Legislator Case Law & Legislation
1917/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to serve supplementary briefs 30 days prior to hearing.

Case Number 1917/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decisions regarding a civil dispute involving multiple defendants. The court ruled that the appeal was inadmissible because the supplementary briefs were not served on the appellants at least 30 days before the hearing, as required by law. Consequently, the bank was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2) and 111(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if supplementary briefs are not served on the appellants at least 30 days prior to the hearing.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal service of process Code of Civil Procedure supplementary briefs legal costs procedural deadline inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1917 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1917/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικολάου Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α. Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας διαχερίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Καφαλαίων" λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ2-4856/ 11-4-2006 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Πιστικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7, 8. Ψ8, 9. Ψ9, 10. Ψ10, 11. Ψ11, 12. Ψ12, 13. Ψ13 και 14. Ψ14. Οι: πρώτος, ενδέκατη και δέκατος τέταρτος εκ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μουλά, οι: δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος, δέκατος και δωδέκατος παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μουλά και οι: τετάρτη, έβδομη, όγδοος, ένατος, και δέκατος τρίτος παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο του Νεκταρία Μηγιάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3115/2002 όπως αυτή διορθώθηκε με την 85/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 4852/2005 μη οριστική και 5466/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της καθώς και με τα από 16-9-2008 και 18-9-2008 δικόγραφα προσθέτων επ' αυτής λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά το δεύτερο σκέλος αυτού του τρίτου λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών της 1179/19-10-2007 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, α) 167/16-9-2008 και β) 169/18-9-2008 δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της 5466 οριστικής απόφασης και 4852/2005 μη οριστικής, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1179/19-10-2007 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, (α) 167/16-9-2008 και (β) 169/18-9-2008 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλονται η 5466/1-8-2007 οριστική και 4852/10-6-2005 μη οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 9674/14-11-2000 αγωγή, με ενάγοντες τους (1) Ψ1, (2) Ψ2, (3) Ψ3, (4) Ψ4, (5) Α, (6) Ψ5, (7) Ψ6, (8) Β, (9) Ψ10, (10) Ψ11, (11) Ψ12, (12) Ψ13, (13) Ψ14 και εναγομένους (i) τον Γ (ii) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ" και (iii) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕ", εφέρετο προς διάγνωση αξίωση των δι' αυτής εναγόντων κατά των εναγομένων απορρέουσα από σύμβαση αποκτήσεως μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου και παράλληλα από την αποδιδόμενη στον πρώτο των εναγομένων άδικη και υπαίτια πράξη, προστηθέντα από τις συνεναγόμενές του ανώνυμες εταιρείες.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του πρώτου των εναγομένων, η 3115/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε στη συνέχεια με την 85/2003 απόφαση αυτού. Με την εν λόγω απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά τη θεμελίωσή της στην ενδοσυμβατική ευθύνη ως προς όλους τους εναγομένους και κατά την θεμελίωσή της στην αδικοπραξία κατά την απεύθυνσή της κατά της τρίτης των εναγομένων.

Κατά την τελευταία αυτή βάση της αξιολογήθηκε ως νόμιμη κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών εναγομένων, με νομικό της έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 922, 932, 346 ΑΚ, 375 ΠΚ, και στη συνέχεια ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά του πρώτου των εναγομένων, λόγω ομολογίας από την ερημοδικία του των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών, τα οποία αρνήθηκε η δεύτερη των εναγομένων και τάχθηκε το οικείο σε βάρος των εναγόντων, θέμα αποδείξεως.

Την απόφαση αυτή κατά την οριστική της διάταξη, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη γι' αμφότερες τις βάσεις της κατά την απεύθυνσή της κατά της τρίτης των εναγομένων, προσέβαλαν οι τέταρτη, πέμπτος, δωδέκατος των εναγομένων και οι Ψ7, Ψ8 και Ψ9, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 14-7-2004 ογδόου τούτων, με την 1363/20-2-2004 έφεση και οι λοιποί με την 1346/20-2-2004 έφεση.

Επί των εν λόγω εφέσεων συνεκδικαζομένων εκδόθηκε η 4852/10-6-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία θεωρήθηκε πως δεν ασκήθηκε η έφεση από τον πέμπτο των εναγομένων, λόγω παραιτήσεώς του από του δικογράφου αυτής. Αντίθετα, κατά παραδοχή τους ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δια των εν λόγω εφέσεων πρωτοβάθμιας αποφάσεως, διακράτηση και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έταξε το οικείο σε βάρος των εναγόντων θέμα αποδείξεως κατά την θεμελίωση της αγωγής στην ιστορική βάση της αδικοπραξίας του αρχικώς πρώτου των εναγομένων και τη σχέση προστήσεως αυτού με την τρίτη και ήδη μόνη εναγόμενη (ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕ), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια, μετά τη συγχώνευσή της δι' απορροφήσεως, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS AE".

Μετά τη διεξαγωγή των διαταχθεισών αποδείξεων επανήλθε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, της οποίας επακολούθησε, κατά παραδοχή της αγωγής, η έκδοση της 5466/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές της παραδοχές. Και ειδικότερα: "Στις αρχές 1999, όλοι οι αρχικοί ενάγοντες αποφάσισαν ταυτόχρονα, αν και ανεξάρτητα ο καθένας τους.

