Supreme Court dismisses appeal against final judgment for inadmissible arguments challenging evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Larissa. The appellant argued that the lower court improperly evaluated evidence regarding commercial drafts and customer card entries, claiming procedural errors in recording payments. The court ruled that these arguments impermissibly targeted the final court's free evaluation of evidence, which is not subject to appellate review under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the final court's free evaluation of evidence is inadmissible as it impermissibly attacks a non-reviewable judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1916 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1916/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γαλλιού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σια Ε.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-09-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 09-09-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 299/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της εγγράφων (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 26.9.2013 ανακοπή του ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της με αριθμό 950/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εκδοθείσας με βάση συναλλαγματικές αποδοχής του, συνολικού ύψους 20.094,81 ευρώ επικαλούμενος: (α) ότι οι συναλλαγματικές αυτές "δεν ενσωμάτωναν πραγματική του οφειλή, αλλά δόθηκαν προς εγγύηση αποπληρωμής του όποιου υπολοίπου προέκυπτε από τις εμπορικές συναλλαγές του με την καθής η ανακοπή" (ήδη αναιρεσίβλητη), κατά το χρόνο λήξης τους και (β) άλλως, ότι η εκ της διαταγής πληρωμής οφειλή του έχει εξοφληθεί μερικώς, και δη, κατά το ποσό των 5.000 ευρώ.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 247/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή εν μέρει, κατ' αποδοχή ως εν μέρει βασίμου του δευτέρου λόγου αυτής και ακύρωσε μερικώς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, κατά το ποσό των 1.792,59 ευρώ. Επί της από 9.7.2015 έφεσης του ανακόπτοντος και των από 18.7.2016 προσθέτων λόγων αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 299/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (αναιρεσιβαλλομένη) με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο εκκαλών αγρότης, αγόραζε από την εφεσίβλητη-καθής η ανακοπή υπό τον προηγούμενο εταιρικό τύπο της και την προηγούμενη εταιρική επωνυμία "...
ΟΕ" αγροτικά εφόδια (σπόρους, λιπάσματα κλπ) ήδη από το έτος 2004. Επειδή ο εκκαλών αγρότης δεν διέθετε ταμειακή ευχέρεια κάθε φορά που αγόραζε αγροτικά προϊόντα, το τίμημα της κάθε πώλησης κατεχωρίζετο σε καρτέλα που τηρούσε η εφεσίβλητη. Στην ίδια καρτέλα καταχωρίζονταν και οι πληρωμές που πραγματοποιούσε ο εκκαλών-ανακόπτων.
Στο πλαίσιο αυτό, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως το έτος 2011, η καθής πώλησε στον εναγόμενο και παρέδωσε σε αυτόν διάφορα είδη, ήτοι κυρίως σπόρους από βαμβάκι, σιτάρι, καλαμπόκι, φυτοφάρμακα, λιπάσματα και άλλα προϊόντα. Στις 3.9.2008 η οφειλή του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη, ανήλθε στο ποσό των 9.385,62 ευρώ.
Ο εκκαλών για την οφειλή αυτή αποδέχθηκε στις 24.9.2008 τρείς συναλλαγματικές, ποσών 3.000 ευρώ, 4.000 ευρώ και 2.385,62 ευρώ. 'Ετσι η οφειλή στην καρτέλα που τηρούσε η καθής η ανακοπή μηδενίστηκε. Στις 2.7.2009 στην καρτέλα του 2009 η οφειλή του εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 7.057,41 ευρώ. Στη καρτέλα όμως του έτους 2010 μεταφέρθηκε ποσό 14.850 ευρώ.
Δηλαδή, υπήρξε διαφορά 7.792,59 ευρώ. Τούτο διότι οι τρείς συναλλαγματικές που είχαν δοθεί στις 24.9.2008 ποσού 9.385,62 ευρώ συνολικά, δεν πληρώθηκαν στις 28.2.2009, αλλά αντικαταστάθηκαν με δύο συναλλαγματικές, αποδοχής της Χ. Κ., θυγατέρας του εκκαλούντος, λήξης στις 30.6.2009 και 30.7.2009 συνολικού ποσού 7.700 ευρώ. Μεταξύ βέβαια του ποσού των 9.385,62 ευρώ και του ποσού των 7.700 ευρώ υπάρχει διαφορά 1.685,62 ευρώ ή κατά τον εκκαλούντα διαφορά 1.593,03 ευρώ, που δεν φέρεται να είναι καταχωρημένη στην καρτέλα του λογαριασμού, διότι κατά τον ισχυρισμό του, δεν έγινε καμία τέτοια καταβολή.
