Legislator Case Law & Legislation
1917/2014 AI generated

1917/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1917/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1917/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ.

Keywords

AI generated
mental health status substance addiction adjustment disorder deportation despite health issues fitness to drive unfit notwithstanding health condition
AI generated
1420/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
821/2013
Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, citing withdrawal of challenge and inadmissible grounds.
1073/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1874/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
163/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2023 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1917 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1917/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

\

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παρασκευά Αρβανιτάκη και Γεώργιο Σμυρναίο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Κ. του Δ. και 2)Β. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Βαλτούδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31354/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1833/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1718ΑΚ διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Ειδικότερα κατά το άρθρο 1719 αριθ.3ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του ν.2447/1996, ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ.

ΙαΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή όταν δεν εφαρμόζεται ο πιο πάνω κανόνας, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ,19ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Η Μ. χήρα Ι. Ν. το γένος Α. Α., γεννηθείσα το έτος 1925, απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη στις 5/4/2008. Αυτή από το νόμιμο γάμο της με τον προαποβιώσαντα σύζυγο της Ι.

Ν. δεν απέκτησε γνήσιους κατιόντες, δεν είχε δε πλησιέστερους συγγενείς παρά μόνο τα πρώτα ξαδέλφια της από την μητρική γραμμή. Το 1976 η Μ. Ν. και ο σύζυγος της Α. προσέλαβαν τότε την ηλικίας 25 ετών Σ. Κ., μητέρα των εναγουσών, ως οικιακή βοηθό. Το 1977 απεβίωσε ο Α. Ν., έτσι η Μ. Ν. ζήτησε από την Σ. Κ. να διαμείνει πλέον μαζί της, δοθέντος ότι στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους φιλικός δεσμός και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης.

Το έτος 1984 η Σ. Κ. τέλεσε νόμιμο γάμο με το Δ. Κ., πατέρα των εναγουσών. Στη συνέχεια η Μ. Ν. βάφτισε τις δύο θυγατέρες που απέκτησε η Σ. Κ. από το γάμο της, δηλαδή τις ενάγουσες, με τις οποίες αυτή συνδέθηκε με στενό δεσμό και ήταν γι' αυτή τα μέλη της οικογένειας Κ. από τα πλέον προσφιλή της πρόσωπα. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι το έτος 2004 η Μ.

Ν. ρύθμισε την τύχη της κληρονομιαίας περιουσίας της. Έτσι στις 21/12/2004 συνέταξε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανή Πουργάνη-Λέπεση την υπ' αριθ. .../2004 δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 1099/2008 πρακτικά δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της και εγκατέστησε μοναδικές κληρονόμους της τις ενάγουσες, στις οποίες κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.

Ειδικότερα στην πρώτη ενάγουσα Μ. Κ. κατέλειπε: 1) ένα διαμέρισμα, κείμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, και στον 4° όροφο της επί της οδού Κερασούντος οικοδομής, μαζί με όλο τον εξοπλισμό του, στο οποίο η διαθέτιδα διέμεινε, 2) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου κείμενο στην Αθήνα, επί της οδού Σπετσών αριθ….

στην περιοχή Κυψέλης, 3) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού της μεριδίου οικοπέδου που αντιστοιχεί στον αέρα της επί της οδού Κερασσούντος αριθ…. οικοδομής, 4) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού της μεριδίου ακινήτου, κείμενου στις Μηλιές Πηλίου, 5) το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας αποθήκης, κείμενης στο υπόγειο της επί της Κερασσουντος αριθ….

οικοδομής, 6) το 1/2 εξ αδιαιρέτου όλης της υπόλοιπης τυχόν ευρεθησόμενης περιουσίας της και 7) το 1/2 εξ αδιαιρέτου όλης της υπόλοιπης κινητής περιουσίας της απ' ό,τι και αν αποτελείται. Στη δεύτερη ενάγουσα Β. Κ. η διαθέτιδα κατέλειπε: 1) ένα διαμέρισμα, κείμενο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και στον 4° όροφο της επί της οδού Κερασσουντος οικοδομής, 2) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, κειμένου στην Αθήνα επί της οδού Σπετσών αριθ….

