Legislator Case Law & Legislation
1917/2017 AI generated

1917/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1917/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1917/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 10-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1917 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1917/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.ΔΥ.Κ.), Ν.Π.Ι.Δ., ο οποίος εδρεύει στα … και εκπροσωπείται κατά το νόμο, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Απέργη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δερβιτσιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/1996 μη οριστική και 95/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2009 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 10-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 218/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, απορριπτική των αντιθέτων εφέσεων αυτών κατά της υπ’ αριθμ. 95/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής εργολαβικού ανταλλάγματος για την εκτέλεση και περαίωση του αναληφθέντος με καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, στις 20-12-1984, σύμβαση δημοσίου έργου με τον τίτλο "Κατασκευή ….".

Η παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 1266/72 (Α’ 198), το οποίο ισχύει εν προκειμένω βάσει του χρόνου υποβολής των προσφορών, ορίζει ότι "Η πληρωμή εις τον ανάδοχον του έργου γίνεται τμηματικώς κατά την διάρκειαν της κατασκευής του έργου βάσει πιστοποιήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών. Αι πιστοποιήσεις συντάσσονται παρά του αναδόχου του έργου κατά χρονικά διαστήματα καθοριζόμενα εν τη συμβάσει, αι δε βάσει αυτών πληρωμαί ενεργούνται παρά του κυρίου του έργου, μετ’ έλεγχον και επισημειωματικήν έγκρισιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας, εντός μηνός από της υποβολής των.

Εάν η πληρωμή καθυστέρηση πέραν του μηνός από της λήξεως της προθεσμίας καθ’ ην ώφειλε να πραγματοποιηθή άνευ υπαιτιότητος του αναδόχου του έργου, ούτος δικαιούται τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών προς εξ τοις εκατόν (6%) ετησίως, από της υποβολής περί τούτου οχλήσεως.....". Εξ άλλου, η παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 889/79 (Α’ 77) ορίζει ότι: "Δια την καθυστέρησιν πληρωμής πιστοποιήσεως δημοσίου έργου άνευ υπαιτιότητος του αναδόχου, πέραν των υπό του άρθρου 7 παραγράφου 1 του Ν.Δ. 1266/1972 προθεσμιών, οφείλεται αυτοδικαίως ο εκάστοτε ισχύων τόκος υπερημερίας, μη εφαρμοζόμενης εν προκειμένω πάσης ετέρας ειδικής ή γενικής διατάξεως, προβλεπούσης μειωμένον τόκον δια το δημόσιον ή οιαδήποτε έτερα πρόσωπα".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μόνη η καθυστέρηση της πληρωμής της πιστοποιήσεως εκτελεσθεισών εργασιών και του οφειλομένου γι’ αυτές ανταλλάγματος, πέρα από το δίμηνο από την υποβολή της, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, καθιστά, αυτομάτως, υπερήμερο τον κύριο του έργου, ο οποίος από την παρέλευση του διμήνου αυτού και μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού της πιστοποιήσεως, οφείλει αυτοδικαίως, δηλαδή χωρίς καμία όχληση τον τόκο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά (ΣτΕ 2108/2008, 2023/2006, 1914/2004).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006). Εξάλλου, κατά την έννοια του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004), όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τα ακόλουθα περιστατικά που ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική διαδικασία: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) προκήρυξε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό που διενεργήθηκε στις 20-12-1984 στα Χανιά για τη δημοπράτηση της κατασκευής του έργου "Αξιοποίηση Υδατικού Δυναμικού Δυτικής Κρήτης..." στο οποίο ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) αναδείχθηκε τελευταίος μειοδότης.

Με την από 2-2-1985 εργολαβική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου και τον ενάγοντα, ο τελευταίος ανέλαβε ως εργολάβος την εκτέλεση του παραπάνω έργου, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται στην ως άνω σύμβαση. Κατά το άρθρο 1 της εν λόγω σύμβασης η εργολαβία διεπόταν και το έργο θα εκτελούνταν σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων....και των λοιπών συμβατικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στη διακήρυξη.

