Supreme Court quashes conviction for issuing dishonored checks due to erroneous interpretation of joint criminal liability rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned a lower court's conviction for issuing dishonored checks because the judge incorrectly applied joint criminal liability principles. The defendant, acting as a legal representative, was found guilty as a principal offender, despite the lower court failing to distinguish between direct and indirect complicity. The court ruled that since the defendant did not personally sign the checks, he cannot be held liable as a principal, and the case must be retried to determine if he acted as an instigator or accomplice.
Legislator headnote
AI generatedArticles 46 and 47 of the Penal Code; The court established that a legal representative who signs checks in the name of a company without personal signature cannot be convicted as a principal offender for issuing dishonored checks, requiring separate examination of instigation or complicity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1916 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1916/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου - Εισηγητή, Μαρία Κουβίδου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κατσαδούρου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1355/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση και επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8 Ιουλίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7620/2019,, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1051/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα, και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διάταξης της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον κοινό (πρόθεση) και τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Περαιτέρω, ναι μεν η ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή μπορεί να γίνει και με εκπρόσωπο (άρθρο 11 του Ν. 5960/1933), ο οποίος μπορεί να υπογράψει είτε με το δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενού (εκδότη), οπότε πρόκειται για έμμεση αντιπροσώπευση (άρθρο 6 εδ.
β' του Ν. 5960/1933), επί της οποίας υποκείμενο της δημιουργούμενης σχέσης είναι αυτός ο ίδιος ο αντιπρόσωπος, είτε να υπογράψει και με το όνομα του αντιπροσωπευομένου μόνο ή με το δικό του όνομα και τη δήλωση ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου (εκδότη), οπότε πρόκειται για άμεση αντιπροσώπευση (άρθρο 10 και 11 του Ν. 5960/1933), επί της οποίας υποκείμενο της ιδρυόμενης σχέσης δεν είναι ο δικαιοπρακτών αντιπρόσωπος, αλλά ο αντιπροσωπευό μένος.
Όμως, η ύπαρξη πληρεξουσιότητας προς ενέργεια από τον πληρεξούσιο, στο όνομα των παραχωρησάντων την πληρεξουσιότητα αυτή νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας, εμπορικών πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η έκδοση επιταγής, δεν καλύπτει την παράνομη πράξη της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, γιατί αντιπροσώπευση στην αδικοπραξία δεν είναι δυνατή.
Στην περίπτωση που ο φερόμενος ως αντιπρόσωπος εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή, ενέχεται ο ίδιος ως αυτουργός της παράνομης αυτής πράξης, ο δε εντολέας του ενέχεται ως ηθικός αυτουργός ή συνεργός, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 46 ή 47 του ΠΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΟλΑΠ 3/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό ΑΤ1107/2019, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "ο κατηγορούμενος τέλεσε με πρόθεση το έγκλημα της έκδοσης και μη πληρωμής επιταγής κατ' εξακολούθηση και δη ως νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Δ.Σ.
της εταιρείας "... Α.Ε." από 30-6-2010 έως 29-12-2014 (βλ. και ως άνω αναγνωσθέντα ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ με αρ. φύλλου ...7/13-08-2010 και αρ. φύλλου ….84/09- 12-2011, καθώς και αρ. φύλλου ...7/13-8-2010 και αρ. φύλλου ….84/9- 12-2011, καθώς και αρ. φύλλου ….50/10-2-2012), με δικαίωμα υπογραφής για την έγκυρη έκδοση επιταγών μέχρι του ποσού των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ μεμονωμένα και για μεγαλύτερο ποσό από κοινού με την Αντιπρόεδρο, Γ.
Χ. ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, Γ. Τ., εξέδωσε τις ένδικες υπ' αριθ. ...05-4 και ...12-0 επιταγές ποσού (7.084,62) και (25.000) ευρώ, αντίστοιχα, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 15-02-2012 και 20-02- 2012, αντίστοιχα, οι οποίες όμως ήταν τουλάχιστον έξι μήνες μεταχρονολογημένες (βλ. και ένορκη κατάθεση μάρτυρα σελ. 5 της παρούσας), που στη θέση του εκδότη υπέγραψε για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας και έθεσε την εταιρική σφραγίδα, η Γ.
Χ., ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό του εκκαλούντος, κατ' εντολή του και στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας, ώστε να δεσμεύεται η εκδότρια εταιρεία. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, τιμωρείται με τις οριζόμενες ποινές, "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά του οποίου δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής, ή της πληρωμής ταύτης".
Για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος απαιτείται η έγκυρη έκδοση επιταγής και η έλλειψη αντίστοιχων με την αξία της επιταγής διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη στην πληρώτρια της επιταγής τράπεζα, κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, εν γνώσει του εκδότη. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, εκδότης είναι όχι μόνον αυτός που υπογράφει αυτοπροσώπως την επιταγή, αλλά και αυτός, ο οποίος εξουσιοδοτεί ή εντέλλεται τρίτο πρόσωπο, να θέσει την υπογραφή εκείνου ως εκδότη της επιταγής.
Πρέπει συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτομένων ως αβάσιμων των καταχωρηθέντων ανωτέρω ισχυρισμών της υπεράσπισης και ν' αναγνωριστούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, καθώς δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια αλλά από οικονομική αδυναμία στην οποία περιήλθε η εκδότρια εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε, από ανείσπρακτες απαιτήσεις της από τους δικούς της οφειλέτες" .
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση ότι προέβη στην τέλεση της πράξης από μη ταπεινά αίτια (άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό :"
Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : Στην ….. στους παρακάτω χρόνους ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε" με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές : 1)την επιταγή με αριθμό ...05-4 με ημερομηνία εκδόσεως την 15/2/2012 για να πληρωθεί από την ...
για το χρηματικό ποσό των "7.084,62"€, σε διαταγή "... ΑΕ." νομίμως περιελθούσα στην εγκαλούσα εταιρεία "... ΑΕ" που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. 2) την επιταγή με αριθμό ...12-0 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/2/2012 για να πληρωθεί από την ... για το χρηματικό ποσό των "25.000"€, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας "... ΑΕ" που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
Και αφού ο νόμιμος κομιστής τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 23/2/2012 και 20/2/2012 αντίστοιχα δεν πληρώθηκε από τις πληρώτριες Τράπεζες γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ότι κατά την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών η προαναφερόμενη Γ.
Χ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος, υπογράφοντας με το όνομα του αναιρεσείοντος κάτω από την εταιρική σφραγίδα και στη συνέχεια κήρυξε ένοχο αυτόν, ως αυτουργό της ως άνω πράξης, παρά το ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αντιπροσώπευση στην αδικοπραξία δεν είναι δυνατή και αυτουργός του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι εκείνος που υπέγραψε στη θέση του εκδότη, ενώ ο εντολέας ενδεχομένως ενέχεται ως ηθικός αυτουργός ή συνεργός, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ, πράγμα το οποίο δεν ερευνήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση AT 1107/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