μετά από έρευνα της αγοράς, να επενδύσουν τις οικονομίες τους στα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η τρίτη εναγομένη εταιρία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Α.Ε.". Μετά από τηλεφωνική ή άλλη επικοινωνία με την δεύτερη εναγόμενη εταιρία, αυτή απέστειλε σε όλους τους ενάγοντες ξεχωριστά ως εκπρόσωπο της τον πρώτο εναγόμενο ο οποίος ήταν συμβεβλημένος ασφαλιστής της και ο οποίος τους επισκέφθηκε όλους σε διάφορα χρονικά διαστήματα για να τους ενημερώσει λεπτομερώς σχετικά με τις προοπτικές που θα μπορούσε να έχει μια επένδυση χρημάτων σε αμοιβαία κεφάλαια.

Μετά από λίγο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος αφού απέδειξε έμπρακτα σε όλους τους εναγόντες ξεχωριστά ότι είχε γνώση και εμπειρία του αντικειμένου και ότι ήταν ένας από τους πρώτους σε παραγωγή καλύτερους ασφαλιστές της παραπάνω εταιρίας και μέλος της λέσχης του Προέδρου της εταιρίας αυτής, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.

Επίσης πολλοί από τους ενάγοντες είχαν επισκεφθεί, πριν αλλά και μετά την πραγματοποίηση της επένδυσής τους, το υποκατάστημα ..... της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε.", στο οποίο η τρίτη εναγομένη εταιρία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Α.Ε." είχε διαθέσει στον πρώτο εναγόμενο πολυτελέστατο γραφείο και υπηρεσίες γραμματείας.

Πράγματι μετά από την ενημέρωση που έγινε από τον πρώτο εναγόμενο οι ενάγοντες, σε διαφορετικούς χρόνους, απεφάσισαν να αγοράσουν μερίδια στα αμοιβαία κεφάλαια της τρίτης εναγομένης εταιρίας. Για το σκοπό αυτό παρέδωσαν στον πρώτο εναγόμενο διάφορα ποσά. Για την είσπραξη των οποίων ο τελευταίος, αν και ενεργούσε για λογαριασμό της τρίτης εναγόμενης εταιρίας στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας που ασκούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας και προς το συμφέρον και των δύο εναγομένων εταιριών, εξέδωσε στο όνομά του και παρέδωσε στους εναγόμενους τις παρακάτω αποδείξεις είσπραξης των χρημάτων τους.

Συγκεκριμένα ο πρώτος των εναγόντων Ψ1 κατέβαλε με μετρητά στον πρώτο εναγόμενο στις 5-1-99 το ποσό των 4.500.000 δραχμών για την αγορά 2 τίτλων, ενός στο όνομά του, αξίας 3.000.000 δραχμών, και ενός στο όνομα της μητέρας του Ε αξίας 1.500.000 δραχμών. Την 13-1-99 παραδόθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ο τίτλος Νο ..... αξίας 3.000.000 δραχμών (αριθμός μητρώου στα αμοιβαία κεφάλαια της ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Νο .....), που έφερε το όνομα του πρώτου ενάγοντα και την 15-1-99 παραδόθηκε ο τίτλος Νο .....

αξίας 1.500.000 δραχμών (αριθμός μητρώου στα αμοιβαία κεφάλαια της ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Νο .....), που έφερε το όνομα της Ε. Έτσι ο πρώτος εναγόμενος κέρδισε την εμπιστοσύνη του πρώτου ενάγοντα, ο οποίος στη συνέχεια του κατέβαλε σε μετρητά, την 12-1-99 το ποσό των 17.000.000 δρχ. την 21-1-99 το ποσό των 2.000.000 δραχμών σε μετρητά και την .....

επιταγή, ποσού 7.000.000 δραχμών, πληρωτέα από τον ..... λογαριασμό του εκδότη που τηρούσε στην τράπεζα EUROBANK, η οποία εισπράχθηκε την ίδια ήμερα από τον συνεργάτη του πρώτου εναγομένου ΣΤ, και συνολικά το ποσό των 9.000.000 δραχμών, την 16-2-99 σε μετρητά το ποσό των 3.000.000 δραχμών, την 23-3-99 σε μετρητά το ποσό των 17.270.000 δραχμών και την 1-9-99.

με την .....επιταγή, πληρωτέα από τον ..... λογαριασμό του εκδότη που τηρούσε στην τράπεζα EUROBANK, η οποία εισπράχθηκε την ίδια ημέρα από τον πρώτο εναγόμενο, τo ποσό των 11.500.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 57.770.000 δραχμών, και αυτός εξέδωσε την ημέρα της κάθε καταβολής στο όνομα τούτου ισόποσες αποδείξεις είσπραξης, και συγκεκριμένα τη σειρά 9 Νο .....

ποσού 17.000.000 δραχμών και συμπλήρωσε την ..... αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο νέων εταιριών της τρίτης εναγόμενης εταιρίας για το ποσό των 17.000.000 δραχμών, τη σειρά 9 Νο ..... ποσού 9.000.000 δραχμών, τη σειρά 12 Νο ..... ποσού 3.000.000 δραχμών, τη σειρά 10 Νο ..... ποσού 4.000.000 δραχμών, τη σειρά 11 Νο ..... ποσού 4.000.000 δραχμών και τη σειρά 11 Νο .....

