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ο επιθυμών τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτης πρέπει να αναφέρει στην κατατιθέμενη στο δικαστήριο αίτησή του τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους. Συνήθως ο οφειλέτης γνωρίζει τα ονόματα των αρχικών πιστωτών του.
Αν συνεπεία εκχωρήσεως επέλθει μεταβολή του προσώπου του πιστωτή, πρέπει στην αίτηση να αναφέρεται ως νέος πιστωτής ο εκδοχέας, στον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση της αιτήσεως, αν η εκχώρηση και η αναγγελία αυτής στον οφειλέτη προηγήθηκε της καταθέσεως της αιτήσεως. Αν μεν ο εκδοχέας έχει την κύρια κατοικία του ή την έδρα του στην ελληνική επικράτεια συνήθως δεν δημιουργούνται προβλήματα.
Τέτοια συνήθως γεννώνται αν ο εκδοχέας έχει την κατοικία του ή την έδρα του στην αλλοδαπή. Η ανάγκη επιδόσεως της αιτήσεως σε ένα τέτοιο εκδοχέα στην αλλοδαπή συνεπάγεται ανάλωση χρόνου και ιδίως αυξημένες δαπάνες, πράγμα που δεν εναρμονίζεται με το σκοπό του νόμου για περιορισμό των οικονομικών επιβαρύνσεων του οφειλέτη.
Για τη διευκόλυνση του τελευταίου με την παρ. 5 του άρθρου 11 του Ν. 4161/2013 στο άρθρο 2 του Ν. 3869/2010 προστέθηκε παρ. 5 η οποία υποχρεώνει τον εκδοχέα να ορίσει αντίκλητο στην ελληνική επικράτεια κατά το άρθρο 142 του ΚΠολΔ και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαιτήσεως με κύρια κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια.
Πρόκειται ουσιαστικά για υποχρεωτικό εκ του νόμου χαρακτηρισμό ενός προσώπου ως αντικλήτου, ανεξαρτήτως της πραγματικής βούλησης του προσώπου στο οποίο αφορά η επίδοση. Μάλιστα κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 4161/2013 η υποχρέωση ορισμού αντικλήτου καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος της τροποποίησης εκ του Ν. 4161/2013.
Αν η αναγγελία γίνει μετά την κατάθεση της αίτησης και μετά την επίδοσή της, τότε ο παλαιός δανειστής παραμένει κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ διάδικος και ο νέος δανειστής πρέπει να ασκήσει παρέμβαση για να καταστεί διάδικος και να προβάλλει τους ισχυρισμούς του. Αν ένας πιστωτής μεταβιβάσει σε νέο δανειστή την απαίτηση και δεν έχει ακόμα προβεί σε αναγγελία αυτής στον οφειλέτη, ο οφειλέτης δε γνωρίζει τη νέα νομική κατάσταση.
Καθώς δεν γνωρίζει την εκχώρηση, οφείλει να προβεί στις παραπάνω ενέργειες στον αρχικό δανειστή. Μόνο μετά την αναγγελία οφείλει να προβεί σε κάποια υπολειπόμενη ενέργεια στο νέο δανειστή. Πριν τη με οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποίηση σε αυτόν της εκχώρησης δεν υποχρεούται να επιδώσει στον εκδοχέα. Αν μετά την κατάθεση και την επίδοση γνωστοποιηθεί σε αυτόν η εκχώρηση, δεν υποχρεούται σε νέα επίδοση ούτε βέβαια σε κατάθεση νέας αίτησης με αναφορά στον εκδοχέα.
Ο εκχωρητής, που δέχεται την επίδοση της αίτησης από τον οφειλέτη, οφείλει εκ της συμβατικής του σχέσης με τον εκδοχέα και κατά τα άρθρ. 281 και 288 ΑΚ να προβεί σε ανακοίνωση δίκης προς τον εκδοχέα. Αυτός θα ασκήσει κύρια παρέμβαση προκειμένου να καταστεί διάδικος στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Η εκχώρηση σε νέο δανειστή μπορεί να γίνει με διατήρηση του δικαιώματος είσπραξης από τον εκχωρητή ή με συμφωνία εξουσίας διαχείρισης και είσπραξης της απαίτησης από διαφορετικό πρόσωπο σε σύγκριση με τον εκδοχέα, οπότε ο δανειστής είναι διαφορετικό πρόσωπο από το πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται το χρέος και να εισπράττει τις εξοφλήσεις.
