1916/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μ. Βαρελά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1916/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1916 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1916/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μ. Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ψυχράμη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Ν. Π., το γένος Χ. Ρ., κατοίκου ..., 2) Ε. συζ. Β. Τ., το Σ. Ρ., κατοίκου ..., 3) Δ. Χ. του Ε., 4) Δ. Μ. του Π., 5) Ε. Ρ. του Ε., 6) Μ. Ρ. του Ε., κατοίκων ... και 7) Β. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταυρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Ο. χήρας Ε. Ρ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23904/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3298/2004 του Εφετείου Θ.. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1776/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 201/2009 απόφαση του Εφετείου Θ., την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/1/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μ. Βαρελά ανέγνωσε την από 20/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1041 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο, πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και το άρθρο 1051 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται εάν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τα τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι, ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Β. Ρ. του Χ. περιήλθε κατά κυριότητα με τους υπ' αριθμ…και … της 26ης Ιουλίου του τουρκικού έτους 1326 [χριστιανικού έτους 1910] τίτλους ιδιοκτησίας [ταπία] του Τουρκικού Κτηματολογίου Θ.
αφενός το 1/5 εξ αδιαιρέτου ως κληρονόμο του πατέρα του και αφετέρου τα 4/5 εξ αδιαιρέτου κατόπιν αγοράς τους από τους συγκληρονόμους αδελφούς του Θ., Γ., Σ. και Ε. Ρ., ενός γηπέδου δύο [2] οικοδομών ασβεστοποιείου και ασβεστοκαμίνου με τόπο εξόρυξης ασβεστόπετρας, κατηγορίας δημοσίας γαίας, εκτάσεως δύο [2] παλαιών στρεμμάτων και ήδη 4.100 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του χωριού Α.
Ν. Θ. και ειδικότερα στο συνοικισμό "..." ή "..." αυτού. Στον πατέρα του παραχωρήθηκε το ακίνητο αυτό κατά κυριότητα με τον υπ' αριθμ. 5 μηνός Ιουλίου τουρκικού έτους 1307 [χριστιανικού έτους 1891] τίτλο ιδιοκτησίας [ταπίο] του Τουρκικού Κτηματολογίου Θ. για να εξουσιάζεται ελεύθερα ως ανήκον στην κατηγορία των "μουλκίων".
Σύμφωνα με τους ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας [ταπία] το εν λόγω ακίνητο συνόρευε ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Χ., δυτικά με λάκκο [ή ρέμμα], βόρεια με πετρότοπο και νότια με οικία Β. Π.. Ήδη όλη η οικοπεδική αυτή έκταση βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Α. του Δήμου ... Ν. Θ. και συνορεύει περιμετρικά με κοινοτικές οδούς και με ακίνητα κατεχόμενα από τους Δ.
Θ. και Χ. ή Χ., όπως αποτυπώνεται στο από 6-5-1979 τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από τον τοπογράφο Π. Κ. και υπογράφεται και από τον πολιτικό μηχανικό Ν. Χ. και στο συνημμένο στην αγωγή από μηνός Δεκεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Β. Β. με τα στοιχεία 1, 2, 3, .... 33, 1. Στις 6-12-1919 απεβίωσε ο Β. Ρ.
του Χ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ε. χήρα Β. Ρ. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα του Σ., Μ. ή Μ., Χ. και Ε. κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου από το καθένα ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι και υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτού με την ανάμειξή τους σ' αυτή.
Στις 10-11-1964 απεβίωσε ο Χ. Ρ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ε. χήρα Χ. Ρ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και από τη θυγατέρα του Μ. συζ. Ν. Π. [πρώτη ενάγουσα] κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Στις 10-3-1966 απεβίωσε η Ε. χήρα Β. Ρ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τα τέκνα της Σ., Μ.
ή Μ. και Ε. Ρ. και την εγγονή της Μ. συζ. Ν. Π., θυγατέρα του προαποβιώσαντος γιου της Χ. Ρ.. Στις 13-12-1980 απεβίωσε ο Σ. Ρ. του Β., ο οποίος με την υπ' αριθμ. 9961/1980 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βεροίας Αθανασίου Π. και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο του τη σύζυγό του Δ., συγχρόνως δε συνέστησε καταπίστευμα υπέρ της θυγατέρας του Ε.