ποσού 9.270.000 δραχμών, και τέλος τη σειρά 15 Νο ..... ποσού 11.500.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 57.770.000 δραχμών. Ο δεύτερος ενάγων-εκκαλών Ψ2 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 25-6-99 43.800.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της καταβολής στο όνομά του ισόποση απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 14 Νο .....

ποσού 43.800.000 δραχμών. Ο τρίτος ενάγων-εκκαλών Ψ3 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 15-6-99 στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας στο ....., 10.000.000 δραχμές, την 20-6-99 στο ίδιο μέρος, 10.000.000 δραχμές και την 12-7-99, πάλι στο ίδιο μέρος, 8.500.000 δραχμές και συνολικά 28.500.000 δραχμές και ο τελευταίος εξέδωσε την ημέρα της κάθε καταβολής στο όνομά του ισόποσες αποδείξεις είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 13 Νο .....9 ποσού 10.000.000 δραχμών, τη σειρά 13 Νο .....

ποσού 10.000.000 δραχμών και τη σειρά 14 Νο ..... ποσού 8.500.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 28.500.000 δραχμών. Η τέταρτη ενάγουσα-εκκαλούσα Ψ4 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 16-7-99 20.000.000 δραχμές και την 16-8-99 6.000.000 δραχμές και συνολικά 26.000.000 δραχμές, και αυτός εξέδωσε την ημέρα της κάθε καταβολής στο όνομά της ισόποσες αποδείξεις είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 14 Νο .....

ποσού 20.000.000 δραχμών και τη σειρά 15 Νο ..... ποσού 6.000.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 26.000.000 δραχμών. Ο έκτος ενάγων-εκκαλών Ψ5 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 14-7-99 2.500.000 δραχμές, την 30-7-99 13.000.000 δραχμές και την 21-8-99 7.700.000 δραχμές και συνολικά 23.200.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της κάθε καταβολής στο όνομά του ισόποσες αποδείξεις είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 15 Νο .....

ποσού 2.500.000 δραχμών, τη σειρά 15 Νο ..... ποσού 13.000.000 δραχμών και τη σειρά 15 Νο ..... ποσού 7.700.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 23.200.000 δραχμών. Ο έβδομος ενάγων-εκκαλών ψ6 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 23-7-99 7.470.000 δραχμές και την 4-8-99 14.130.000 δραχμές και συνολικά 21.600.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της κάθε καταβολής στο όνομά του ισόποσες αποδείξεις είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 15 Νο .....

ποσού 7.470.000 δραχμών και τη σειρά 15 Νο ..... ποσού 14.130.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 21.600.000 δραχμών. Ο όγδοος αρχικός ενάγων Β κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 30-4-99 18.836.855 δραχμές και την 30-8-99, συμπληρωματικά, 1.569.737 δραχμές και συνολικά 20.406.592 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της δεύτερης καταβολής στο όνομά του ισόποση απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 16 Νο .....

ποσού 20.406.592 δραχμών. Ο ένατος ενάγων-εκκαλών Ψ10 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 19-6-99 20.000.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της καταβολής στο όνομά του ισόποση απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 13 Νο ..... ποσού 20.000.000 δραχμών. Η δέκατη ενάγουσα-εκκαλούσα Ψ11 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 1-1-99 15.000.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της καταβολής στο όνομά της ισόποση απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 12 Νο .....

ποσού 15.000.000 δραχμών. Κατόπιν η παραπάνω ενάγουσα κατέβαλε στις 16-3-1999 στον πρώτο εναγόμενο στο προσωπικό γραφείο που διατηρούσε στην οδό ..... στο ..... 4.941.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της καταβολής στο όνομά της μια συνολική απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 8 Νο ..... συνολικού ποσού 19.941.000 δραχμών και αυτή του επέστρεψε την προηγούμενη απόδειξη.

Ο ενδέκατος ενάγων-εκκαλών Ψ12 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 1-12-98 4.000.000 δραχμές με κατάθεση στον ..... τραπεζικό λογαριασμό του που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο όνομά του και στο όνομα Δ, την 5-1-99, 5.000.000 δραχμές, πάλι με κατάθεση στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό, την 27-1-99, 3.000.000 δραχμές, πάλι με κατάθεση στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό, την 3-3-99 4.000.000 δραχμές, πάλι με κατάθεση στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό και την 30-8-99 3.000.000 δραχμές και συνολικά 19.000.000 δραχμές.

Για τις παραπάνω καταβολές, πλην της τελευταίας, ο πρώτος εναγόμενος θεώρησε ως απόδειξη είσπραξης τις αποδείξεις καταθέσεως της τράπεζας και για την τελευταία εξέδωσε την ημέρα της καταβολής στο όνομά του ισόποση απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 16 Νο ..... ποσού 3.000.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 19.000.000 δραχμών.

Ο δωδέκατος ενάγων-εκκαλών Ψ13 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 16-1-99 στο προσωπικό γραφείο που διατηρούσε στα γραφεία της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε." στο ....., 12.000.000 δραχμές, την 18-2-99 5.000.000 δραχμές και την 25-6-99 1.000.000 δραχμές και συνολικά 18.000.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της κάθε καταβολής στο όνομά του ισόποσες αποδείξεις είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 11 Νο .....