Τέτοιο είδος εκχώρησης είναι και η τιτλοποίηση απαιτήσεων κατά το άρθρο 10 Ν. 3156/2003. Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος.
Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου ακόμη και των καταναλωτών υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με οποιονδήποτε τρόπο (βλ.
παρ. 6 του άρθρου 10 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000 (βλ. παράγραφο 8 του άρθρου 10), οπότε και επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων.
Η ανωτέρω καταχώρηση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων.
Η καταχώρηση της μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, επέχει κατά νόμο θέση αναγγελίας. Πρόκειται δηλαδή για πλασματική αναγγελία ανεξαρτήτως αν ο οφειλέτης λαμβάνει ή όχι πραγματική γνώση της μεταβολής του προσώπου του πιστωτή, μη έχουσας εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 460 Α.Κ., διότι ο Ν. 3156/2003 περιέχει τις προμνησθείσες ειδικότερες διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 10, που αποκλείουν ως γενικότερες τις διατάξεις του Α.Κ., όπως και αυτή του άρθρου 460 Α.Κ., όταν αυτές αντίκεινται στις διατάξεις του Ν. 3156/2003, κατά τη ρητή διατύπωση της παρ. 6 του άρθρου 10 του νόμου αυτού.
Εξάλλου κατά το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, με το οποίο ρυθμίζεται η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση, δηλαδή η τιτλοποίηση απαιτήσεων: "Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα.
Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον διαχειριστή".
Επιπλέον, στην παρ.16 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγρ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο εκδοχέας, είναι εταιρεία εδρεύουσα εκτός Ελλάδας, και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τότε, εφόσον η διαχείριση των απαιτήσεων ανατεθεί σε τρίτα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα, τα τελευταία πρέπει υποχρεωτικά να έχουν κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα.
Μάλιστα τόσο η ανάθεση της διαχείρισης όσο και κάθε μεταβολή σχετική μ' αυτήν, είναι τυπικές, ώστε να χρειάζεται σημείωσή τους στο οικείο δημόσιο βιβλίο του ενεχυροφυλακείου. Ο διαχειριστής δεν αποκτά ο ίδιος την απαίτηση, αλλ' απλώς δικαιούται να την ασκήσει, όπως φερ' ειπείν, μόνο να την εισπράξει. Γι' αυτόν δε ακριβώς το λόγο, γίνεται δεκτό ότι ο οφειλέτης έχει δικαίωμα και μετά την κατά τα ως άνω εξουσιοδότηση να καταβάλει όχι στο διαχειριστή (εξουσιοδοτούμενο), αλλά στο δανειστή (εξουσιοδοτήσαντα).
Ο διαχειριστής (εκχωρητής ή τρίτος) ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του εκδοχέα και επ' ονόματι και για λογαριασμό του τελευταίου αυτού, όχι δε στο δικό του όνομα, ούτε και για δικό του λογαριασμό (άρθρο 211 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 417 ΑΚ). Υποκείμενο των διά των ενεργειών του αντιπροσώπου - διαχειριστή δημιουργούμενων σχέσεων είναι ο αντιπροσωπευόμενος - εκδοχέας, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται να ενάγει και να ενάγεται.
Η ως άνω λύση εναρμονίζεται απολύτως και προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 15 του Ν. 3156/2003, η οποία καθιερώνει την υποχρέωση του διαχειριστή να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο, με την μνεία στην κατάθεση ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιούσια του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων διεξαγωγής της δίκης, είναι, και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, η ύπαρξη της οποίας ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Εξάλλου, η νομιμοποίηση σε στενή έννοια, δηλαδή η ύπαρξη δικαιώματος υπεράσπισης της υπόθεσης, στην οποία δικάζεται κάποιος, ως ενάγων ή εναγόμενος ή η εξουσία για διεξαγωγή της δίκης, που αναφέρεται σε συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, συμπίπτει, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων (περιπτώσεις μη υπόχρεων ή μη δικαιούχων διαδίκων), με την ιδιότητα του υποκειμένου του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί επιρροή αν αυτός είναι αναληθής, οπότε με την απόδειξη της αναλήθειας του ισχυρισμού, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη στην ουσία της για ανυπαρξία του επιδίκου δικαιώματος και όχι για έλλειψη νομιμοποίησης.