στην περιοχή Κυψέλης, 3) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού της μεριδίου οικοπέδου που αντιστοιχεί στον αέρα της επί της οδού Κερασσουντος αριθ. … οικοδομής, 4) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού της μεριδίου ακινήτου, κείμενου στις Μηλιές Πηλίου, 5) το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας αποθήκης, κείμενης στο υπόγειο της επί της Κερασσουντος αριθ.

… οικοδομής, 6) το 1/2 εξ αδιαιρέτου όλης της υπόλοιπης τυχόν ευρεθησόμενης περιουσίας της και 7) το 1/2 εξ αδιαιρέτου όλης της υπόλοιπης κινητής περιουσίας της απ' ό,τι και αν αποτελείται, πλην του εξοπλισμού του άνω διαμερίσματος. Στις 29/9/2006 η Μ. Ν. προέβη στην σύνταξη νεώτερης διαθήκης, ήτοι της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.

…/2006 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε στην οικία της από τον συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 1444/22-7-2008 πρακτικά δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με τη νεώτερη αυτή διαθήκη η Μ. Ν. ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της και εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της τους εναγομένους, τέκνα του πρωτοξαδέλφου της Α.

Ρ.. Ειδικότερα στην διαθήκη αυτή η διαθέτιδα αναφέρεται γενικά στην κληρονομιαία περιουσία της χωρίς να κάνει οποιοδήποτε προσδιορισμό των στοιχείων της σε αντίθεση με την προγενέστερη διαθήκη της όπου καθόριζε με κάθε λεπτομέρεια την τύχη των περιουσιακών της στοιχείων, και αναφέρει κατά λέξη τα κατωτέρω: "Ανακαλώ πλήρως, παντελώς, ολοσχερώς, ρητώς, οριστικώς και αμετακλήτως και ακυρώνω καθ' όλον αυτών το περιεχόμενο πάσα τυχόν οιοδήποτε τύπου, φύσεως και περιεχομένου προγενεστέρα διαθήκη μου οπουδήποτε και οποτεδήποτε συνταγείσα και εγκαθιστώ και ονομάζω δια της παρούσης αποκλειστικούς και μόνους κληρονόμους μου εφ' απάσης της κατά το χρόνο του θανάτου μου ευρεθησομένης οιασδήποτε κινητής και ακινήτου περιουσίας μου κατ' αποκλεισμόν οιουδήποτε ετέρου τα ανίψια μου Θ.

και Ζ. Ρ., παιδιά του μοναδικού μου πρωτοξαδέλφου Α. Ρ.". Η διαθήκη αυτή ισχυρίζονται οι ενάγουσες ότι είναι αυτοδικαίως άκυρη, γιατί η Μ. Ν. κατά τον χρόνο της σύνταξης της βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η Μ.

Ν. ήταν έξυπνη, λογική και μορφωμένη, είχε τελειώσει τη φιλοσοφική και εργαζόταν ως καθηγήτρια, πλην όμως αυτή κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλομένης διαθήκης σε ηλικία 81 ετών δεν διατηρούσε πλέον τη διανοητική της διαύγεια και ικανότητα να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς, και ιδίως, την ικανότητα κανονικής επιλογής ελατηρίων για τη διαμόρφωση της βουλήσεως, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη διαθήκη να είναι αυτοδικαίως άκυρη και να θεωρείται εξ αρχής ως μη γενόμενη.

Βέβαια ο μάρτυς Ι. Χ., ιατρός παθολόγος, που παραστάθηκε ως μάρτυς κατά τη σύνταξη της διαθήκης αυτής και η κατάθεση του περιέχεται στην άνω υπ' αριθ. .../2009 ένορκη βεβαίωση, καταθέτει ότι κατά την σύνταξη της άνω διαθήκης στην οικία της Μ. Ν. αυτή ήταν σε πολύ καλή διάθεση, αντιλαμβανόταν απόλυτα τι γινόταν και δε δημιουργούσε στους τρίτους την εντύπωση με την συμπεριφορά της ότι αυτή "έχει κάποιο νοητικό πρόβλημα".

