Supreme Court allows appeal against first instance dismissal due to vague claim, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Greek Tourism Organization against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claim. The Court found the appeal admissible regarding the argument that the lower court failed to reject the claim due to quantitative vagueness, as the appeal text did not specify the claim's content. Consequently, the appeal was allowed in part, the contested decision was annulled, and the case was remanded for retrial while the plaintiffs were ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566(1) and 559(8), 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal as inadmissible if the grounds fail to clearly identify the factual circumstances constituting the alleged error without referring to other procedural documents, and it must allow an appeal in part if specific grounds are well-founded, necessitating a remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1916 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1916/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (ΕΟΤ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαζήση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Λ. του Γ. και 2) Σ. - Γ. Λ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατερινόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5523/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 566 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 20/2005).
Επομένως, εφόσον ασκηθεί αναίρεση κατ' απόφασης, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναίρεσης, να διαλαμβάνουν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε, ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο περί αοριστίας ισχυρισμός καθώς και το περιεχόμενό του (ΑΠ 822/2013, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 519/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσίβλητων ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που κρίθηκε από το Εφετείο ως ορισμένη.
Η νομιμοποίηση του διαδίκου (άρθρο 68 του ΚΠολΔ) απορρέει κατά κανόνα από το νόμο και, κυρίως, από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ή, κάποτε, και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 746/2018, ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1130/2013, ΑΠ 71/2013, ΑΠ 1582/2008).
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2636/1998 (Α' 198) συστήθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", μετονομασθείσα αρχικώς με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2837/2000 (Α' 178) σε "...", μεταγενεστέρως δε, με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3270/2004 (Α' 187), σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.". Η εταιρεία αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 2636/1998, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχει δε ως σκοπό, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2636/1998, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 2837/2000, τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ., ο οποίος, πάντως, διατήρησε αρχικά την κυριότητά του επ' αυτής (βλ.
και άρθρο 5 ν. 3270/2004). Η ως άνω εταιρεία μετονομάσθηκε, με την κοινή υπουργική απόφαση Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011/28.11.2011 (ΦΕΚ Β' 2779/2011), σε "...", με διακριτικό τίτλο "....". Για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της η εν λόγω εταιρεία, στην οποία περιήλθε αυτοδικαίως η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. (παρ. 1 περίπτ.
β), μπορεί, μεταξύ άλλων, "να ενάγει και να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτέλεσης που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία ... των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση" (παρ. 5 περίπτ. ιβ). Στην παράγραφο 7 του άρθρου 23 του ίδιου ν. 2636/1998, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 16 του ν. 2837/2000 και τροποποιήθηκε, αναδρομικώς από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (3.8.2000), με το άρθρο 49 παράγραφοι 11 και 12 του ν. 3220/2004 (Α' 15), ορίζεται ότι: "Απαιτήσεις ...
του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), από περιουσιακά στοιχεία ... του Ε.Ο.Τ., των οποίων η διοίκηση και διαχείριση έχει ανατεθεί στην "..." κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του ν. 2636/1998 ... ανεξάρτητα από το χρόνο γενέσεως αυτών, εκχωρούνται αυτοδικαίως στην Ανώνυμη Εταιρία ...". Η γενική διάταξη της ανωτέρω παραγράφου 7 του άρθρου 23 του ν. 2636/1998, αναφερόμενη σε απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ.
από περιουσιακά του στοιχεία "των οποίων η διοίκηση και διαχείριση" έχει ανατεθεί στην Ε.Τ.Α. (ήδη ΕΤ.Α.Δ.), δεν καταλαμβάνει βεβαίως και την κατ' άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001 επιστρεπτέα αποζημίωση μετά την ανάκληση της απαλλοτρίωσης, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για απαίτηση συναπτόμενη με τη διαχείριση του ακινήτου (ΟλΣτΕ 4310-4313/2015, ΣτΕ 1291/2018).