Ανεξάρτητα από τη διαφορά αυτή, γεγονός είναι ότι οι συναλλαγματικές των 7.700 ευρώ δεν εξοφλήθηκαν. Το υποστηριζόμενο από τον εκκαλούντα ότι για τις συναλλαγματικές αυτές που ήσαν πληρωτέες στις 28.2.2009 ο εκκαλών μεταβίβασε στον Δ. Τ., μέλος της εφεσίβλητης, δύο επιταγές της ALPHA Τράπεζας, ποσών 4.500 ευρώ η μία, με ημερομηνία έκδοσης 10.12.2008 και 3.200 ευρώ η άλλη, με ημερομηνία έκδοσης 30.11.2008, οι οποίες μάλιστα, αφού ήταν μεταχρονολογημένες, είχαν εκδοθεί πριν τις φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού ανεξάρτητα από τις επικαλούμενες αντικαταστάσεις των επιταγών αυτών με άλλες, με ημερομηνία έκδοσης στις 15.2.2009 και 15.3.2009, δεν είναι δυνατόν να εκδόθηκαν πριν την επέλευση της ημερομηνίας εξόφλησης των συναλλαγματικών στις 28.2.2009.
Στις 11.11.2010 το υπόλοιπο στην καρτέλα του εκκαλούντος ήταν 19.227,53 ευρώ. Στις 29.3.2011 το ποσό της οφειλής του εκκαλούντος ανήλθε στα 22.183,50 ευρώ. Επειδή ο εκκαλών είχε ανάγκη προμήθειας αγροτικών εφοδίων και δεν διέθετε μετρητά και η εφεσίβλητη είχε ανάγκη να ενισχύσει τόσο την έως τότε απαίτησή της όσο και τις απαιτήσεις που θα προέκυπταν από τις αγορές εφοδίων που ζητούσε ο εκκαλών, ο τελευταίος στις 4.4.2011, αποδέχθηκε πέντε συναλλαγματικές έκδοσης της εφεσίβλητης, συνολικού ποσού 32.000 ευρώ.
Εξ αυτών η μία ποσού 8.500 ευρώ λήξης την 30.6.2011 πληρώθηκε και του επεστράφη το σώμα της, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Τις συναλλαγματικές αυτές ο εκκαλών αποδέχθηκε χάριν καταβολής της οφειλής του, όπως θα διεμορφώνετο και όχι χάριν εγγύησης, όπως ανακριβώς ισχυρίζεται, αφού η εγγύηση όπως και η εγγυοδοσία είναι συμβάσεις που καταρτίζονται όχι μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, αλλά μεταξύ δανειστή και τρίτου που εγγυάται την πληρωμή της οφειλής του οφειλέτη.
Οι τέσσερις άλλες συναλλαγματικές έχουν ημερομηνία λήξης: η πρώτη 30.8.2011 και ποσού 8.500 ευρώ, η δεύτερη 30.11.2011 και ποσού 5.000 ευρώ, η τρίτη 30.12.2011 και ποσού 5.000 ευρώ και η τέταρτη 28.2.2012 και ποσού 5.000 ευρώ. Είναι οι συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Μετά την αποδοχή των συναλλαγματικών αυτών από τον εκκαλούντα επακολούθησε πλήθος επί μέρους αγορών αγροτικών προϊόντων και στις 14.12.2011 το υπόλοιπο της οφειλής του εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 39.816,38 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε στην καρτέλα του 2012 και τελικά το έτος 2012 το οφειλόμενο ποσό διαμορφώθηκε στα 26.094,81 ευρώ.