Η κατάθεση όμως του εν λόγω μάρτυρα περί της πνευματικής κατάστασης της Μ. Ν. αποτελεί αντικειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και όχι αποτέλεσμα που έχει εξαχθεί μετά από εξέταση των ψυχονοητικών και γνωστικών της λειτουργιών, γι' αυτό και δεν κρίνεται πειστική. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία η διαθέτιδα από τον Απρίλιο του 2006, περίπου, άρχισε να εμφανίζει έντονη ψυχοκινητική δραστηριότητα, ευερεθιστότητα που συχνά γινόταν επιθετική και μάλιστα η μάρτυς αποδείξεως, η οποία διαμένει στην ίδια οικοδομή, ήτοι επί της οδού Κερασσούντος αριθ.

… στην Καλαμαριά, καταθέτει ότι από το Πάσχα περίπου του 2006 και μετά η Μ. Ν. μιλούσε άσχημα σε όλους, εξύβριζε τους γείτονες, τους οποίους με δυσκολία αναγνώριζε, καθώς επίσης πως γινόταν άμεσα αντιληπτό στους τρίτους ότι η διαθέτιδα βρισκόταν πλέον σε σύγχυση. Η ίδια μάρτυς αναφέρει επίσης ότι η τελευταία στο άνω χρονικό διάστημα παρουσίαζε διαταραχές του κύκλου του ύπνου, αφού συχνά κατά τη διάρκεια της νύχτας δημιουργούσε προβλήματα στους περιοίκους με έντονες φωνές και κλάματα, χαρακτηριστικά δε η μάρτυς αυτή καταθέτει πως και η ίδια άλλες φορές παρότρυνε τη μητέρα των εναγουσών Σ.

Κ., που φρόντιζε πάντα την άνω διαθέτιδα, να μεριμνήσει, ώστε να χορηγηθεί στην τελευταία σχετική φαρμακευτική αγωγή, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η ψυχική ταραχή που αυτή εμφάνιζε "...δώστε της κάτι δε μας αφήνει να κοιμηθούμε το βράδυ, γιατί φώναζε, έκλαιγε, ούρλιαζε στην κυριολεξία..." αναφέρει στην κατάθεση της.

Περαιτέρω από το καλοκαίρι του 2006 η κατάσταση της υγείας της Μ. Ν. εμφάνισε επιδείνωση, αφού αυτή παρουσίαζε συγχυτική κατάσταση με έντονες διαταραχές συμπεριφοράς. Στις 13/6/2006 κατά την επίσκεψη της στο ιατρικό κέντρο της EXPRESS SERVICE διαγνώσθηκε, πως αυτή έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο, συγκεκριμένα δε, στο σχετικό δελτίο εξέτασης, που υπογράφει η ιατρός ειδική νευρολόγος Σ.

Σ. αναφέρεται: Αιτιάσεις: Διαταραχές μνήμης και συμπεριφοράς, Κλινικά - εργαστηριακά ευρήματα: Διαταραχή προσανατολισμού σε χρόνο - χωρίς εστιακή νευρολογική σημειολογία βαρηκοΐα άμφω, Διάγνωση: οργανικό ψυχοσύνδρομο, ενώ συγχρόνως διαγνώσθηκε ότι αυτή έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer. Στο άνω δελτίο δεν αναφέρεται βέβαια εάν η Μ.

Ν. υποβλήθηκε σε εξέταση για την ανίχνευση της κατάστασης των ψυχονοητικών και γνωστικών της λειτουργιών, πλην όμως η αναφερόμενη σε αυτό διάγνωση είναι η προαναφερόμενη, ήτοι οργανικό ψυχοσύνδρομο, συγχρόνως δε για την αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας αυτής της χορηγήθηκε ειδική φαρμακευτική αγωγή και, συγκεκριμένα ταμπλέτες Aricept των 5mg 1X1 την ημέρα και ταμπλέτες Risperdal του Img 1/z Χ 1 την ημέρα.