συζ. Β. Τ. [δεύτερης ενάγουσας], αφού όρισε ότι όλη η περιουσία του θα περιέλθει μετά το θάνατο της συζύγου του στην τελευταία. Στις 13-9-1990 απεβίωσε η Δ. χήρα Σ. Ρ. και έτσι το ιδανικό μερίδιο του θανόντος συζύγου της στο ως άνω ακίνητο περιήλθε στη θυγατέρα της Ε. συζ. Β. Τ.. Στις 15-1-1984 απεβίωσε ο Ε. Ρ. του Β. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τη σύζυγό του Ο.
χήρα Ε. Ρ. [πέμπτη ενάγουσα] και τα τέκνα του Ε. Ρ. [έκτη ενάγουσα], Μ. Ρ. [έβδομη ενάγουσα] και Β. Ρ. [όγδοο ενάγοντα]. Στις 11-4-1987 απεβίωσε η Μ. ή Μ. χήρα Ε. Χ., το γένος Β. Ρ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από το γυιό της Δ. Χ. [τρίτο ενάγοντα] και το γυιό της προαποβιώσασας θυγατέρας της Μ. - Ε., Δ.
Μ. του Π. [τέταρτο ενάγοντα]. Τέλος στις 21-5-1998 απεβίωσε η Ε. χήρα Χ. Ρ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα της Μ. συζ. Ν. Π. [πρώτη ενάγουσα]. Οι 1] Σ. Ρ. του Β., 2] Μ. ή Μ. χήρα Ε. Χ., το γένος Β. Ρ., 3] Ε. Ρ. του Β. και 4] Μ. ή Μ. συζ. Ν. Π., με την υπ' αριθμ. 11361/9-2-1980 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θ.
Δ. Χ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία της Ε. χήρας Β. Ρ., στην οποία [κληρονομία], πλην των άλλων, περιλαμβάνονται και τα 4/16 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Επίσης, με την ίδια ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, η Μ. ή Μ. συζ. Ν. Π. και η Ε. χήρα Χ. Ρ. αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομία του Χ.
Ρ. του Β., πατέρα και συζύγου αυτών αντίστοιχα, στην οποία [κληρονομία], πλην των άλλων, περιλαμβάνονται και τα 3/16 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Ακολούθως η πρώτη ενάγουσα Μ. ή Μ. συζ. Ν. Π. με την υπ' αριθμ. 16477/11-12-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θ. Σ. Π. - Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της μητέρας της Ε.
χήρας Χ. Ρ., η οποία [κληρονομία] αποτελείτο από τα 45/960 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Έτσι η πρώτη ενάγουσα κατέστη συγκυρία του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 240/960 ή 4/16 εξ αδιαιρέτου, από τα οποία τα 135/960 περιήλθαν σ' αυτήν από κληρονομία του πατέρα της Χ. Ρ., τα 60/960 από κληρονομία της γιαγιάς της Ε. χήρας Β.
Ρ. και τα 45/960 από κληρονομία της μητέρας της. Επίσης τις κληρονομίες των δικαιοπαρόχων τους αποδέχθηκαν νόμιμα και οι λοιποί επτά [7] ενάγοντες. Συγκεκριμένα: 1] Η δεύτερη ενάγουσα Ε. συζ. Β. Τ. με την υπ' αριθμ. 13727/26-4-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θ. Μ. Π.υ, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε αφενός για λογαριασμό της μητέρας της Δ.ς Ρ.
και αφετέρου για δικό της λογαριασμό την κληρονομία του πατέρα της Σ. Ρ. του Β. και έτσι έγινε συγκυρία του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου. 2] Οι τρίτος και τέταρτος των εναγόντων, Δ. Χ. του Ε. και Δ. Μ. του Π., με την υπ' αριθμ. 13284/12-10-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θ. Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομία της Μ.