Στις 5.12.2012 ο εκκαλών κατέβαλε στην πληρεξούσια της εφεσίβλητης 3.000 ευρώ, έναντι της οφειλής των 26.094,81 ευρώ, η οποία έτσι μειώθηκε στο ποσό των 23.094,81 ευρώ, που ο εκκαλών υποσχέθηκε να εξοφλήσει σε δόσεις ως εξής: α) το ποσό των 3.500 ευρώ θα καταβάλει το αργότερο έως τις 15.3.2013, β) το ποσό των 3.500 ευρώ θα καταβάλει το αργότερο έως τις 15.6.2013 και γ) το υπόλοιπο ποσό των 16.094,81 ευρώ το αργότερο έως τις 31.7.2013.
Μάλιστα, με το ίδιο έγγραφο της απόδειξης, ο εκκαλών-καταβαλών συμφώνησε και αποδέχθηκε να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρείας μέχρι του ποσού των 23.094,81 ευρώ επί δύο ακινήτων. Ρητά επίσης δήλωσε ότι σε περίπτωση που μία εκ των συμφωνηθεισών δόσεων δεν πληρωθεί εμπροθέσμως και προσηκόντως θα καθίστανται και οι επόμενες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Του επεστράφη δε η μία εκ των πέντε συναλλαγματικών ποσού 8.500 ευρώ, λήξεως 30.6.2011. Στην απόδειξη αυτή πληρωμής, που υπογράφεται και από τον καταβαλόντα εκκαλούντα γίνεται ρητή αναφορά στις πέντε συναλλαγματικές που δόθηκαν χάριν καταβολής του υπολοίπου από το τίμημα των διαδοχικών πωλήσεων. Στις 13 Μαρτίου 2013 ο εκκαλών κατέβαλε στην ίδια πληρεξούσια δικηγόρο το ποσό των 3.000 ευρώ και η οφειλή του μειώθηκε κατά το ποσό των 20.094,81 ευρώ.
Υποσχέθηκε δε, και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σε δόσεις: α) το ποσό των 500 ευρώ (υπόλοιπο της πρώτης δόσης) το αργότερο έως τις 30.4.2013 β) το ποσό των 3.500 ευρώ να καταβάλει το αργότερο έως τις 15.6.2013 και γ) το υπόλοιπο ποσό των 16.094,81 ευρώ το αργότερο έως τις 31.7.2013. Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται πλήρως ότι για τις συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής υπήρχε υποκείμενη αιτία, και ότι οι αξιώσεις από τις συναλλαγματικές αυτές είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι δηλαδή, η εκκαλούμενη εσφαλμένα θεώρησε ότι η απορρέουσα από τα αξιόγραφα απαίτηση για την πληρωμή των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ληξιπρόθεσμη, απαιτητή και εκκαθαρισμένη, όφειλε δε, σε κάθε περίπτωση να κάνει δεκτό τον σχετικό λόγο ανακοπής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Ομοίως, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο, η εκκαλουμένη δεν δέχθηκε την ένσταση καταβολής του ποσού των 5.000 ευρώ, με τη μεταβίβαση της αναφερόμενης στην ανακοπή επιταγής. Τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η εφεσίβλητη από το τελικά, το έτος 2012, οφειλόμενο ποσό των 36.094,81 ευρώ αφαιρέθηκαν 10.000 ευρώ.
Ο εκκαλών, φέρων και το βάρος της απόδειξης, δεν απέδειξε ότι πλήρωσε με μετρητά 10.000 ευρώ και με την επικαλούμενη επιταγή, που κατά αυτόν δεν αφαιρέθηκε, 5.000 ευρώ. Δεν προσκομίζει καμία απόδειξη για την απόδειξη της ασυνήθους για τις συναλλαγές του καταβολής των 10.000 ευρώ σε μετρητά, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά στις αποδείξεις πληρωμής που προαναφέρθηκαν για καταβολή 100.000 ευρώ μετρητών.
Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι και οι συναλλαγματικές ποσού 7.700 ευρώ, που είχαν δοθεί χάριν καταβολής στην εφεσίβλητη στις 24.9.2008 και με βάση τις οποίες μηδενίστηκε το υπόλοιπο της καρτέλας του εκκαλούντος στις 24.9.2008 δεν πληρώθηκαν. Ο πρόσθετος λόγος της έφεσης ότι οι συναλλαγματικές πληρώθηκαν με τις ως άνω επιταγές πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, για το λόγο ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αντικατάσταση των συναλλαγματικών πριν τη λήξη τους.
Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι εφόσον δεν υπάρχει έφεση ή αντέφεση της εφεσίβλητης και ενόψει της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος, το ποσό των 7.792 ευρώ που αφαίρεσε η εκκαλουμένη από το ποσό των 26.094,81 ευρώ παραμένει ως έχει, ο δε πρόσθετος λόγος στην έφεση κατά το σκέλος με το οποίο ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη πλημμελώς δέχθηκε ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός του με την αντίδικο κατά τη μεταφορά του οφειλόμενου ποσού από το 2009 στο 2010 με το ποσό των 7.792,59 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους...". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9,11,15,17, 21 και 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και, συνεπώς, ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ.
εικονική), είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 896/2006, ΑΠ 903/2006), αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό, του εκδότη της συναλλαγματικής, κατά τα άρθρ. 904 επ· του ΑΚ (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 544/1998).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 5325/1932 ορίζεται ότι "Δια της αποδοχής, ο πληρωτής υποχρεούται να πληρώσει την συναλλαγματικήν κατά την λήξιν. Εν ελλείψει πληρωμής, ο κομιστής, και αν είναι ο εκδότης, έχει κατά του αποδέκτη ευθείαν αγωγήν, απορρέουσα εκ συναλλαγματικής, δια πάσαν εκ των άρθρων 48 και 49 απαίτησιν", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "ο κομιστής εκπίπτει των δικαιωμάτων αυτού κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότου και κατά των άλλων υπόχρεων, εξαιρέσει του αποδέκτη, μετά την έκπνευσιν των προθεσμιών των τεταγμένων δια την εμφάνισιν της εν όψει ή μετά προθεσμίαν από της όψεως συναλλαγματικής, δια την σύνταξιν του διαμαρτυρικού επί μη αποδοχή ή επί μη πληρωμή, δια την εμφάνισιν προς πληρωμήν εν περιπτώσει της ρήτρας "ανέξοδος επιστροφή".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς, ότι η ευθύνη του αποδέκτη της συναλλαγματικής είναι ευθεία. Συνέπεια του χαρακτήρα αυτού της ευθύνης του αποδέκτη είναι ότι, ο τελευταίος, ευθύνεται για την πληρωμή του ποσού της συναλλαγματικής κατά τη λήξη της, με μόνη την αποδοχή αυτής, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή οποιοσδήποτε άλλης τυπικής ή ουσιαστικής προϋπόθεσης, όπως η εμφάνιση της συναλλαγματικής προς πληρωμή κατά τη λήξη της στον τόπο πληρωμής ή η σύνταξη διαμαρτυρικού για τη μη πληρωμή αυτής.
Η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του Ν. 5325/1932 ρητώς, άλλωστε, εξαιρεί τον αποδέκτη από τις συνέπειες της έκπτωσης των δικαιωμάτων του κομιστή λόγω μη τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων. Χαρακτηριστικό, επίσης, της παραπάνω ευθύνης του αποδέκτη της συναλλαγματικής είναι ότι σε περίπτωση μη πληρωμής της από αυτόν κατά τη λήξη της, ο τελευταίος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επομένη της λήξης αυτής, κατά το άρθρο 48 του Ν. 5325/1932, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, χωρίς να απαιτείται όχληση (ειδοποίηση) αυτού για πληρωμή της συναλλαγματικής.
Περαιτέρω, ένσταση που δύναται να αντιταχθεί κατά απαιτήσεως από συναλλαγματική είναι και ο ισχυρισμός ότι η συναλλαγματική είναι συναλλαγματική εγγυοδοσίας. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι, ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του αποδέκτη της συναλλαγματικής, η οποία να δικαιολογεί την αποδοχή της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων των μερών (εκδότη και αποδέκτη) η έκδοση της συναλλαγματικής δεν πρόκειται να δημιουργήσει, πράγματι, νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, διότι ο σκοπός, στον οποίο απέβλεψαν, ήταν να διασφαλιστεί ο εκδότης της συναλλαγματικής ότι ο αποδέκτης της συναλλαγματικής θα τηρήσει ορισμένες (οικονομικές ή άλλου είδους) υποχρεώσεις του έναντι αυτού.