Επίσης, ο Ε.Ο.Τ., υπέρ και με δαπάνες του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, έχει, κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 6 του ν. 2882/2001, υποχρέωση προς αποζημίωση του καθ' ου η απαλλοτρίωση για ζημίες από δυσμενείς μεταβολές στο απαλλοτριωθέν ακίνητο μέχρι την ανάκλησή της (απαλλοτρίωσης). Στη συνέχεια, με το άρθρο 196 παρ. 4 του ν. 4389/2016 (Α' 94), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δέκατο παρ. 3 του ν. 4393/2016 (Α' 106), ορίσθηκε, ότι η κυριότητα και η νομή όλων των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και τον Ε.Ο.Τ.
και τα διαχειρίζεται η "....", σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μεταβιβάζονται αυτομάτως στην εταιρεία αυτή, χωρίς αντάλλαγμα, με εξαίρεση τους αιγιαλούς, τις παραλίες και τις παρόχθιες εκτάσεις, τους υδρότοπους, τις περιοχές Ramsar, τις περιοχές Natura, τους αρχαιολογικούς χώρους, τις αμιγώς δασικές εκτάσεις και τα λοιπά πράγματα εκτός συναλλαγής, σε περίπτωση δε που μέρος ακινήτου εμπίπτει σε μία από τις ανωτέρω εξαιρέσεις, η κυριότητα του μέρους του ακινήτου, που δεν εμπίπτει σε μία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, μεταβιβάζεται στην ανωτέρω εταιρεία, κατά τα προαναφερθέντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το 2ο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζει, ότι το Εφετείο, εσφαλμένως απέρριψε την ένστασή του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του στην ένδικη αγωγή, καθόσον τη διοίκηση και διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του (Ε.Ο.Τ.), μεταξύ των οποίων και του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσίβλητων, είχε η ...
από το έτος 1998 έως το έτος 2013, οπότε ανακλήθηκε η απαλλοτρίωση, ενώ από το 2016, ήτοι δύο έτη πριν από την άσκηση της αγωγής, η κυριότητα και η νομή όλων των ακίνητων του Ε.Ο.Τ. περιήλθε σ' αυτήν (...). Από την παραδεκτή, όσον αφορά στον παρόντα λόγο, επισκόπηση της, κατ' άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2882/2001, από 26-7-2018 αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι οι τελευταίοι, επικαλούμενοι την κατά το έτος 2013 ανάκληση της απαλλοτρίωσης του περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο έκτοτε ανήκει στην ιδιοκτησία τους, και την εκ μέρους τους επιστροφή της προσδιορισθείσας επιστρεπτέας αποζημίωσης στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ [Ε.Ο.Τ.]", υπέρ και με δαπάνες του οποίου είχε κηρυχθεί η απαλλοτρίωση, ζήτησαν αποζημίωση από αυτό για τις ζημίες, που υπέστη η οικία και τα λοιπά επικείμενα του εν λόγω ακινήτου τους μέχρι την ανάκληση της απαλλοτρίωσης.
Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι στο δικόγραφό της εκτίθενται τα αναγκαία στοιχεία της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, διότι με βάση αυτά ο Ε.Ο.Τ. α) είναι ο υπέρ ου και με δαπάνες του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση του ακινήτου των αναιρεσίβλητων, β) έλαβε την επιτρεπτέα αποζημίωση από τους αναιρεσίβλητους κατά την ανάκληση της απαλλοτρίωσης, γ) είναι ο φορέας της κατ' άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2882/2001 υποχρέωσης προς αποζημίωση του καθ' ου η απαλλοτρίωση για ζημίες από δυσμενείς μεταβολές στο απαλλοτριωθέν ακίνητο μέχρι την ανάκλησή της (απαλλοτρίωσης) και δ) δεν είναι κύριος του ανωτέρω ακινήτου από το έτος 2013 και εφεξής και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα περιέλευσης του ακινήτου αυτού στην κυριότητα της ...