Κατά μεν το άρθρο 63 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα", κατά δε το άρθρο 64 §§ 1 και 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 741 ΚΠολΔ και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, όποιος δε είναι ανίκανος εκπροσωπείται από το νόμιμο αντιπρόσωπο του.
Μόνες περιπτώσεις, στις οποίες μέχρι πρότινος (πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις που επέφερε στον ΚΠολΔ ο Ν. 4335/2015) επιτρεπόταν εκούσια αντιπροσώπευση κατά τη διεξαγωγή της δίκης, ήταν οι προβλεπόμενες από τις καταργηθείσες πλέον διατάξεις των άρθρων 472 § 1 και 665 § 1 του ΚΠολΔ, που όριζαν η μεν πρώτη, ότι επί μικροδιαφορών, τον διάδικο, που δεν παρίσταται ο ίδιος, μπορούν να αντιπροσωπεύσουν και ο σύζυγος, οι ανιόντες και οι κατιόντες, οι συγγενείς δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και οι έμμισθοι υπάλληλοι του, η δε δεύτερη, ότι επί εργατικών διαφορών οι εργαζόμενοι μπορούν να εκπροσωπηθούν από άλλο εργαζόμενο, που ασκεί το ίδιο είδος επαγγέλματος και οι εργοδότες από υπάλληλο τους.
Αλλά, οι ειδικές ρυθμίσεις δεν θα ήταν αναγκαίες, αν ήταν γενικώς επιτρεπτή η διεξαγωγή δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο. Εξάλλου, και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αριθ. 5, 259 § 2 και 310 § 2 του ΚΠολΔ ως πρόσωπα, που μετέχουν στη δίκη, κατονομάζουν μόνο τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (επίτροπος, σύνδικος, διαχειριστής πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.
Δεν μπορούν δε να εφαρμοστούν αναλογικά στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. του ΑΚ περί εκούσιας αντιπροσώπευσης στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει τόσο της καθολικής πλέον απαγόρευσης της εκούσιας αντιπροσώπευσης στο πεδίο του δικονομικού δικαίου μετά και την κατάργηση των κατά τα παραπάνω ειδικών προβλέψεων για τις μικροδιαφορές και τις εργατικές διαφορές, όσο και των άλλων σκοπών, που υπηρετούν οι πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τέλος, η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπόμενη ούτε με επίκληση της διατάξεως του άρθρου 713 του ΑΚ, η οποία παρέχει δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο επ' ονόματι του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας, χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, παρεμβαλλόμενη, μόνο τη διέπουσα κάθε δίκη αρχή της οικονομίας πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον.
Συνακόλουθα, δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο προς αναπλήρωση της ελλείπουσας ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο. Έτσι και κατά μείζονα λόγο δεν νοείται εκπροσώπηση του διαδίκου από τον αντίκλητο του, ο οποίος και δεν τυγχάνει παρά μόνο εκούσιος αντιπρόσωπος με περιορισμένη όμως πληρεξουσιότητα, ως προς μόνη δηλαδή την παραλαβή των επιδιδόμενων εγγράφων (άρθρα 121 και 142 ΚΠολΔ).
Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο, το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 73 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1726/2013, ΑΠ 45/2007).
Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου, το δικαίωμα δηλαδή να υπερασπίζεται κάποιος τη δικαζόμενη υπόθεση, αλλιώς η εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, που συμπίπτει με την ιδιότητα του συγκεκριμένου προσώπου ως υποκειμένου του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, όπως η περίπτωση των μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που ερευνάται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1016/2005, 1617/2011).
Κατά την έννοια αυτή η νομιμοποίηση των διαδίκων, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, οπότε η εσφαλμένη κρίση για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, 25/2008, ΑΠ 1016/2005, 260/2008, 803/2009, 1941/2009, 339/2010, 1414/2011) ο οποίος ταυτίζεται εννοιολογικώς με αυτόν από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ - το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται, ως άνω, με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στην διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του, αποδίδει στο δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την αιτίαση ότι με το ν' απορρίψει λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως την ασκηθείσα εκ μέρους του (ΤΠκαιΔ) κύρια παρέμβαση στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας ..., παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455 ΑΚ (εκχώρηση απαιτήσεων) και 10 Ν. 3156/2003 (τιτλοποίηση απαιτήσεων), υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει σχετικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα, τα ακόλουθα: " Εν προκειμένω, το εφεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται στις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίστηκε ότι η απαίτησή του από την με αριθμό λογαριασμού ...