Η άνω φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στην Μ. Ν., κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των συμπτωμάτων της άνοιας σε άτομα που έχει διαγνωσθεί ότι πάσχουν από την νόσο Alzheimer (ταμπλέτες Aricept), όπως επίσης ενδείκνυται για τη θεραπεία οξέων και χρόνιων σχιζοφρενικών ψυχώσεων και άλλων ψυχωσικών καταστάσεων (ταμπλέτες Risperdal).

Βέβαια η άνω ιατρός στην κατάθεση της στην άνω από 11/2/2011 ένορκη εξέταση της, που παραδεκτά και όχι από λόγους στρεψοδικίας προσκομίζεται το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο από την εκκαλουσα, αναφέρει ότι το οργανικό ψυχοσύνδρομο από το οποίο διέγνωσε πως έπασχε η Μ. Ν. "..δεν είναι όρος ταυτόσημος της άνοιας, είναι πολύ γενικότερος και ελαφρύτερος αυτής.

Συνίσταται σε διαταραχή των ανωτέρων ψυχολογικών και ψυχονοητικών λειτουργιών και της συμπεριφοράς ενός ατόμου εξαιτίας μιας πιθανής εγκεφαλικής βλάβης και..", καταθέτει επίσης ότι δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί η δικαιοπρακτική ικανότητα της ασθενούς, γιατί προς τούτο απαιτείται, εκτός των άλλων και εργαστηριακή διερεύνηση.

Στην άνω κατάθεση της η μάρτυς αυτή αναφέρει επίσης ότι το άνω δελτίο δεν αποτελεί ιατρική γνωμάτευση, καθώς και ότι δεν διαπιστώθηκε πως η Μ. Ν. έπασχε ".. από άνοια οποιασδήποτε μορφής και πολύ περισσότερο από τύπου Alzheimer..". Η κατάθεση όμως της εν λόγω ιατρού, αναιρείται από την προαναφερόμενη διάγνωση της, καθώς και την φαρμακευτική αγωγή που αυτή χορήγησε στην διαθέτιδα, είναι δε πρόδηλο πως δεν θα της χορηγείτο η παραπάνω αγωγή σε περίπτωση, κατά την οποία δεν είχε ανιχνευθεί διαταραχή των γνωστικών της λειτουργιών.

Στις 30/10/2006 η Μ. Ν. εισήλθε στην Πνευμονολογική Κλινική του 424 ΓΣΝΕ, όπου νοσηλεύθηκε και εξήλθε στις 1/11/2006 με διάγνωση: 1-Ασθματική βρογχίτιδα υπό θεραπεία σε βελτίωση και 2-Ανοΐκό σύνδρομο, όπως αναφέρεται στο από 1/11/2006 εξιτήριο. Στη συνέχεια η ίδια η εκκαλουσα με την υπ' αριθ.641/27-11-2006 αίτηση της προς της Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης γνωστοποίησε την ανάγκη να τεθεί η Μ.

Ν. σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, για το λόγο ότι η τελευταία έπασχε από ανοϊκό σύνδρομο, το οποίο ως αναφέρει στην σχετική αίτηση της, ".. αποκλείει τη χρήση του λογικού τις περισσότερες ώρες της ημέρας, έτσι ώστε λόγω αυτής της διανοητικής διαταραχής να παρουσιάζει έντονα προβλήματα προσαρμογής, αυτοεξυπηρέτησης και να αδυνατεί παντελώς να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της, τις υποθέσεις της και την περιουσία της ..", ζητούσε επίσης να ορισθεί προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια της η μητέρα της Α.

Ρ.. Μετά από αυτά με την από 11/12/2006 αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο ζητήθηκε να τεθεί η Μ. Ν. σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και να ορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης η άνω Α. Ρ., ζητήθηκε δε επίσης η έκδοση προσωρινής διαταγής για το διορισμό της τελευταίας ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας, όπως και πράγματι αυτή ορίστηκε προσωρινά με διαταγή του αρμοδίου προς τούτο Δικαστή.

Παρόμοια αίτηση κατέθεσαν επίσης στις 7/12/2006 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης οι εφεσίβλητες και οι γονείς τους Σ. και Δ. Κ. και με την αίτηση τους αυτή ζητούσαν να τεθεί η Μ. Ν. υπό δικαστική συμπαράσταση, για το λόγο ότι αυτή έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο, καθώς και να ορισθεί δικαστική συμπαραστάτρια η Σ.