Υπό την έννοια αυτή, υπάρχει αποδοχή συναλλαγματικής εγγυοδοσίας (δηλαδή συναλλαγματικής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για να διασφαλιστεί ο εκδότης της συναλλαγματικής έναντι του αποδέκτη της, χωρίς να υπάρχει μεταξύ των μερών οποιαδήποτε έννομη σχέση και αιτία που δικαιολογεί την αποδοχή της συναλλαγματικής.
Ως εγγυοδοσία νοείται η εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεόγραφα κλπ. από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή από τον οφειλέτη ή τρίτο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Η σύμβαση της εγγυοδοσίας αποτελεί εξασφαλιστική σύμβαση και, συγκεκριμένα, συνιστά αυτόνομη υπόσχεση που δίνει ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) προς άλλο πρόσωπο (τον εγγυολήπτη), ότι θα ευθύνεται απέναντι του, αν πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος που αφορά τον εγγυολήπτη.
Στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εγγύηση και αυτή ρυθμίζεται από τους όρους της σύμβασης κατά το άρθρο 361 ΑΚ.
Εξάλλου, η νομιμότητα της αιτίας της κύριας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης εγγυοδοσίας, όπου η ευθύνη του οφειλέτη (εγγυοδότη) έχει αυτόνομο, μη παρεπόμενο χαρακτήρα.
Στην περίπτωση της σύμβασης εγγυοδοσίας προς εξασφάλιση απαίτησης, η ευθύνη του οφειλέτη δεν εξαρτάται από την ύπαρξη και το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης (και άρα ο εγγυοδότης δεν έχει την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού), διότι η αιτία στη σύμβαση εγγυοδοσίας είναι η εξασφάλιση του εγγυολήπτη με την παροχή προς αυτόν μιας πρόσθετης αξίωσης, ανεξάρτητης από το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης.
Στη σύμβαση εγγυοδοσίας ερευνάται μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει σαφώς η ίδια η σύμβαση για τη δυνατότητα του εγγυολήπτη να στραφεί κατά του εγγυοδότη. Στις συναλλαγές συμβαίνει να χρησιμοποιείται η αποδοχή συναλλαγματικής ως μέσο εξασφάλισης άλλων απαιτήσεων, που χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλόμενους ως εγγύηση, πλην όμως ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης σύμβασης θα προκύψει με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, χωρίς προσήλωση στις χρησιμοποιούμενες από τους συμβαλλόμενους λέξεις ή φράσεις, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται πάντοτε από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται να διαγνώσει την υπόθεση.
Όταν η συναλλαγματική επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής, η αιτία αποδοχής της είναι νόμιμη και δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό του εκδότη της (κατά την έννοια του άρθρου 904 του ΑΚ) η εξασφαλιζόμενη με αυτήν απαίτηση, αν οι προϋποθέσεις, για τις οποίες δόθηκε η εγγυοδοσία, δεν πληρώθηκαν, οπότε μπορεί ο κομιστής της, ο οποίος αποκτά αξίωση από τη βασική σχέση, να την εισπράξει, χωρίς να καθίσταται πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία, αφού η κτήση του πλουτισμού του καλύπτεται από την περιουσιακή απώλεια που υπέστη από τη μη εκτέλεση της κύριας σύμβασης, η οποία συμφωνήθηκε με τη σύμβαση της εγγυοδοσίας προς ασφάλεια της μελλοντικής αυτής απαίτησής του.
Έτσι, η ένσταση του οφειλέτη από συναλλαγματική ότι αυτή έχει δοθεί προς εξασφάλιση απαίτησης, αποκτά σημασία, μόνον όταν ο οφειλέτης αποδείξει ότι ο κομιστής της συναλλαγματικής δεν έχει αποκτήσει ληξιπρόθεσμη αξίωση από τη βασική σχέση ή ότι δεν έχει αποκτήσει αξίωση από τη συγκεκριμένη σχέση ( πρβλ.