από το έτος 2016, οπότε η τελευταία απέκτησε την κυριότητα της ακίνητης περιουσίας του ΕΟΤ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος (την οποία από προφανή παραδρομή χαρακτήρισε ως ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης), ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 6 του ν. 2882/2001 και 68 του ΚΠολΔ και ο συναφής λόγος αναίρεσης, ο οποίος εκτιμάται, ότι είναι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 6 του Ν 2882/2001 (Κώδικας αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων), "Εάν, μέχρι να ανακληθεί η συντελεσμένη απαλλοτρίωση, έγιναν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο μεταβολές από τις οποίες γεννώνται απαιτήσεις του υπέρ ου ή του καθ' ου η απαλλοτρίωση, οι σχετικές διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής και δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 19.
Η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 22". Σύμφωνα δε με το εδ. γ' της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν 2882/2001, που ρητά ισχύει και στις κατ' άρθρο 12 παρ. 6 του ίδιου νόμου διαφορές, "οι διάδικοι, μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο υποχρεούνται να προσαγάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (ΑΠ 286/2007, ΑΠ 1013/2004).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Επομένως, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα, που προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1585/2013, ΑΠ 67/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το πρώτο σκέλος του 4ου λόγου αναίρεσης, που ερευνάται κατά προτεραιότητα, επιτρεπτά, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 1446/2018), το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.
α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη τις εκπροθέσμως προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους με την προσθήκη των προτάσεών τους παλαιές φωτογραφίες των ετών 1971 και 1972 της ένδικης οικίας, ιδιοκτησίας τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει, ότι οι τελευταίοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (στις 29-03-2019) εννέα (9) σελίδες με 17 αριθμημένες φωτογραφίες της αρχιτέκτονα Γ.
Ρ., "που αποτυπώνουν τη σημερινή κατάσταση" της οικίας τους, ενώ με την από 4-4-2019 προσθήκη των προτάσεών τους επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (στις 4-4-2019 και ώρα 12.00) "εκτός των παραπάνω αναφερόμενων και 25 φωτογραφίες 3.6.2004 σε ένα φύλλο χάρτου με τις ίδιες ζημίες με σήμερα και 3 φωτογραφίες έτους 1971 & 1972 σε ένα φύλλο επίσης, που δείχνουν την ποιότητα της κατασκευής (σχετικά 6,7)".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα και τους αναιρεσίβλητους έγγραφα, μεταξύ των οποίων "και φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε", αναφέρθηκε ρητά και στις εκπροθέσμως προσκομισθείσες παλαιές φωτογραφίες και συγκεκριμένα: "...Η εικόνα εγκατάλειψης και λεηλασίας ουσιαστικά της οικίας αυτής, από την οποία έχουν αποξηλωθεί όλα τα προσαρτήματά αυτής, αλλά και του περιβάλλοντος χώρου της, προκύπτει τόσο από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους ενάγοντες σημερινές φωτογραφίες του επιδίκου, σε συνδυασμό με πολύ παλαιότερες φωτογραφίες της οικίας, που ανάγονται στο χρόνο κατασκευής της...".
Τις φωτογραφίες αυτές (3 φωτογραφίες των ετών 1971-1972), για τις οποίες αποδίδεται η συναφής αναιρετική πλημμέλεια, προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους, προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής τους και όχι προς αντίκρουση κάποιου αυτοτελούς ισχυρισμού των αντιδίκων τους, μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και δη κατά τη λήξη της προθεσμίας για την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών τους, έλαβε υπόψη το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με το ύψος της ζημίας, που υπέστη η οικία των αναιρεσίβλητων μετά την απαλλοτρίωσή της και μέχρι την ανάκλησή της (απαλλοτρίωσης) και την εκ μέρους τους απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου τους, κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 7 εδ.
γ' του Ν.2882/2001. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το βάσιμο 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των έτερων λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, των προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς το αναιρεσείον. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν 3693/1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και στις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, με βάση διάταξη νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 760/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1228/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Επομένως, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, όχι όμως μειωμένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, καθ' όσον ελλείπει εν προκειμένω, η απαιτούμενη για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής ως άνω αναφερόμενη προϋπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 19-12-2019 και με αριθμ. κατάθ. 1211/20-12-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 5523/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 5523/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ [Ε.Ο.Τ.]".
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιοτέρα της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