δανειακή σύμβαση ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου έχει τιτλοποιηθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 παρ.3 Ν.3454/2006 και των υπ'αριθμ. 2/38581/0094/20-7-2006 και 2/48545/0094/28-8-2006 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.1, 14 και 16 του Ν. 3156/2003 και η σχετική απαίτηση έχει μεταβιβαστεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "... ..." με έδρα το ..., ότι πλέον ενεργεί υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και εντολοδόχου της ως άνω εταιρείας και άσκησε κύρια παρέμβαση στο όνομα και για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας για τη συγκεκριμένη απαίτηση.
Η υπό κρίση κύρια παρέμβαση, ασκήθηκε από το εκκαλούν ΤΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 εδ. β' ΠτΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 15 Ν.3869/2010, υπό την ιδιότητά του ως ενεργόν κατ'εντολή και πληρεξουσιότητα της ως άνω πιστώτριας αλλοδαπής εταιρείας, την οποία έχει δώσει σε αυτό δυνάμει της από 29-6-2006 σύμβασης διαχείρισης.
Φέρεται δηλαδή, το ΤΠΔ ότι ενήργησε τη διαδικαστική αυτή πράξη δια της παρασταθείσας στο ακροατήριο πληρεξούσιας δικηγόρου του, ως διορισμένος εκούσιος αντιπρόσωπος άλλου προσώπου, το οποίο, όμως, δεν μπορούσε να εκπροσωπήσει με την ιδιότητα αυτή στην παρούσα δίκη. Η εν λόγω κύρια παρέμβαση πρέπει, κατ'αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης (68 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου, δεν υπάρχει ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσωπεύσεως με συνέπεια οι διαδικαστικές πράξεις που ενεργούνται από εκούσιο αντιπρόσωπο, έστω και με πληρεξούσιο - όπως στην υπό κρίση περίπτωση - να είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέτασε αυτεπαγγέλτως και απέρριψε ως απαράδεκτη t λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, την ασκηθείσα από το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον νπδδ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας "... ...", κύρια παρέμβαση, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα, η αναγνώριση δυνατότητας συμβατικής θεμελίωσης της νομιμοποίησης των διαδίκων οδηγεί σε ανεπίτρεπτη διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της δίκης. Έτσι δεν νοείται νομιμοποίηση του κατά το ουσιαστικό δίκαιο εντολοδόχου ως εναγομένου στη θέση του εντολέα (ΑΠ 439/1979) και συνεπώς είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος ο, με τον ως άνω πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρισμός, με τον οποίο αιτιάται το αναιρεσείον την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 68 του ΚΠολΔ, με το να μη δεχθεί ότι αυτό νομιμοποιείται ενεργητικά ως διαχειριστής και γενικός εντολοδόχος της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού και ότι με την ιδιότητα εν τέλει αυτή ασκήθηκε εναντίον της η ένδικη αγωγή, αφού ο διαχειριστής δεν αποκτά ο ίδιος την απαίτηση, αλλ' απλώς δικαιούται να την ασκήσει (πχ.
μόνο να την εισπράξει), ενώ, εξάλλου, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα και μετά την κατά τα ως άνω εξουσιοδότηση να καταβάλει όχι στο διαχειριστή (εξουσιοδοτούμενο), αλλά στο δανειστή (εξουσιοδοτήσαντα), ενώ υποκείμενο των δια των ενεργειών του αντιπροσώπου - διαχειριστή δημιουργούμενων σχέσεων είναι ο αντιπροσωπευόμενος - εκδοχέας, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται να ενάγει και να ενάγεται, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις της παρούσης.
Ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία έκρινε, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, την ασκηθείσα, κατά ως άνω, κύρια παρέμβαση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αφού λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του 560 ΚΠολΔ, μπορεί να ιδρυθεί μόνον εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν απέρριψε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 159/2004, 637/2012).
Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, αφού το αναιρεσείον δεν παραθέτει στο αναιρετήριο, όπως είχε υποχρέωση κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους ή ποια είναι η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 1/1999).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος κατά τις ως άνω αναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 259/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο των αιτούντων η άνευ δόλου περιέλευσή τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 4172/2013 (περί Κώδικος Φορολογίας Εισοδήματος για προστατευόμενα μέλη) και των άρθρων 1389 και 1486 ΑΚ, που ρυθμίζουν την κοινή συμβολή για τις οικογενειακές ανάγκες και τους όρους διατροφής από το γάμο, αντίστοιχα, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το να κρίνει ως προστατευόμενο μέλος την ενήλικη θυγατέρα των αιτούντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η οποία όμως δεν ήταν προστατευόμενο ούτε εξαρτώμενο μέλος, παραβιάζοντας έτσι ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ως άνω διατάξεις.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω σχετικός, θεμελιωτικός τούτου, ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις με ημερομηνία 11-5-2018 προτάσεις, ενώπιον του παραπάνω (δευτεροβαθμίου) δικαστηρίου, του αναιρεσείοντος, καθώς και από τα πρακτικά συνεδρίασης, με ημερομηνία 11-5-2018, της δίκης εκείνης, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε απ' αυτό (αναιρεσείον ΤΠΚΔ) τέτοιος ισχυρισμός, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα, που προεκτέθηκαν.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον νπδδ, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι - αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των οφειλών τους, δεδομένου ότι αναιτιολόγητα άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της ως άνω διατάξεως και ειδικότερα, δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα:
α) τα εισοδήματα ενός εκάστου εκ των αναιρεσιβλήτων- αιτούντων κατά το έτος ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, β) η εξέλιξη των εισοδημάτων τους από τον χρόνο δανεισμού τους έως τον χρόνο συζήτησης της αίτησής τους, γ) η μηνιαία δόση την οποία όφειλαν να καταβάλλουν κατά το χρόνο εκείνο -πλην του ΤΠΚΔ - και στους λοιπούς πιστωτές τους, δ) το ακριβές ύφος των εισοδημάτων τους κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης των, ε) το ακριβές ύφος του συνόλου των οφειλών του 1ου αναιρεσίβλητου -αιτούντος προς τους πιστωτές του, στ) το λόγο που έκρινε ως προστατευόμενο μέλος την ενήλικη κόρη και ζ) εάν προκύπτει η αίτηση του 1ου αναιρεσίβλητου προς τον κύριο πιστωτή του για συμβατική ρύθμιση των οφειλών του και αντίστοιχα άρνηση αυτού (αναιρεσείοντος) να προβεί σε οποιαδήποτε ρύθμιση, ζήτημα το οποίο ουδόλως εξετάσθηκε.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 9761/2018 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι αιτούντες ..είναι έγγαμοι, ηλικίας ..έχουν αποκτήσει από το γάμος τους δύο ενήλικα τέκνα (θυγατέρα και υιό) ηλικίας 26 και 22 ετών αντίστοιχα, η δε θυγατέρα τους έχει αποφοιτήσει από την Σχολή Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ και ο υιός τους φοιτά στο 1ο Εκπαιδευτικό Τμήμα του Τμήματος Δοκίμων Υπαστυνόμων της Σχολής Αξιωματικών τη Ελληνικής Αστυνομίας ...
Ο αιτών είναι συνταξιούχος αστυνομικός ήδη από το έτος 2012 και οι καθαρές μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές του -κύρια και επικουρική σύνταξη- για το οικονομικό έτος 2016 ανέρχονται σε ποσό 920 ευρώ περίπου, ευρισκόμενο σε αναμονή για τη χορήγηση της εφάπαξ παροχής από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η σύζυγος του- αιτούσα εργάζεται στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας" του Δήμου Αθηναίων, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 995 ευρώ, με αποτέλεσμα το συνολικό εισόδημά τους να ανέρχεται μηνιαίως σε 1.915 ευρώ περίπου.
Οι αιτούντες διαμένουν σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας επιφανείας 75 τ.μ. ...στην περιοχή ..., το οποίο ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα στον πρώτο των αιτούντων... Επίσης, ο πρώτος αιτών διαθέτει την κάτωθι ακίνητη περιουσία: 1) κατά ψιλή κυριότητα παλαιά οικία επιφανείας 54 τ.μ. ..δημοτικής ενότητας ...
του Δήμου ..., 2) κατά ψιλή κυριότητα υπόγειο χώρο επιφανείας 83 τ.μ. ευρισκόμενο... δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 3) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο εκτάσεως 6.000 τ.μ. .. δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 4) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο εκτάσεως 2.000 τ.μ. ...δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ... ,5) κατά ψιλή κυριότητα δημοτικής ενότητας ...