ΑΠ 1384/2013).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 124/2018, ΑΠ 995/2014, ΑΠ 1125/2008). Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν και τα εξής:
α) ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτό ο νόμος και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 570/2016, ΑΠ 491/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία ( ΑΠ 1447/2014).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1,9,11,17,33,34,35,36,37 και 38 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής" και αυτών των άρθρων 361 και 847 του ΑΚ.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο, εξ αιτίας λανθασμένης ερμηνείας των νομικών εννοιών της "εγγύησης" και της "εγγυοδοσίας", έκρινε, ότι οι επίδικες συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφορούσαν σύναψη μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβασης εγγύησης, ενώ στη πραγματικότητα επρόκειτο περί σύμβασης εγγυοδοσίας, τούτο δε προέκυπτε, από το ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε στη καρτέλα πληρωμών του καταχώριση με αιτιολογία "γραμμάτιο από πελάτη" κατά τη κρίσιμη χρονική περίοδο της αποδοχής των επίδικων συναλλαγματικών, ούτε μετά από αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες, αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αποδείχθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε έννομη σχέση, προερχόμενη από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης αγροτικών εφοδίων στον αναιρεσείοντα, που δικαιολογούσαν την από τον ίδιο αποδοχή των επίδικων συναλλαγματικών, χωρίς, συνεπώς το είδος της επικαλούμενης, ως πραγματικής, μεταξύ των διαδίκων σχέσης (εγγύησης ή εγγυοδοσίας) προς θεμελίωση του ισχυρισμού περί ανυπαρξίας αιτίας για την έκδοσή τους, να έχει εν προκειμένω έννομη επιρροή, υφισταμένης, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εξ αρχής νόμιμης, έγκυρης και ισχυρής αιτίας για την αποδοχή τους, που ήσαν οι διαδοχικές συμβάσεις πώλησης αγροτικών εφοδίων , με συνέπεια την εντεύθεν υποχρέωση καταβολής του τιμήματος αυτών με την αποδοχή των επίμαχων αξιογράφων.
Εξ άλλου, απαράδεκτος ως μη ιδρυόμενος, ελέγχεται ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται εκ πλαγίου παράβαση των αυτών ως άνω διατάξεων (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) για το λόγο ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι "...παρείδε τις αληθείς βλέψεις της καθής, τελούσας εν γνώσει του καταπιστευτικού χαρακτήρα των συναλλαγματικών, ήτοι την επί σκοπώ παράλειψή της να καταχωρίσει τις εν λόγω συναλλαγματικές ποσού 32.000 ευρώ, με την αντίστοιχη αιτιολογία στη καρτέλα του πελάτη της αναιρεσείοντος, αμελλητί, την ημέρα της αποδοχής τους, ήτοι την 4.4.2011, όταν η οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη ανερχόταν σε ποσό πολύ μικρότερο των συναλλαγματικών, προκειμένου να ματαιώσει την προβολή εκ μέρους του της σχετικής ένστασης...".
Τούτο διότι οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξάγεται από αυτές, το οποίο διατυπώνεται επαρκώς και με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να παρίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων, υπό την επίφαση δε, της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιχειρεί ο αναιρεσείων ανεπίτρεπτα να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 12 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των καρτελών πελάτη έκδοσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας, στις οποίες ουδεμία καταγραφή των καταβολών σε μετρητά ή αξιόγραφα που πραγματοποίησε ο αναιρεσείων δεν καταχωρήθηκε, ενώ στη περίπτωση τριών συναλλαγματικών συνολικού ποσού 9.385 ευρώ, με ημερομηνία λήξης τις 28.2.2009 και αποδέκτη τον αναιρεσείοντα, παρόλο που έλαβε χώρα παράταση της προθεσμίας πληρωμής τους, ουδέποτε επεστράφησαν τα σώματά τους στον αναιρεσείοντα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως μη περιλαμβάνων αιτιάσεις συναφείς προς την αποδεικτική δύναμη των υπόψη καρτελών σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα, όχι διότι το Εφετείο προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι' αυτά ορίζει ο νόμος ή δεν τους προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρόλο που την είχαν κατά νόμο, πολύ περισσότερο αφού το επίμαχο αποδεικτικό μέσο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας που σταθμίζει κατά συνείδηση την αποδεικτική του βαρύτητα και αξιοπιστία.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, κατ'άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, εις βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 299/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