Κ.. Κατά τη συζήτηση της άνω αιτήσεως παρενέβη προσθέτως υπέρ της αιτούσας Εισαγγελέως Πρωτοδικών με την από 21/3/2007 πρόσθετη παρέμβαση του ο δεύτερος εναγόμενος Θ. Ρ., ζητούσε δε μ' αυτή να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση. Κατά την συζήτηση της αιτήσεως εξετάσθηκε ως μάρτυς του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δευτέρου εναγομένου , η Μ.

Β. , η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός της Μ. Ν. ως το έτος 2005 και η κατάθεση της αυτή περιέχεται στα 32.410/14-6-2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Η άνω μάρτυς στην εν λόγω κατάθεση της αναφέρει ότι η Μ. Ν. άρχισε να έχει προβλήματα από το 2004 περίπου μεγάλο πρόβλημα στο να μην αντιλαμβάνεται έχει εδώ και 2 χρόνια χρειάζεται πλέον άτομο να την περιποιείται δεν μπορεί να κάνει τίποτε μόνη.

Έδωσε στη Σ. Κ. εδώ και 5 χρόνια πληρεξούσιο για να παίρνει την σύνταξη και να κάνει τις δουλειές... η κατάθεση της δε αυτή κρίνεται πιο αξιόπιστη από όσα αυτή αναφέρει στην κατάθεση της που περιλαμβάνεται στην άνω υπ' αριθ. 1355/2009 ένορκη βεβαίωση. Επί της παραπάνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 32.410/2007 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ο ορισθείς δε πραγματογνώμονας Νευρολόγος - Ψυχίατρος Χ.

Χ. εξέτασε την Μ. Ν. στις 15-10-2007. Κατά την γενομένη εξέταση της διαπίστωσε ότι αυτή έπασχε από σοβαρή ανοϊκή διαταραχή και εμφάνιζε σοβαρή διαταραχή του προσανατολισμού στο χώρο, διαταραχή μνήμης, της σκέψεως, της κριτικής ικανότητος και γενικά όλων των ανωτέρων ψυχικών λειτουργίας εμφάνιζε επίσης παρανοϊκές ιδέες και ιδέες μεγαλείου, η επικοινωνία της δε με το περιβάλλον ήταν δυσχερής.

Επιπλέον, ως διαγνώσθηκε, δεν διέθετε αυτή λογική σκέψη για εκτίμηση γεγονότων και καταστάσεων Στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται επίσης, ότι η παραπάνω πάθηση (σοβαρή ανοϊκή διαταραχή) αποτελεί ψυχωσική μεταβολή της προσωπικότητας και στερεί από τον πάσχοντα την δυνατότητα χρήσης της λογικής προκειμένου να επικοινωνεί με το περιβάλλον.

καθώς επίσης και ότι η ανοϊκή διαταραχή (αγγειακή ή εκφυλιστική), μετά την εμφάνιση της παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση με την πάροδο του χρόνου, η πορεία δε της επιδείνωσης είναι εξατομικευμένη. Κατά την εξέταση της διαθέτιδος από τον πραγματογνώμονα στην κλίμακα Μ.M.S.E (Mini Mental State Examination) αυτή συγκέντρωσε 7 πόντους,.