του Δήμου ..., 6) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο ετκάσεως 1.000 τ.μ. ...δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 7) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο εκτάσεως 2.000 τ.μ. ... δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 8) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο εκτάσεως 1.000 τ.μ ... δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 9) κατά ψιλή κυριότητα δημοτικής βοσκότοπο εκτάσεως 500 τ.μ. ...
ενότητας ... του Δήμου ..., 10) κατά ψιλή κυριότητα 2.000 τ.μ. ...δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 11) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο εκτάσεως 4.000 τ.μ. ... δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ..., 12) κατά ψιλή κυριότητα βοσκότοπο εκτάσεως 3.000 τ.μ. ...δημοτικής ενότητας ... του Δήμου .... Τέλος, ο αιτών διαθέτει και την κυριότητα του υπ' αριθμ.κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αιτών, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης, είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, εκ των οποίων αυτά που είναι ανέγγυα, κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010) προς τα κατωτέρω πιστωτικά ιδρύματα: 1) προς το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" α) από ενυπόθηκε στεγαστικό δάνειο με αριθμό λογαριασμού ...
με ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου 59.755,46 ευρώ και ληξιπρόθεσμη οφειλή ύψους 12.205,78 ευρώ, καθώς από τον Αύγουστο του έτους 2014 δυνάμει της από 5-6-2014 Προσωρινής Διαταγής της Ειρηνοδίκου Αθηνών παρακρατείται από τον εν λόγω πιστωτή το ποσό των 153,35 ευρώ από τη μηνιαία σύνταξη του αιτούντος, ενώ πριν την έκδοση της Προσωρινής Διαταγής παρακρατείτο από την σύνταξή του και προγενέστερα από τον μισθό του το ποσό των 453,24 ευρώ μηνιαίως και β) από μη ενυπόθηκο δάνειο μικροεπισκευών με αριθμό λογαριασμού ...
με ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου 11.871,22 ευρώ και ληξιπρόθεσμη οφειλή ύψους 4.920,55 ευρώ, καθώς από τον Αύγουστο του έτους 2014 δυνάμει της από 5-6-2014 Προσωρινής Διαταγής της Ειρηνοδίκου Αθηνών παρακρατείται από τον εν λόγω πιστωτή το ποσό των 35,95 ευρώ από τη μηνιαία σύνταξη του αιτούντος, ενώ πριν την έκδοση της Προσωρινής Διαταγής παρακρατείτο από τη σύνταξή του και προγενέστερα από το μισθό του το ποσό των 168,76 ευρώ μηνιαίως, 2) Προς την Τράπεζα με την επωνυμία "...":
Α) από δάνειο με αριθμό λογαριασμού ... και με υπόλοιπο οφειλής στις 24-2-2014 ποσού 10.203,38 ευρώ και β) από δάνειο με αριθμό λογαριασμού ... και με υπόλοιπο σύνολο οφειλής στις 24-2-2014 ποσού 6.496,39 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 16.699,77 ευρώ και 3) Προς την Τράπεζα με την επωνυμία "...": από καταναλωτικό δάνειο με αριθμό σύμβασης και με υπόλοιπο σύνολο οφειλής στις 23- 9-2013 εκ ποσού 10.083,28 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αιτούσα, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης, είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων: 1) Προς την Τράπεζα με την επωνυμία "...": α) από το με αριθμό λογαριασμού ... δάνειο με υπόλοιπο σύνολο οφειλής την 14-12-2013 εκ ποσού 64,27 ευρώ, β) από το με αριθμό λογαριασμού ...