ποσού 12.00.000 δραχμών, τη σειρά 11 Νο ..... ποσού 5.000.000 δραχμών και τη σειρά 14 Νο ..... ποσού 1.000.000 δραχμών, όλες συνολικού ποσού 18.000.000 δραχμών. Και τέλος, ο δέκατος τρίτος ενάγων Ψ14 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την 18-6-99 17.500.000 δραχμές και αυτός εξέδωσε την ημέρα της καταβολής στο όνομά του ισόποση απόδειξη είσπραξης και συγκεκριμένα τη σειρά 14 Νο .....

ποσού 17.500.000 δραχμών. Ο πρώτος εναγόμενος έλεγε σε όλους τους ενάγοντες ότι θα παρέδιδε σε αυτούς τα επίσημα έγγραφα μετά από δύο περίπου μήνες και στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε μαζί τους τους διαβεβαίωνε ότι όλα πάνε καλά. Ξαφνικά στις αρχές Οκτωβρίου 99, ενώ ήταν υπάλληλος στο υποκατάστημα .....

της δεύτερης εναγόμενης "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε.", ανάμεσα δε στα καθήκοντα του ήταν, σαν ασφαλιστικός σύμβουλος της τελευταίας, να διαθέτει τα προϊόντα της τρίτης εναγομένης "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Α.Ε.", θυγατρικής της δεύτερης, η οποία, επειδή ακριβώς δεν έχει καταστήματα στην Ελλάδα, εξυπηρετείται από τα καταστήματα της "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε.", όπως απερίφραστα καταθέτει ο ίδιος ο μάρτυρας της "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Α.Ε." Ζ, παρέλαβε τα μεγάλα χρηματικά ποσά που του εμπιστεύθηκαν οι ενάγοντες με τη συμφωνία να τα επενδύσει αγοράζοντας στο όνομά τους μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της τρίτης εναγόμενης "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Α.Ε.", και αυτή να προβεί σε έκδοση, στα ονόματά τους, αντίστοιχων σε ποσό τίτλων των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που αυτή διαχειρίζεται, αντιστοιχούν στα χρήματα που κατέβαλε ο καθένας, αυτός (πρώτος εναγόμενος) δεν προέβη στην συμφωνηθείσα αγορά και έκδοση αντιστοίχων τίτλων των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων για λογαριασμό των εντολέων-εναγόντων, αλλά παρακράτησε τα ποσά που του έδωσαν οι τελευταίοι για το σκοπό αυτό, χωρίς νόμιμη αιτία, και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, διαπράττοντας κακουργηματική υπεξαίρεση, για την οποία τιμωρήθηκε, με την 2638/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε κάθειρξη εννέα (9) ετών.

Περαιτέρω, η όλη προπεριγραφείσα σχέση μεταξύ των τριών εναγομένων, αναδεικνύει σαφώς σχέση πρόστησης του πρώτου εναγομένου όχι μόνο από τη δεύτερη εναγομένη ΑΕ, της οποίας ήταν υπάλληλος, αλλά, ακόμη περισσότερο, από την τρίτη εναγομένη "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Α.Ε.", στα πλαίσια της διαχείρισης των προϊόντων της οποίας διέπραξε την παραπάνω αδικοπραξία, όντας, κατά τα προλεχθέντα, ως εκ της θέσεώς του σαν ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης, επιτετραμένος προς τούτο.

Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή και κατ' ουσία η κρινόμενη αγωγή και κατά της τρίτης εναγομένης ΑΕ, και να υποχρεωθεί η ήδη εφεσίβλητη λόγο απορρόφησης καθολική διάδοχος της Α.Ε. να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα τα παραπάνω ποσά, ενώ, ειδικότερα, το οφειλόμενο στον όγδοο ενάγοντα ποσό, θα κατανεμηθεί κατά το λόγο της εξ' αδιαθέτου μερίδας του καθενός από τους κληρονόμους του 11η, 12° και 13° καλούντες, δηλ. 2/8 και από 3/8 αντίστοιχα, καθώς στην από 25-6-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του που κηρύχθηκε κυρία με την 1775/28-3-2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν περιλήφθηκε το παραπάνω περιουσιακό στοιχείο, παρά μόνο μία σειρά ακινήτων".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, και της μη 4852/2005 μη οριστικής, εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα:

Α. Κύριο δικόγραφο

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε όμως περίπτωση για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσία, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως για είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 15/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν, με προσκόμιση των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Επομένως η συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη συζήτηση στο Εφετείο, στις προτάσεις της ενώπιον αυτού μεταγενέστερης συζητήσεως της υποθέσεως, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δε συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών (Ολ ΑΠ 9/2000).

Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι κατά παράβαση των περί αδικοπραξιών και προστήσεως διατάξεων (ΑΚ 914, 297, 298, 922), που εφάρμοσε, αξιολόγησε την αγωγή ως ορισμένη, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί νομικής αοριστίας της, τον οποίο διατύπωσε με τις προτάσεις, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 5466/2007 οριστικής αποφάσεως, με γενική αναφορά και παραπομπή στις προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 4852/2005, μη οριστικής αυτού αποφάσεως, με συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου αυτών.

