Legislator Case Law & Legislation
1917/2019 AI generated

Greek Supreme Court quashes conviction due to lack of specific and detailed reasoning regarding evidence under Art. 93 Const. and Art. 139 CrPC.

Case Number 1917/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed a second-instance conviction because the lower court failed to provide the specific and detailed reasoning required by Article 93 of the Constitution and Article 139 of the Criminal Procedure Code. The defendants argued that the judgment lacked a complete explanation of how evidence was evaluated to form the guilt finding. Consequently, the court ordered a retrial before a new panel of judges to ensure the conviction is based on a legally sound and reasoned decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93 paragraph 3 of the Constitution; Article 139 of the Criminal Procedure Code; A conviction is void if the judgment fails to provide specific and detailed reasoning regarding the evidence considered, thereby violating the right to a reasoned decision and the principle of equality of arms.

Keywords

AI generated
lack of reasoning Criminal Procedure Code Constitutional right retrial order evidence evaluation Supreme Court Greek law

Cited Legislation

AI generated
Article 93 paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code
Article 510 paragraph 1 item D of the Criminal Procedure Code
Article 519 of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1917 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1917/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) M. P. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κ.Κ.Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Δαλακούρα και 2) K. ή K. K. του T., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ.…, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Προεστάκη, ο οποίος διορίστηκε με την υπ'αριθμ. 169/2019 πράξη της Νόμιμης Αναπληρώτριας του Ελλείποντος Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ.344/2018 αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών. Το ΜΟΕ Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από α) 18 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση της M. P. του M. και η από 19 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση του K. ή K. K. του T., οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκαν, αμφότερες, στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 19.04.2019, η πρώτη και 22.04.2019, η δεύτερη και έλαβαν, αντίστοιχα, αριθμούς πρωτοκόλλου, 4727/2019 και 4801/2019, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 711/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 18.4.2019 αίτηση της M. P. του M. (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-4-2019) και β) η από 19.4.2019 αίτηση του K. K. του T. (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-4-2019), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 344/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν.

Έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή και έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν απαιτείται η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να γίνεται συγκεκριμένη μνεία τους, κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), στην αξιολόγηση των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση και να συνάγεται από αυτή ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν εκτιμηθεί.

Η τυχόν, όμως, έλλειψη της κατά τον άνω τρόπο αναφοράς των αποδείξεων, δεν αναπληρώνεται από την υπάρχουσα στο σκεπτικό της απόφασης περιπτωσιακή μνεία ορισμένων μόνον μαρτυρικών καταθέσεων ή αναγνωσθέντων εγγράφων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμόν 344/2018 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους αμφότερους τους αναιρεσείοντες και τότε κατηγορούμενους:

1) M. P. του M. και 2) K. K. του T., για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία και β) της ληστείας που τελέσθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συναυτουργία, γ) επιπλέον δε την πρώτη αναιρεσείουσα, M P., για πλαστογραφία μετά χρήσεως και τους επέβαλε, για κάθε μία από τις πρώτη και δεύτερη των άνω πράξεων, την ποινή της ισοβίου καθείρξεως σε κάθε αναιρεσείοντα - τότε κατηγορούμενο και επιπλέον στην πρώτη αναιρεσείουσα την ποινή της φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών για την τρίτη ως άνω πράξη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από το σκεπτικό αυτής, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από το περιεχόμενο του αιτιολογικού της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει, ότι το άνω Δικαστήριο παρέλειψε παντελώς να προβεί σε απλή, έστω και τυπική, αναφορά των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων.

Ειδικότερα, παραλείπεται εντελώς το τυπικό προοίμιο του σκεπτικού, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται κατά γενικό προσδιορισμό ως προς το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, των οποίων δεν γίνεται μνεία ούτε στο κυρίως περιεχόμενο της αιτιολογίας της ανωτέρω αποφάσεως, ενώ από την επίσης παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της (αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως), προκύπτει ότι εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που την εξέδωσε ένας μάρτυρας υπερασπίσεως, αναγνώσθηκαν έγγραφα και απολογήθηκαν οι τότε κατηγορούμενοι και τώρα αναιρεσείοντες, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από κανένα σημείο του σκεπτικού ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη, αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν.

Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν πληροί τις τεθείσες, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέσεις αξιολογήσεως όλων των αποδεικτικών μέσων και, ως εκ τούτου, η παραπάνω καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις αποδείξεις.

Συνεπώς, οι θεμελιούμενοι στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται και από τους δύο αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως που διαλαμβάνονται στα σχετικά δικόγραφα των αναιρεσειόντων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.)•

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 344/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

ΠΑΡΑΠΕΜΕΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