Κατά το άρθρο 2 αυτής η αμοιβή του εργολάβου συμφωνήθηκε και καθορίστηκε στο αναφερόμενο κατά μονάδα ποσό του από 20-12-1984 τιμολογίου προσφοράς του εργολάβου και του από 20-12-1984 προϋπολογισμού προσφοράς αυτού. Ο ενάγων-ανάδοχος συνέταξε και υπέβαλε με την με αριθ. ...11-7-1988 αναφορά του την Τελική Επιμέτρηση (Τελικό Συνοπτικό Επιμετρητικό Πίνακα), στον οποίον αναφέρει αναλυτικά τις εκτελεσθείσες εργασίες και την ανάλογη αμοιβή αυτού ...

και ταυτόχρονα δήλωνε ότι ολοκλήρωσε το έργο και ζητούσε τη σύσταση Επιτροπής για την προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου από τον εναγόμενο.... Μετά από συνεχείς διαφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων ως προς το θέμα της παραλαβής του έργου, που είχαν μεγάλη χρονική διάρκεια με συνέπεια την καθυστέρηση πληρωμής του ενάγοντος, ο εναγόμενος Οργανισμός συνέστησε στις 28-9-1992 Επιτροπή για τον έλεγχο των επιμετρήσεων και κοινοποίησε στον ενάγοντα τα Π.Π.Α.Ε, όπως είχαν διορθωθεί από την Επιτροπή, τα οποία ο ενάγων υπέγραψε με επιφύλαξη....

Με την με αριθ. πρωτ. .../6-6-1994 απόφαση του εναγομένου νομικού προσώπου συνεστήθη Επιτροπή προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, η οποία συνέταξε τον 2ο Συγκριτικό Πίνακα (Σ.Π.), με βάση τις διενεργηθείσες επιμετρήσεις. Αυτός ο Πίνακας εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την …1994 απόφαση του....

Ο ενάγων, αφού έλαβε υπόψη του τις ποσότητες εργασιών που επιμέτρησε η Επιτροπή και τον 2ο Σ.Π. συνέταξε και υπέβαλε στις 20-5-1994 στο αρμόδιο όργανο του εναγομένου την 11η Πιστοποίηση (προς πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών), για να ζητήσει την πληρωμή της αμοιβής του για τις εργασίες που περιλάμβανε αυτή. Η εν λόγω Πιστοποίηση, όμως, δεν εγκρίθηκε από τον εναγόμενο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 7 παρ. 1 ν.

δ/τος 1266/1972, ούτε μέσα στη δίμηνη προθεσμία που προβλέπεται για την έναρξη της τοκογονίας προς πληρωμή ποσού, αλλά τελικά εγκρίθηκε στις 26-10-1994, δηλαδή 5 μήνες μετά την υποβολή της στην υπηρεσία, για ποσό 35.331.457 δραχμών πλέον ΦΠΑ από 6.359.752 δραχμές. Το ποσό αυτό, όμως, από τότε μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα, χωρίς υπαιτιότητα αυτού.

Επομένως, ο τελευταίος δικαιούται τόκους υπερημερίας επί του ως άνω ποσού μετά την πάροδο διμήνου από τον χρόνο υποβολής της πιστοποίησης... μέχρι του χρόνου άσκησης της αγωγής, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο για την περίοδο αυτή που ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από 21-7-1994 μέχρι 27-9-1994 στο 37% ...και για το χρονικό διάστημα από 28-9-1994 μέχρι 31-12-1994 στο 34%....

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο ενάγων έχει δικαίωμα να λάβει τόκους υπερημερίας από τον εναγόμενο Οργανισμό για το παραπάνω κεφάλαιο των 35.331.457 δραχμών...., δηλαδή το συνολικό ποσό των 5.597.897,97 δραχμών. Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) που αναλογεί συνολικά στο ποσό των τόκων υπερημερίας ανέρχεται σε 1.007.614,43 δραχμές....