Σε συνέχεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές ο περί νομικής αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν επαναφέρθηκε με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔ νόμιμο τρόπο, η παράλειψη της νόμιμης προβολής του οποίου αποκλείει την στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αναιρετικής αιτιάσεως.

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος, σε συνέπεια με την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, από την επιτρεπτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι στο κείμενο αυτού διαλαμβάνεται ότι η αποδιδόμενη εις αυτόν αδικοπραξία τελέσθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του της πωλήσεως μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που είχαν εις εκείνον ανατεθεί παράλληλα από την τρίτη των εναγομένων.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα, πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η ανατρεπτική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της τρίτης των εναγομένων, που προέβαλε ως εφεσίβλητη προς απόκρουση της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι ο πρώτος των εναγομένων (Γ) συναλλάχθηκε μετ' αυτών ατομικώς, εκτός της ιδιότητας αυτού ως ασφαλιστικού συμβούλου, συνεργαζομένου με την δεύτερη των εναγομένων "INTERAMERICAN AE".

Προκειμένης αγωγής, που θεμελιώθηκε κατά την παραδοχή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση αυτής και επομένως δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του προς έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετείται ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως, που ελέγχεται ως αβάσιμος.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αυτή αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός της τρίτης των εναγομένων, περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ιστορούμενης συμπεριφοράς του Γ ως παραγωγού ασφαλίσεως της εταιρείας "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ" και της εν λόγω εναγομένης, ο οποίος, ως άρνηση της αγωγής ομοίως δεν αποτελεί πράγμα.

Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αντίθετη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι στις συμβάσεις πωλήσεως προέβη στα πλαίσια σχέσεως προστήσεως με την τρίτη των εναγομένων και των καθηκόντων που εκείνη παράλληλα του είχε αναθέσει δικαιολογεί την εκτίμηση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκαν ως αβάσιμοι.

Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε: α) Την υπό Σειρά 9 και υπ' αριθμ. ..... από 12-1-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 17.000.000 δρχ. από τον Ψ1. β) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 1-9-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 11.500.000 δρχ.

από τον Ψ1. γ) Την υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 25-6-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 43.800.000 δρχ. από τον Ψ2. δ) Την υπό Σειρά 13 και υπ' αριθμ. ..... από 20-6-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 10.000.000 δρχ. από τον Ψ3. ε) Την υπό Σειρά 14 και υπ'αριθμ. ..... προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 8.500.000 δρχ.

από τον Ψ3. στ) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 4-7-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 2.500.000 δρχ. από τον Ψ5. ζ) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 13.000.000 δρχ. από τον Ψ5. η) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 21-8-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 7.700.000 δρχ.

από τον Ψ5. θ) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 23-7-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 7.470.000 δρχ. από τον Ψ6. ι) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 4-8-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 14.130.000 δρχ. από τον Ψ6. ία) Την υπό Σειρά 13 και υπ' αριθμ. ..... από 19-6-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 20.000.000 δρχ.

από τον Ψ10. ιβ) Την υπό Σειρά 8 και υπ'αριθμ. ..... από 16-3-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 19.941.000 δρχ. από την Ψ11. ιγ) Την υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 18-6-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 17.500.000 δρχ. από τον Ψ14. ιδ) Την υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 16-7-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 20.000.000 δρχ.

από την Ψ4. ιε) Την υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 16-8-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 6.000.000 δρχ. από την Ψ4. ιστ) Την υπό Σειρά 16 και υπ' αριθμ. ..... από 30-8-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 20.406.592 δρχ. από τον Β. ιζ) Την υπό Σειρά 11 και υπ' αριθμ. ..... από 16-1-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 12.000.000 δρχ.

από τον Ψ13. ιη) Την υπό Σειρά 11 και υπ' αριθμ. ..... από 18-2-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 5.000.000 δρχ. από τον Ψ13. ιθ) Την υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 25-6-1999 προσωπική απόδειξη του Γ είσπραξης ποσού 1.000.000 δρχ. από τον Ψ13, με αναφερόμενη αιτία καταβολής: α) Στην υπό Σειρά 9 και υπ' αριθμ. ..... από 12-1-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ1 "αγορά-πώληση μετοχών".

β) Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 1-9-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ1 "αγορά μετοχών". γ) Στην υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 25-6-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ2 "αγορά μετοχών στην τιμή των 7.000 δρχ. Αγορά μετοχών Interamerican κατά την εισαγωγή της στο ΧΑΑ αριθμός μετοχών προς αγορά (6.200) έξι χιλιάδες διακόσια τεμάχια".

δ) Στην υπό Σειρά 13 και υπ' αριθμ. ..... από 20-6-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ3 "λήξη 20/9/1999 αποδ. 22%". ε) Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 14-7-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ5 "λήξη 14/10/99 -32%". στ) Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 30-7-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ5 "λήξη 30/10/99 32%". ζ) Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 21-8-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ5 "λήξη 21/11/99 32% προηγ.

αποδ. 502/13", "εδόθησαν από την προηγ. απόδειξη 3.000.000". η) Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 23-7-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ6 "λήξη 4/10/99 20%". θ)Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 4-8-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ6 "λήξη 4/10/99 20%). ι) Στην υπό Σειρά 13 και υπ' αριθμ. ..... από 19-6-1999 απόδειξη του Γ προς τον Ψ10 "λήξη 19/9/99 35%". ια) Στην υπό Σειρά 8 και υπ' αριθμ. .....