γεγονός που προσδιορίζει την πάθηση της. ως σοβαρή ανοϊκή διαταραχή, ως αναφέρεται στην ως άνω έκθεση. Βέβαια η εξέταση της Μ. Ν. από τον πραγματογνώμονα και η διαπίστωση από μέρους του ότι αυτή έπασχε από σοβαρή ανοϊκή διαταραχή, με αποτέλεσμα να μην έχει την ικανότητα να. προσδιορίζει ελεύθερα τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς, και ιδίως την ικανότητα κανονικής επιλογής των ελατηρίων για τη διαμόρφωση της βουλήσεως της, έγινε μετά την πάροδο έτους και πλέον από την σύνταξη της προσβαλλομένης διαθήκης, πλην όμως ήδη από τον Ιούνιο του 2006 είχε διαπιστωθεί ότι αυτή έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer, τούτο δε επιβεβαιώνεται τόσο από την αναφερομένη στο άνω δελτίο εξέτασης διάγνωση (οργανικό ψυχοσύνδρομο) όσο και στην αναφερόμενη στο άνω εξιτήριο διάγνωση (ανοϊκό σύνδρομο, FO 3) Οι διάδικοι βέβαια προσκομίζουν ιατρικές γνωματεύσεις ,οι οποίες αφ' ενός αντιφάσκουν μεταξύ τους και αφ' ετέρου συντάχθηκαν μετά το θάνατο της διαθέτιδος από την μελέτη και τα στοιχεία του ιατρικού της φακέλου χωρίς φυσικά να προηγηθεί οποιαδήποτε εξέταση προς ανίχνευση των νοητικών λειτουργιών της τελευταίας .

Ειδικότερα στην από 6-4-2009 ιατρική γνωμάτευση της Νευρολόγου - Ψυχιάτρου Μ. Τ. αναφέρεται πως, αν ληφθεί υπόψη ότι τον Οκτώβριο του 2007 διαπιστώθηκε πως η διαθέτιδα έπασχε από σοβαρή άνοια και δεν μπορούσε να διατυπώσει τις επιθυμίες και την βούληση της , <...Τον Σεπτέμβριο επομένως του 2006, όταν συντάχθηκε η τελευταία διαθήκη, η ασθενής επίσης δεν θα διέθετε τις ανάλογες νοητικές ικανότητες, διότι η κλίμακα που εξετάζουμε τη σοβαρότητα της άνοιας, η MMSE, θα ήταν το πολύ 2-4 βαθμούς καλύτερη σύμφωνα με τα βιβλιογραφικά δεδομένα, διότι η νόσος αυτή εξελίσσεται προοδευτικά.

Επομένως θα κυμαινόταν από 9 έως 11, επίσης σοβαρό στάδιο...>. Στην από 14-5-2009 ιατρική γνωμάτευση του Επίκουρου, καθηγητή ψυχιατρικής του ΑΠΘ Κ. Φ., που έγινε πάλι με βάση τον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδος, αναφέρεται ότι η τελευταία έπασχε από ανοϊκό σύνδρομο πιθανόν τύπου Alzheimer .και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι <Ως εκ τούτου είναι πολύ πιθανόν η αποβιώσασα, κατά τη χρονική περίοδο του Σεπτεμβρίου 2006, η οποία προηγείται του ιστορικού όπως καταγράφεται στα έγγραφα τα οποία έλαβα υπόψη μου, να είχε επαρκή ψυχοδιανοητική δυνατότητα, ώστε να συντάξει διαθήκη.

Σε κάθε περίπτωση η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί, με βάση το ιστορικό όπως αυτό έχει καταγραφεί>. Στην από 14-5-2009 ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου - Ψυχιάτρου Μ. Κ., που δόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτή έγγραφα, αναφέρεται <.... Πιθανολογώ ότι η κατάσταση της ασθενούς κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης ( Σεπτέμβριος 2006), δεν ήταν τέτοια που να μην επιτρέπει στην ασθενή να συντάξει διαθήκη με επίγνωση των γραφομένων αποφάσεων της.

Διότι η διάγνωση "ανοϊκού συνδρόμου "δεν καθιστά απόλυτη την πρόγνωση ότι η ασθενής δεν δύναται να δικαιοπρακτεί>. Από τις ανωτέρω όμως γνωματεύσεις δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλή δικανική πεποίθηση ενώ αντίθετα από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από το προαναφερόμενο δελτίο εξέτασης και από το εξιτήριο του 424 ΓΣΝΕ αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης έπασχε από ανοϊκό σύνδρομο ,το οποίο της είχε προκαλέσει μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής χρήσης και φυσικά δεν έπασχε αυτή από απλή νοητική μείωση, η οποία συνοδεύει τη γήρανση, φαινόμενο που είναι φυσιολογικό για την ηλικία της.

Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι οι νοητικές λειτουργίες της διαθέτιδος, εξ αιτίας της άνω νόσου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της διαθήκης ήταν σε τέτοια κατάσταση που αυτή αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης διαθήκης και να ενεργήσει ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς, όπως επίσης αυτή δεν είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεων της ούτε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της άνω διαθήκης.

Το γεγονός ότι η Μ. Ν. κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο δεν είχε την δυνατότητα να προσδιορίσει την βούληση της με λογικούς υπολογισμούς ενισχύεται : 1)από τις καταθέσεις των μαρτύρων, και ιδιαίτερα, της προαναφερόμενης μάρτυρος αποδείξεως και της Μ. Β., 2) από το γεγονός ότι η ίδια η εκκαλούσα δύο μήνες μετά την σύνταξη της επίδικης διαθήκης ζήτησε να τεθεί η διαθέτιδα υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση αναφέροντας στην αίτηση της ότι η τελευταία έπασχε από ανοϊκό σύνδρομο και λόγω αυτής της διανοητικής διαταραχής παρουσίαζε έντονα προβλήματα προσαρμογής, αυτοεξυπηρέτησης και αδυνατούσε παντελώς να επιμεληθεί τον εαυτό της και την περιουσία της, 3) από το γεγονός ότι η διαθέτιδα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των σχετικών με τις ψυχονοητικές της λειτουργίες προσέφυγε από τον Ιούνιο του 2006 σε γιατρό νευρολόγο και ελάμβανε από τότε την άνω φαρμακευτική αγωγή που της συνεστήθη για την αντιμετώπιση της διανοητικής διαταραχής που εμφάνιζε.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αφού η διαθέτιδα κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης ήταν ανίκανη να προβεί στην σύνταξη αυτής για τους λόγους που προαναφέρονται η εν λόγω διαθήκης είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής ως μη γενόμενη... Τέλος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, που προβάλλεται με την ένδικη έφεση, ότι η διαθέτιδα ήταν ικανή για δικαιοπραξία, καθόσον στο επίδικο χρονικό διάστημα προέβαινε στην είσπραξη μισθωμάτων ελέγχεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού το γεγονός της είσπραξης των καταβαλομένων στην διαθέτιδα από την μητέρα των εναγουσών μισθωμάτων δεν αποδεικνύει από μόνο του την ύπαρξη δικαιοπρακτικής ικανότητος της διαθέτιδος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή για ακύρωση της προσβαλλόμενης διαθήκης πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και επικύρωσε, μετ' απόρριψη της έφεσης της εναγομένης (αναιρεσείουσας), την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ.3ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ότι η διαθέτης Μ.

Ν. κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, εξαιτίας μόνιμης νοητικής διαταραχής (έπασχε από ανοϊκό σύνδρομο) που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της, και επομένως, ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1719 αριθ.3ΑΚ.

Αντίφαση στο ανωτέρω σαφώς διατυπωμένο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου δεν προσδίδει η παραδοχή του ότι: "Η κατάθεση όμως του εν λόγω μάρτυρα (Ι. Χ. ιατρού παθολόγου που παραστάθηκε ως μάρτυς κατά την σύνταξη της διαθήκης) περί της πνευματικής κατάστασης της Μ. Ν. αποτελεί αντικειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και όχι αποτέλεσμα που έχει εξαχθεί μετά από εξέταση των ψυχονοητικών και γνωστικών της λειτουργιών, γι' αυτό και δεν κρίνεται πειστική", διότι πέραν του ότι όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτής, η αναγραφή της λέξης "αντικειμενική" αντί της ορθής "υποκειμενική" οφείλεται σε προφανή λεκτική παραδρομή της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρίση του Εφετείου ως προς τη μη απόδειξη της ικανότητας της διαθέτιδος να συντάξει την επίδικη διαθήκη (που αποτέλεσε και αρνητικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατά της ένδικης αγωγής) δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ανωτέρω (επάλληλη) αιτιολογία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και ο τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθ. Ια' και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου με τη βοήθεια των γενικών τεχνικών ή επιστημονικών γνώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.

β' ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του υπαγωγικού του συλλογισμού περί ανικανότητας της διαθέτιδος Μ. Ν. να συντάξει (δημόσια) διαθήκη λόγω ανοίκού συνδρόμου δέχθηκε ως δίδαγμα κοινής πείρας ότι "οι ταμπλέτες Aricept των 5mg 1x1 την ημέρα και ταμπλέτες Risperdal του Img 1/2x1 την ημέρα, πού συνταγογραφήθηκαν στο σχετικό δελτίο εξέτασης κατά την επίσκεψη της διαθέτιδος στο ιατρικό κέντρο της EXPRESS SERVICE χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των συμπτωμάτων της άνοιας σε άτομα που έχει διαγνωσθεί ότι πάσχουν από τη νόσο Alzheimer (ταμπλέτες Aricept), όπως επίσης ενδείκνυνται για τη θεραπεία οξέων και χρόνιων σχιζοφρενικών ψυχώσεων και άλλων ψυχωσικών καταστάσεων (ταμπλέτες Risperdal)".

O λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα του Εφετείου δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προαναφερθείσα έννοια και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, αλλά χρησιμοποιήθηκε κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, δηλαδή του επικληθέντος και προσκομισθέντος δελτίου εξέτασης της 13/6/2006.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.20ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου, προβαίνοντας σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του και αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς ωστόσο τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 13/6/2006 δελτίου ιατρικής εξετάσεως της EXPRESS SERVICE, στο οποίο στηρίχθηκε αποκλειστικά για τη διαμόρφωση του επιζήμιου για την αναιρεσείουσα αποδεικτικού του πορίσματος ότι η διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης από 29/9/2006 διαθήκης, έπασχε από ψυχική ή διανοητική διαταραχή η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της και ότι, συνακόλουθα, αυτή (η διαθήκη) είναι άκυρη.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αν και στο επίμαχο δελτίο εξέτασης, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν στην κατ' έφεση-δίκη οι αναιρεσίβλητες, αναγράφεται η διάγνωση ότι η διαθέτης Μ. Ν. "έπασχε από οργανικό σύνδρομο", το Εφετείο δέχθηκε ότι "συγχρόνως διαγνώσθηκε ότι αυτή έπασχε από άνοια τύπου Alzheimer", φράση η οποία δεν περιέχεται στο πιο πάνω έγγραφο.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο, αλλά και στα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση, από τη συνεκτίμηση των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ανικανότητα της διαθέτιδος να συντάξει την προσβαλλόμενη διαθήκη, και σε κάθε περίπτωση .δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, με βάση την αναφερόμενη διάγνωση του "οργανικού ψυχοσυνδρόμου" (και όχι της άνοιας τύπου Alzheimer) και τη χορηγηθείσα ειδική φαρμακευτική αγωγή, για την άντληση επιπροσθέτου ενισχυτικού επιχειρήματος της αποδεικτικής του κρίσης ως προς τη διανοητική κατάσταση της διαθέτιδος.

Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του αριθ. 11γ' του άρθρου 559ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσης του έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ολ.

ΑΠ42/2002). Για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του (ΑΠ487/2002).

Ο ίδιος όμως λόγος είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφαση του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως, από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με την έφεση και τις προτάσεις της στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη είναι έγκυρη, διότι η διαθέτης Μ.

Ν. κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της (διαθήκης) δεν έπασχε από πνευματική ασθένεια που εμπόδιζε την ελεύθερη έκφραση της βούλησης της. Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 14/5/2009 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου, Διευθυντή Β' Ψυχιατρικής Κλινικής, Ιατρείου Μνήμης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης Α.

Τ. και β) οκτώ χειρόγραφες και ενυπόγραφες απ' τη διαθέτιδα (αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων, των μηνών Μαρτίου έως Οκτωβρίου 2006, ενός ακινήτου που εκμίσθωνε η ίδια στις αναιρεσίβλητες. Από την επισκόπηση όμως της απόφασης του Εφετείου, και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι από την ειδική μνεία των επικαλούμενων αποδείξεων μισθωμάτων, καθώς και από όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού του συλλογισμού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα παρά την έλλειψη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός από αυτά.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/2/2012 αίτηση της Ζ. Ρ. για αναίρεση της 1833/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