Συνεπώς ο ενάγων έχει δικαίωμα να λάβει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των... 48.296.681 δραχμών ή το ισόποσο των 141.736,41 ευρώ. Περαιτέρω.... δεν προέκυψε υπαιτιότητα του ενάγοντος για την μη πληρωμή της 11ης Πιστοποίησης, εφόσον κατά την ημερομηνία υποβολής της (20-5-1994) ο εναγόμενος είχε ήδη προβεί στις απαραίτητες επιμετρήσεις των εργασιών και στη σύνταξη του 2ου Συγκριτικού Πίνακα και συνεπώς ο ισχυρισμός του τελευταίου περί αδυναμίας του να ελέγξει τις εργασίες που εκτελέστηκαν από υπαιτιότητα του εναγομένου (το ορθό ενάγοντος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ίδιο ανωτέρω ποσό κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας και ΦΠΑ επ’ αυτών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 16, 17 του ν.δ. 1266/1972, των άρθρων 2 παρ. 1 περ.

α, 15 παρ. 3 του ν. 1646/1986, και 346 ΑΚ, ενώ ορθά επίσης δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 1882/1990, της Υ.Α. 2048300/6844-11/00 της 9-8-1990, 39 παρ.7 του ν. 2065/1992 και 342 ΑΚ, διέλαβε δε στη απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, κρίνοντας το Εφετείο, ανελέγκτως, ότι χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, αναδόχου του έργου η πληρωμή καθυστέρησε πέραν του διμήνου από της υποβολής στον αναιρεσείοντα οργανισμό της 11ης πιστοποίησης πληρωμής των εκτελεσθεισών υπ’ αυτού εργασιών, τις οποίες υπολόγισε αυτός με βάση τις διενεργηθείσες από τον αναιρεσείοντα επιμετρήσεις που περιελήφθησαν και στον 2ο Συγκριτικό Πίνακα, ορθά δέχθηκε στη συνέχεια ότι ο τελευταίος κατέστη αυτοδικαίως υπερήμερος και δικαιούται τόκους υπερημερίας επί του οφειλομένου εργολαβικού ανταλλάγματος μετά την εκπνοή της δίμηνης προθεσμίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1266/1972, που προβλέπεται για την έναρξη της τοκογονίας, χωρίς δηλαδή να απαιτείται για την έναρξη της τοκογονίας όχληση, ούτε προσκόμιση αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, τα οποία άλλωστε απαιτούνται μόνον για την πληρωμή των απαιτήσεων, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Εξάλλου, ορθά το δικαστήριο επιδίκασε τόκους επιδικίας, εφόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, η επίδοση της αγωγής δημιουργεί υποχρέωση καταβολής νομίμων τόκων και αν ακόμη ο οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχθηκε υπερημερία του ίδιου, αν και ο αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε τα προαναφερθέντα ως άνω πιστοποιητικά και επιδίκασε τόκους επιδικίας χωρίς υπερημερία αυτού, είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, εφόσον διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001 και 12/2000). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του "ότι δεν θα έπρεπε να επιδικαστεί στον αντίδικο ο ΦΠΑ (και οι τόκοι υπερημερίας επ’ αυτού), δεδομένου ότι ο τελευταίος ουδέποτε απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, αφού δεν είχε εκδώσει σχετικό τιμολόγιο".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε πρωτοβαθμίως και επαναφέρθηκε στο εφετείο με λόγο εφέσεως, σε κάθε περίπτωση δε διότι δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά νομικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ’ ύλην αρμοδιότητος ή αναρμοδιότητος αυτού του ιδίου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (Ολ. ΑΠ 3/1991, 30/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που δίκασε επί εφέσεων αυτού και του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, την αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν δέχθηκε την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του εις πρώτον βαθμό δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Η προβαλλόμενη, όμως, αυτή αιτίαση, μη αναφερόμενη σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικώς με την δική του αρμοδιότητα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Μαρτίου 2010 αίτηση του Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.ΔΥ.Κ) ν.π.ι.δ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 218/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσειοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