από 16-3-1999 απόδειξη του Γ προς την Ψ11 "προηγ. απόδ. 452/σειρά 12 από 1-1-99". ιβ) Στην υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 18-6-99 απόδειξη του Γ προς τον Ψ14 "λήξη 18/9/99 (25%)". ιγ) Στην υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. ..... από 16-7-99 απόδειξη του Γ προς την Ψ4 "λήξη 16/10/99". ιδ) Στην υπό Σειρά 15 και υπ' αριθμ. ..... από 16-8-99 απόδειξη του Γ προς την Ψ4 "λήξη 2/9/99 5%".

ιε) Στην υπό Σειρά 16 και υπ' αριθμ. ..... από 30-8-1999 απόδειξη του Γ προς τον Β "προηγ. υπόλοιπο 30/4/99 18.830.355 - επόμενη εκκαθάριση 30/12/99". ιστ) Στην υπό Σειρά 11 και υπ' αριθμ. ..... από 16-1-99 απόδειξη του Γ προς τον Ψ13 "λήξη 16-1-2000". ιζ) Στην υπό Σειρά 11 και υπ' αριθμ. ..... από 18-2-99 απόδειξη του Γ προς τον Ψ13 "λήξη 18-2-2000". ιη) Στην υπό Σειρά 14 και υπ' αριθμ. .....

από 25-6-1999 του Γ προς τον Ψ13 "αγορά μετοχών "Interamerican" κατά την εισαγωγή της και διαπραγμάτευση στο "ΧΑΑ". Με τον υπό την αυτή αρίθμηση λόγο αναιρέσεως αποδίδεται επιπροσθέτως στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δεχθείσα ότι οι εν λόγω χρηματικές καταβολές των αναιρεσιβλήτων προς τον πρώτο εναγόμενο (Γ) αφορούσαν αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων διαχειρίσεως της τρίτης των εναγομένων, συνδεόμενος μετ' αυτής με σχέση προστήσεως, αντί του αληθούς ότι επρόκειτο για συμβάσεις που κατάρτισε ατομικώς ο Γ και παράλληλα ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της επενδυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΡΕΞ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.".

Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, με την έννοια του λάθους στην ανάγνωσή τους, αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τη συναγωγή από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό η αναιρεσείουσα, με άμεση δικονομική συνέπεια και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο εν τοις πράγμασι πλήττονται οι ανέλεγκτες αναιρετικώς ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, να ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1γ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη (α) το 3047/1-6-1999 ΦΕΚ (τ.α.ε.

και Ε.Π.Ε.), στο οποίο δημοσιεύθηκε η από 9-4-1999 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Βιομηχανικών Κατασκευών και Εμπορίου ΕΞΤΡΕΞ ΕΛΛΑΣ", κατά την οποία εκλέχθηκαν τα μέλη του νέου διοικητικού της συμβουλίου με θητεία έως 31-12-2004, και το από 26-4-1999 πρακτικό συγκροτήσεως σε σώμα του διοικητικού της συμβουλίου, από το οποίο προκύπτει ότι από 26-4-1999 ο Γ ήταν Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας, (β) το 3048/1-6-1999 ΦΕΚ (τ.α.ε.

και Ε.Π.Ε.), στο οποίο δημοσιεύθηκε η από 21-5-1999 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας, κατά το ενδιαφέρον την υπόθεση περιεχόμενο του οποίου, ορίζεται (i) έδρα της εταιρείας ο Δήμος Αθηναίων, οδός ..... αρ. ... (άρθρο 2), διεύθυνση η οποία αναγράφεται στις πλείστες από τις αποδείξεις που χορηγήθηκαν από τον Γ στους αναιρεσίβλητους, (ii) σκοπός της εταιρείας, πλην άλλων "η πάση" φύσεως επενδυτική δραστηριότητα σε οποιοδήποτε τομέα εμπορικής ή βιομηχανικής δραστηριότητας ως και η κτήση μετοχών άλλων εταιρειών (άρθρο 5 αριθμ. 8 στοιχ.

Α) και (iii) "Για την επίτευξη όλων των ανωτέρω σκοπών της, η εταιρεία δύναται να συνάπτει και δάνεια κάθε μορφής τόσο στην ελληνική, όσο και στη διεθνή κεφαλαιαγορά. Τα δάνεια αυτά μπορούν να ενεχυριάζονται ή το προϊόν να διατίθεται στις επιχειρήσεις που η εταιρεία καθοιονδήποτε τρόπο συμμετέχει. Η εταιρεία μπορεί να παρέχει εγγυήσεις προς εξασφάλιση δανείων συναπτομένων υπέρ αυτής, ή υπέρ τρίτων και ιδία υπέρ επιχειρήσεων όπου συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο", έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της ότι ο Γ πραγματοποιούσε συναλλαγές με τρίτους για αγορές επενδυτικών προϊόντων και χρηματοοικονομικών προγραμμάτων για λογαριασμό της εταιρείας "ΕΞΤΡΕΞ ΕΛΛΑΣ ΑΤΕΒΕ" ιδιότητα με την οποία ενήργησε συναλλασσόμενος και με τους αναιρεσίβλητους.

