1917/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1917/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νομική μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε.
Full text
Απόφαση 1917 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1917/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ................, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πειραιώς "ΤΖΑΝΕΙΟ" (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φωτεινάτου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 404/1996 προδικαστική, 1077/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 765/2000 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2000 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 232/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 765/2000 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 631/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 10-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νομική μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα - αναιρεσείουσα με τν από 13.6.1994 αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στο οποίο εργάζονταν ως καθαρίστρια με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, οφείλει να της καταβάλει μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος 1-1-1989 - 31-5-1994.
Μεταξύ των κεφαλαίων της αγωγής περιλαμβάνονταν το επίδομα τριετιών των γενικών όρων της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, καθώς και η αμοιβή της για την παροχή εργασίας τις Κυριακές, τις αργίες και τις νύχτες, προσαυξημένης με το επίδομα των τριετιών. Με την 404/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κρίθηκε μη νόμιμο το κεφάλαιο της αγωγής ως προς το επίδομα των τριετιών και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι για το επίδομα αυτό υπάρχει δεδικασμένο, που παρήχθη από την προγενέστερη 1698/1988 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Στη συνέχεια με την 1077/1997 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 19.657.556 δρχ, στο οποίο περιλαμβάνονταν και η αμοιβή της ενάγουσας για την παροχή εργασίας τις Κυριακές, αργίες και τη νύχτα, χωρίς να υπολογισθεί στην αμοιβή αυτή και η προσαύξηση του επιδόματος των τριετιών, όπως αυτή ζήτησε με την αγωγή της.
Κατά των αποφάσεων αυτών η ενάγουσα άσκησε έφεση παραπονούμενη για τη μη παραδοχή του προταθέντος ως άνω δεδικασμένου του επιδόματος των τριετιών, όπως και για τη μη παραδοχή εξ ολοκλήρου της αγωγής της και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή ως προς όλα τα κεφάλαιά της.
Συνεπώς με την έφεση αυτή μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κεφάλαιο της αγωγής περί υπολογισμού (προσαυξήσεως του επιδόματος των τριετιών στην αμοιβή των Κυριακών, αργιών και της νυχτερινής εργασίας. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε με την 765/2000 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την οποία ο Άρειος Πάγος ανήρεσε με την 232/2002 απόφασή του, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον ως άνω περί δεδικασμένου του επιδόματος των τριετιών ισχυρισμό της ενάγουσας.
Το δικαστήριο της παραπομπής, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας εντός των ορίων της αναιρετικής αποφάσεως και της εφέσεως της ενάγουσας, δέχθηκε ότι από τις προγενέστερες 1698/1988 και 1344/1991 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απορρέει δεδικασμένο, ως προς το μισθολογικό καθεστώς της ενάγουσας, το οποίο καλύπτει και το επίδομα τριετιών των γενικών όρων επί 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την 404/1996 απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο του επιδόματος των τριετιών, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο νοσοκομείο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.551 ευρώ και παρέλειψε να ερευνήσει στην ουσία το κεφάλαιο της αγωγής του υπολογισμού (προσαυξήσεως) του επιδόματος αυτού στην αμοιβή της ενάγουσας για την εργασία της στις Κυριακές - αργίες και τη νύχτα, όπως αυτή ζήτησε με την αγωγή και την έφεση της.
Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 341 του ΑΚ, 222 παρ. 1 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δ. και 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού των ΝΠΔΔ", που ορίζει ότι : "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των ΝΠΔΔ αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής.
Άρα εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340, 345 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Ως αγωγή από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 345-346 του ΑΚ, όσο και κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974, με την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε απλώς στη θέσπιση ευνοϊκότερης για τα ΝΠΔΔ ρύθμισης ως προς το ύψος του επιτοκίου και την έναρξη της οφειλής τόκων, νοείται μόνον η καταψηφιστική όχι δε η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1, 223 παρ. 1, 295 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα. Επομένως εκλείπουν όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, αν επί αγωγής κατά ΝΠΔΔ, με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ. αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 προϋποθέτει πάντοτε "αγωγή" (Ολ.ΑΠ 7/2000).
Εξάλλου η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, καθόσον αφορά την "επίδοση αγωγής" για την έναρξη τόκων υπερημερίας, έχει κριθεί ότι είναι ειδική και αναφερόμενη σε οφειλή χρεών ΝΠΔΔ, τελεί σε αρμονία προς τα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ της 4.11.1950 (σχετ.
Ολ ΑΠ 3/2006, ΑΠ 570/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναγνωρίζοντας την οφειλή του εναγομένου νοσοκομείου προς την ενάγουσα, από το επίδομα των τριετιών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έκρινε ότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν οφείλονταν τόκοι υπερημερίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, ούτε εκείνες των άρθρων 4 παρ.1, 28 Συντ., 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 9 του ιδίου άρθρου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ερεύνησε το αίτημα της αγωγής, περί της αναγνώρισης οφειλής από το αναιρεσίβλητο τόκων υπερημερίας, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το παραπάνω κεφάλαιο (του υπολογισμού του επιδόματος τριετιών στην αμοιβή των Κυριακών - αργιών και της νυχτερινής εργασίας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 631/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