δάνειο με υπόλοιπο σύνολο οφειλής την 25-11-2013 ποσού 159,87 ευρώ, γ) από το με αριθμό λογαριασμού ... δάνειο ως εγγυήτρια με υπόλοιπο σύνολο οφειλής την 12-12-2013 ποσού 6.752,75 ευρώ, 2) Προς την Τράπεζα με την επωνυμία "...": από καταναλωτικό δάνειο με αριθμό σύμβασης ... και με υπόλοιπο σύνολο οφειλής στις 15-11-2013 ποσού 3.627,84 ευρώ.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αιτούσα αποπληρώνει μηνιαία δόση ύψους 184,08 ευρώ προς μερική αποπληρωμή οφειλών της στον ΟΑΕΕ, στα πλαίσια διακανονισμού 100 δόσεων που λήγει τον Ιούλιο του έτους 2023. Περαιτέρω, από τις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα των αιτούντων για τα παρελθόντα οικονομικά έτη 2003 έως και το 2016, προκύπτει ότι το συνολικό οικογενειακό ετήσιο εισόδημά τους έχει υποστεί σημαντική μείωση με την πάροδο των ετών, ενδεικτικά δε αναφέρεται ότι κατά το οικονομικό έτος 2012 αυτό ανερχόταν στο ποσό των 39.640,15 ευρώ και κατά το οικονομικό έτος 2016 ανήλθε μόλις στο ποσό των 29.750,87 ευρώ...
Περαιτέρω, προέκυψε ότι η δεύτερη αιτούσα τον Οκτώβριο του έτους 2013 απώλεσε τη θέση εργασίας της ως απασχολούμενη με σύμβαση έργου με τον Οργανισμό Πολιτισμού Νεολαίας και Άθλησης του Δήμου Αθηναίων και ήδη διατηρεί τη θέση αυτή δυνάμει της οριστικής υπ' αριθμ. 776/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η οποία έχει εφεσιβληθεί και αναμένεται η έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Από την παράθεση των ως άνω δεδομένων προκύπτει ότι, καθόσον οι μηνιαίες αποδοχές των εκκαλούντων, όπως αναλυτικά προπαρατέθηκε, έβαιναν συνεχώς μειούμενες τα τελευταία χρόνια , με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις προς τους πιστωτές τους, καθόσον το συνεχώς μειωμένο εισόδημά τους δεν τους επιτρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες της διαβίωσής τους και τις δανειακές τους υποχρεώσεις ταυτοχρόνως, έχουν περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά τους σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, καθώς αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα των οφειλετών να εξοφλήσουν τους πιστωτές τους λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψη όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορούν οι οφειλέτες να ανταποκρίνονται στα ληξιπρόθεσμα χρέη τους, απορριπτομένης της σχετικώς προβληθείσας ήδη στον πρώτο βαθμό από τους εφεσίβλητους - την οποία νομίμως επαναφέρουν με τι έγγραφες προτάσεις τους - ένστασης περί δόλιας περιέλευσης σε οικονομική αδυναμία, ως αναπόδεικτης και άρα ουσιαστικά αβάσιμης....ο πρώτος των αιτούντων είχε εκχωρήσει υποχρεωτικά ποσό εκ των μηνιαίως αποδοχών του, μέχρι τα 6/10 αυτών για την εξασφάλιση της αποπληρωμής των χορηγηθέντων δανείων, με αποτέλεσμα να μην είναι τεχνικά εφικτό να καθίστανται ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις ..ωστόσο η μερική αποπληρωμή του εφεσιβλήτου ως πιστωτή τους με αδυναμία ικανοποίησης των βιοτικών τους αναγκών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών τους, καθόσον η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η διατήρηση ενός στοιχειώδους επιπέδου αντιμετώπισης των οφειλετών επιβάλλουν να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση, που δύναται να ικανοποιήσει το σύνολο των οφειλών του, εάν διαθέσει το σύνολο των εισοδημάτων του αλλά χωρίς να εξασφαλίζει στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τη σύζυγο του αλλά και για τα δύο ενήλικα τέκνα τους που χρήζουν ακόμη οικονομικής ενίσχυσης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε άλλη πρόταση των πιστωτών, που βοηθούν την οικονομική ανασυγκρότηση του οφειλέτη τους.
Κατόπιν των προλεχθέντων, συντρέχουν στο πρόσωπο αμφοτέρων των εκκαλούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, καθώς αμφότεροι έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, η δε αδυναμία τους δεν οφείλεται σε δόλο τους.