Από το όλο όμως περιεχόμενο της αποφάσεως και την παράλληλη βεβαίωσή της ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αβίαστα προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του ότι ο Γ κατά την πραγματοποίηση των επίμαχων συναλλαγών με τους αναιρεσίβλητους ενήργησε ως προστηθείς παράλληλα και της τρίτης των εναγομένων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω έγγραφα, με άμεση δικονομική συνέπεια και ο νόμος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει (α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, (β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και (γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί η επ' ευκαιρία ή εξ εφαρμογής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 1507/2005).

Με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως και το τρίτο σκέλος του τρίτου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση του άρθρου 922 ΑΚ, και του ν. 1969/1961 αντίστοιχα, με την έννοια ότι, εφόσον κατά την διάταξη του άρθρου 20 § 4 του ν. 1961/1991, όπως, ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 433/1993, ως αντιπρόσωποι της εταιρείας διαχειρίσεως για την διάθεση των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων στο κοινό μπορούν να ενεργούν μόνο τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεν υπήρχε η νομική δυνατότητα αντιπροσωπεύσεως της αναιρεσείουσας από τονΓ, κατά την διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, συνδεόμενος μετ' αυτής με τη σχετική συμβατική σχέση, η οποία θα δικαιολογούσε και την θεμελιωτική της ευθύνης της σχέση προστήσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ερειδόμενος επί της αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως ότι η σχέση προστήσεως δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση αντιπροσωπεύσεως της αναιρεσείουσας κατά την διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, ελέγχεται ως αβάσιμος. Η αναιρετική αυτή αιτίαση αποτελεί στην πραγματικότητα νομικό επιχείρημα κατά της ανέλεγκτης παραδοχής του δικαστηρίου της ουσίας περί σχέσεως προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Γ, η οποία με τον τρόπο αυτό ανεπιτρέπτως πλήττεται (ΚΠολΔ 561 § 1).

V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Το δικαστήριο της ουσίας την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί σχέσεως προστήσεως, μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου εναγομένου (Γ) στήριξε στις ακόλουθες από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της και ειδικότερα (α) ότι οι αναιρεσίβλητοι, ενεργώντας έκαστος ανεξάρτητα, αποφάσισαν ταυτόχρονα μετά από έρευνα της αγοράς, να επενδύσουν τις οικονομίες τους στα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η αναιρεσείουσα, μετά δε από επικοινωνία με την δεύτερη εναγομένη εταιρεία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ" η τελευταία τους απέστειλε ως νόμιμο εκπρόσωπό της τον Γ, ο οποίος ήταν συμβεβλημένος ασφαλιστής της, (β) ότι πολλοί από τους αναιρεσίβλητους πριν και μετά την πραγματοποίηση της επενδύσεώς τους, επισκέφθηκαν το υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης, στο οποίο η τρίτη των εναγομένων είχε διαθέσει στον πρώτο εναγόμενο πολυτελέστατο γραφείο και υπηρεσίες γραμματείας, (γ) ότι ο τελευταίος, αν και ενεργούσε για λογαριασμό της τρίτης των εναγομένων στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας που ασκούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και προς το συμφέρον αυτής και της τρίτης των εναγομένων, εξέδωσε στο όνομά του τις αναφερόμενες στη συνέχεια αποδείξεις για τα σημειούμενα χρηματικά ποσά που εισέπραξε, από τους αναιρεσίβλητους για να αγοράσουν μερίδια στα αμοιβαία κεφάλαια της τρίτης των εναγομένων, και (δ) ότι ξαφνικά, στις αρχές Οκτωβρίου 1999 ο πρώτος εναγόμενος, ενώ ήταν υπάλληλος στο υποκατάστημα .....

της δεύτερης εναγόμενης, ανάμεσα δε στα καθήκοντά του ήταν, ως ασφαλιστικός σύμβουλος της τελευταίας, να διαθέτει τα προϊόντα της τρίτης των εναγομένων, θυγατρικής της δεύτερης των εναγομένων, η οποία, επειδή ακριβώς δεν έχει καταστήματα στην Ελλάδα, εξυπηρετείται από τα καταστήματα της τελευταίας, παράνομα κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν εις αυτόν οι αναιρεσίβλητοι με τη συμφωνία να τα επενδύσει αγοράζοντας στο όνομά τους μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της τρίτης των εναγομένων και αυτή να προβεί σε έκδοση, στο όνομά τους, αντίστοιχων σε ποσό τίτλων των μεριδίων των αμοιβαίων που εκείνη διαχειρίζεται, με καταληκτικό αυτού συμπέρασμα (ε) ότι η όλη περιγραφείσα σχέση μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων (Γ, "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ" και αναιρεσείουσα) αποδεικνύει σαφώς σχέση προστήσεως του πρώτου εναγομένου όχι μόνο από την δεύτερη εναγομένη, της οποίας ήταν υπάλληλος, αλλά, ακόμη περισσότερο, από την τρίτη τούτων, στα πλαίσια της διαχειρίσεως των προϊόντων της οποίας διέπραξε την ιστορούμενη αδικοπραξία όντας, ως εκ της θέσεώς του ως ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης των εναγομένων, επιτετραμένος προς τούτο.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, με τα οποία διαλαμβάνεται ότι στον πρώτο των εναγομένων, παράλληλα με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης των εναγομένων, της οποίας ήταν υπάλληλος, του είχαν ανατεθεί από την θυγατρική αυτής τρίτη των εναγομένων καθήκοντα πωλήσεως μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία εκείνη διαχειριζόταν, ενεργώντας για λογαριασμό και προς το συμφέρον της, δικαιολογούν τη σχέση προστήσεως, με την έννοια ότι η αποδιδόμενη εις εκείνον άδικη και υπαίτια πράξη τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την τρίτη των εναγομένων στα πλαίσια της συνδέουσας αυτούς εκ των πραγμάτων σχέσεως, με τη διατήρηση από την τελευταία του δικαιώματος να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, αξιολογούνται ως επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο πρώτος των εναγομένων τελούσε σε σχέση προστήσεως με την τρίτη των εναγομένων, με θεμελίωση της ευθύνης της τελευταίας στην διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ κατ' ορθή εφαρμογή της οποίας έγινε δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά την απεύθυνσή της κατά της τρίτης των εναγομένων,.