Εν προκειμένω, η ρύθμιση των χρεών των αιτούντων πρέπει να γίνει με μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, οι οποίες θα ξεκινήσουν από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως. Όσον αφοά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων των αιτούντων και των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των δύο ενηλίκων τέκνων τους, εκ των οποίων η ενήλικη θυγατέρα τους, αν και αποφοίτησε από τη Σχολή Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ δεν έχει εξεύρει ακόμη εργασία, ενώ ο ενήλικος υιός τους φοιτά στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, λαμβάνοντας συμβολικό επίδομα ύψους 300 ευρώ μηνιαίως -σημειωτέον ότι στις συνήθεις δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και την ηλικία αυτών περιλαμβάνονται και αυτές για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευών), για υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και υπηρεσίες ατομικής φροντίδας, για κίνηση, συντήρηση και ασφάλιση του αυτοκινήτου, και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη -το ποσό των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης των αιτούντων εκτιμάται σε 1.200 ευρώ μηνιαίως, ποσό το οποίο θα καλυφθεί από τα εισοδήματά τους.
Μετά την αφαίρεση του ποσού αυτού, ...το περίσσευμα που απομένει από το οικογενειακό τους εισόδημα, ανέρχεται στο ποσό των 720 ευρώ, στο οποίο και θα πρέπει να οριστούν οι μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές τους...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διατάξεως που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου των χρηματικών του οφειλών.
Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ασκούντα ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα της περιελεύσεως σε αδυναμία πληρωμών, πραγματικά περιστατικά, και δη : α) ότι ο πρώτος αιτών και η δεύτερη αιτούσα, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης, είχαν αναλάβει τα επακριβώς αναγραφόμενα δάνεια (βλ. 7ο και 9ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως), β) ότι από του έτους 2012 ο αιτών είναι συνταξιούχος αστυνομικός με καθαρές μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές που ανέρχονται το έτος 2016 σε 920 ευρώ, ενώ η αιτούσα λαμβάνει 915 ευρώ μηνιαίως και έτσι το συνολικό μηνιαίο εισόδημά τους ανέρχεται σε 1.915 ευρώ, πλην όμως όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα των αιτούντων για τα παρελθόντα οικονομικά έτη 2003 έως 2016, το ετήσιο εισόδημά τους έχει υποστεί σημαντική μείωση και ότι ενδεικτικά το έτος 2012, το ετήσιο συνολικό εισόδημά τους ανερχόταν σε 39.640,15 ευρώ, ενώ κατά το οικονομικό έτος 2016 ανήλθε μόλις σε 29.750,87 ευρώ (σελ. 14 προσβαλλομένης) γ) εκτίθεται ποιο είναι το ακριβές ύψος του δανεισμού τους, ήτοι αφενός οι συμβάσεις δανείων με έκαστο εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων- καθ'ων η αίτηση, ήδη αναιρεσείοντος και των λοιπών 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων και αφετέρου το συνολικό ποσό δανεισμού τους, ανερχόμενο σε 98.409,73 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και σε 22.588,78 ευρώ για την δεύτερη (9ο φύλλο αποφάσεως).
Εξάλλου, δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων προς τους πιστωτές για να κρίνει το δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 640/2020). Όσον αφορά την αιτίαση υπό στοιχείο στ', ήτοι ότι κρίθηκε ως προστατευόμενο μέλος η ενήλικη κόρη, ισχύουν όσα έχουν εκτεθεί ήδη στον απορριφθέντα ως άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις (ΑΠ 883/2020), απορριπτομένης ως αβάσιμης της σχετικής αιτιάσεως με στοιχείο ζ' που διατείνεται το αναιρεσείον ως πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚπολΔ, για το λόγο ότι ουδόλως εξετάστηκε το ζήτημα τυχόν αιτήσεως προς αυτό (αναιρεσείον νπδδ-κύριο πιστωτή) για συμβατική ρύθμιση των χρεών του και άρνηση του τελευταίου για τέτοια ρύθμιση, πέραν του ότι η εν λόγω αιτίαση είναι, προεχόντως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ποία επίδραση θα είχε η σχετική αυτή αιτιολογία στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Με βάση τα ως άνω στοιχεία, είναι δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, για το αν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, ώστε να περιέλθουν σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εψαρμογής του ν. 3869/2010.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος εξάλλου ως άνω τρίτος λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδει την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αφού ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων (ΑΠ 1384/2018).
Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό (περί της απαιτούμενης συνδρομής της προϋποθέσεως περιέλευσης των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων σε αδυναμία πληρωμής), που στήριζε την ιστορική βάση της αίτησης για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, αναφέροντας όσα έχουν ήδη αναπτυχθεί ανωτέρω.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ426/201 9).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 108/2020 αίτηση του νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της 9761/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