Επομένως η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Ββ. δικόγραφο προσθέτων λόγων

Ι. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτες τις 1363/20-2-2004 και 1346/20-2-2004 εφέσεις των ήδη αναιρεσίβλητων, ως απευθυνομένων κατά μη οριστικής αποφάσεως. Τον ισχυρισμό αυτό διατύπωσε με τις προτάσεις, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 5466/2007 οριστικής αποφάσεως, με γενική αναφορά και παραπομπή στις προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 4852/2005 μη οριστικής αυτού αποφάσεως, με συρραφή και ενσωμάτωση όλου του κειμένου αυτών.

Σε συνέπεια με τις παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές ο περί απαραδέκτου των εφέσεων των αναιρεσίβλητων ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν επαναφέρθηκε με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔ νόμιμο τρόπο, η παράλειψη της νόμιμης προβολής του οποίου αποκλείει τη στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αναιρετικής αιτιάσεως.

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος σε συνέπεια με την νομική παραδοχή, ότι επί απλής ομοδικίας, όπως επί συνεναγομένων, ως ενεχομένων εις ολόκληρο από αδικοπραξία, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιον από τους εν λόγω ομοδίκους, περατώνει την δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το κεφάλαιο τούτο με αναίρεση και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση για τους λοιπούς ομοδίκους.

ΙΙ. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται οι προβαλλόμενες με τον επόμενο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της τρίτης των εναγομένων περί ελλείψεως σχέσεως προστήσεως μεταξύ αυτής και του πρώτου των εναγομένων και παράλληλα δέχθηκε την εν λόγω σχέση μεταξύ αυτού και της δεύτερης των εναγομένων, χωρίς να ταχθεί το οικείο σε βάρος των εναγόντων θέμα αποδείξεως.

Και τούτο για τον λόγο ότι προεχόντως δεν αποτελεί πράγμα κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, προκειμένου αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού θεμελιούμενης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, σε κάθε δε περίπτωση λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε με την παραδοχή της σχέσεως προστήσεως.

Περαιτέρω, μετά την παραδοχή της αγωγής με την πρωτοβάθμια απόφαση κατά την απεύθυνσή της κατά της δεύτερης των εναγομένων, με τις εφέσεις των ήδη αναιρεσίβλητων, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά την κατεύθυνσή της κατά της τρίτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας, σε βάρος των οποίων και τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως για τη σχέση προστήσεως μεταξύ αυτής και του πρώτου των εναγομένων, χωρίς να αποτελεί θεμελιωτικό της εν λόγω αγωγής περιστατικό η υπαλληλική ιδιότητα και η σχέση προστήσεως αυτού με την δεύτερη των εναγομένων, πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις και νομότυπα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς ενίσχυση της παραδοχής του για τη σχέση προστήσεως αυτού με την τρίτη των εναγομένων.

Βα. δικόγραφο προσθέτων λόγων

Από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων απαιτείται κατά νόμο η στην προδικασία αναγομένη επίδοση του δικογράφου αυτών στους αναιρεσιίβλητους τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως το εν λόγω δικόγραφο προσθέτων λόγων, του οποίου ακριβή αντιγραφή αποτελεί το με στοιχ. Ββ δικόγραφο, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτο, εφόσον δεν βεβαιώνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, περιοριζόμενη η αναιρεσείουσα σε προσκόμιση σχετικών εκθέσεων επιδόσεως μόνο για το με στοιχ. Ββ δικόγραφο. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους με ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετους αυτής λόγους, με παράλληλα καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις τα οποία ορίζει, με βάση την ιδιαίτερη αυτών παράσταση στο ποσό των 1.800,00 ευρώ για τους τέταρτη, έβδομη, όγδοο, ένατο και δέκατο τρίτο (πληρεξουσία δικηγόρος Νεκταρία Μηγιάκη) αυτών και στο αυτό ποσό των 1.800,00 ευρώ για τους λοιπούς (πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Μουλάς).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1179/19-10-2007 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, (α) 167/16-9-2008 και (β) 169/18-9-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 5466/1-8-2007 οριστικής και 4852/10-6-2005 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ για τους τέταρτη, έβδομη, όγδοο, ένατο και δέκατο τρίτο αυτών και στο αυτό ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ για τους λοιπούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