ή Μ. χήρας Ε. Χ., μητέρας και γιαγιάς αυτών αντίστοιχα και έτσι έγιναν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας [4/16:2] και 3] Οι πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοος των εναγόντων [Ο. χήρα Ε. Ρ., Ε. Ρ. του Ε., Μ. Ρ. του Ε. και Βασίλειος Ρ. του Ε.] με την υπ' αριθμ. 85906/3-8-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θ.
Ι. Μ. - Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομία του Ε. Ρ. του Β. και έτσι έγιναν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας [4/16:4]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Β. Ρ. του Χ. από την 1-2-1914, οπότε εισήχθη η Ελληνική Νομοθεσία στις Νέες Χώρες [βλ.
άρθρ. 2 Ν. 147/ 1914], μεταξύ των οποίων και η Μακεδονία, μέχρι τον θάνατό του στις 6-12-1919 και συνέχεια οι καθολικοί διάδοχοι αυτού [τα τέσσερα τέκνα του και η σύζυγός του] και άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων μέχρι το θάνατό τους νέμονταν το ως άνω ακίνητο με νόμιμο τίτλο [κληρονομία] και με καλή πίστη. Ειδικότερα μέχρι το έτος 1941, οπότε καταλήφθηκε η Χώρα από τους Γερμανούς, χρησιμοποιούσαν τούτο ως ασβεστοποιείο και ως λατομείο για την εξόρυξη πέτρας, στη συνέχεια δε επισκέπτονταν συχνά αυτό, το επέβλεπαν και το προστάτευαν από διαφόρους καταπατητές.
Κατά το έτος 1961 οι καθολικοί διάδοχοι του Β. Ρ. του Χ. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θ. Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν και μεταβίβασαν στον Κ. Κ. του Α., πεθερό του εναγομένου, τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 70 τ.μ., το οποίο προηγουμένως [περί το έτος 1960] η σύζυγος του τελευταίου Ο.
Κ. είχε περιφράξει και ενσωματώσει στο όμορο οικόπεδό της, εμβαδού 300 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτήν κατόπιν αγοράς του από τον Γ. Γιαννούδη του Θεοδώρου με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θ. Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων έγιναν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, εφόσον νέμονταν αυτό οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχός τους Β.
Ρ. του Χ. με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, όσο και κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφόσον νέμονταν αυτό επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μετά την εισαγωγή τούτου, αλλά και με τακτική χρησικτησία, εφόσον νέμονταν τούτο με νόμιμο τίτλο [κληρονομία] και με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο Κ. Κ. και η σύζυγός του Ο. Κ. μετά την αγορά από τον πρώτο του προαναφερομένου τμήματος οικοπέδου εμβαδού 70 τ.μ., συνένωσαν άτυπα τα δύο όμορα ακίνητά τους και έτσι δημιουργήθηκε ένα ενιαίο ακίνητο με βόρειο όριο το ακίνητο των εναγόντων. Στις 15-3-1968 απεβίωσε ο Κ. Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ο.
χήρα Κ. Κ. και τα τέκνα του Π. Κ. και Ε. Κ., σύζυγο του εναγομένου από το έτος 1962, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτού με την υπ' αριθμ. 4924/1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θ. Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Μετά την αποδοχή της κληρονομίας αυτής οι Π.ς και Ο. Κ. με το υπ' αριθμ. 4941/1998 συμβόλαιο δωρεάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν τα κληρονομικά τους μερίδια στο ως άνω οικοπεδικό τμήμα εμβαδού 70 τ.μ., ανερχόμενα στα 5/8 εξ αδιαιρέτου, στην Ε.
συζ. Χ. Μ., το γένος Κ. Κ., στην οποία ανήκαν τα υπόλοιπα 3/8 εξ αδιαιρέτου αυτού. Στη συνέχεια η τελευταία με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θ. Θ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στη μητέρα της Ο. Κ., λόγω δωρεάς, ολόκληρο το εν λόγω οικοπεδικό τμήμα. Έτσι η τελευταία κατέστη κυρία ολοκλήρου του ως άνω ενιαίου ακινήτου, επί του οποίου είχαν ανεγερθεί δύο οικίες, μία στο κέντρο αυτού περίπου και μία στη βορειοδυτική πλευρά του, στην οποία είχε ήδη εγκατασταθεί ο εναγόμενος με την οικογένειά του.
Ακολούθως η Ο. Κ. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε υπέρ της θυγατέρας της Ε. Μ. και του εναγομένου συζύγου της προίκα, μεταβίβασε δε στην πρώτη την ψιλή κυριότητα και στον δεύτερο την επικαρπία αυτοτελούς και διαιρετού τμήματος του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου της με την υπάρχουσα επάνω σ' αυτό οικία, εμβαδού 305,65 τ.μ., που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά αυτού και το οποίο συνορεύει, όπως αναφέρεται στο άνω συμβόλαιο, βορειοδυτικά με ανώνυμη οδό, βορειοανατολικά με ανώνυμη οδό, νοτιοανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ε.
Ρ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Κ.., νότια με ιδιοκτησία Π. Κ.. και νοτιοδυτικά με ανώνυμη οδό. Πριν από την κατάρτιση του ως άνω προικοσυμβολαίου, ο εναγόμενος, αφού εγκαταστάθηκε στο εν λόγω προικώο ακίνητο, επεξέτεινε τα όρια αυτού σε βάρος του οικοπέδου των εναγόντων, καταλαμβάνοντας, παράνομα και αυθαίρετα, από τη δυτική πλευρά αυτού ένα τμήμα, εμβαδού 250 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ανώνυμη οδό, νότια με ακίνητο εναγομένου, ανατολικά με υπόλοιπο οικόπεδο εναγόντων και δυτικά με ρέμα.
Ακολούθως ισοπέδωσε αυτό, κατασκεύασε τοίχο από τη δυτική πλευρά του, στα όρια με το υπάρχον ρέμα, καθώς και από την ανατολική πλευρά επί του οικοπέδου των εναγόντων, φύτευσε σ' αυτό δένδρα και το επέστρωσε με τσιμέντο και έκτοτε επικοινωνεί μέσω αυτού, πεζή και με το αυτοκίνητό του, με την διερχόμενη βορείως ανώνυμη οδό, ασκώντας έτσι σ' αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου.
Στις αρχές του έτους 1982 επέκτεινε το καταληφθέν τούτο τμήμα προς τα ανατολικά και κατέλαβε άλλο ένα τμήμα του οικοπέδου των εναγόντων, εμβαδού 101,24 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά μήκους 5,143 μ. με ανώνυμη οδό, νότια με πλευρά μήκους 5,143 μ. με ακίνητο Ο. Κ., ανατολικά με πλευρά μήκους 20,37 μ. με τμήμα του αυτού οικοπέδου εμβαδού 916,62 τ.μ.
κατεχόμενο από τον Κ. Κ. του Χ. και δυτικά με πλευρά μήκους 19 μ. με καταληφθέν πριν από το έτος 1979 τμήμα του αυτού οικοπέδου εμβαδού 250 τ.μ. Κατόπιν αυτού οι ενάγοντες άσκησαν κατά του εναγομένου και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θ. την υπ' αύξ. αριθμ. 1279/14-6-1982 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι ο εναγόμενος κατέλαβε από το οικόπεδό τους τμήμα εμβαδού 500 τ.μ., ζητούσαν να αναγνωρισθούν προσωρινά συννομείς του οικοπεδικού αυτού τμήματος και να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα προς προστασία της προσβληθείσας νομής τους επί του ακινήτου αυτού.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1091/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θ., η οποία δέχθηκε μεν ότι οι ενάγοντες είναι συννομείς του επιδίκου τμήματος οικοπέδου εμβαδού 500 τ.μ. και ότι ο εναγόμενος τους απέβαλε, πλην όμως απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος που να δικαιολογεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την υπ' αύξ. αριθμ. 690/1982 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1775/1983 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θ., η οποία επίσης έκρινε ότι οι ενάγοντες είναι συννομείς του επιδίκου τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 500 τ.μ., και ότι ο εναγόμενος τους απέβαλε, παράνομα και αυθαίρετα, από τη νομή αυτού, πλην όμως δέχθηκε την αίτηση μόνο ως προς το ανατολικό μισό διαιρετό τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 250 τ.μ., ενώ ως προς το δυτικό μισό διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 250 τ.μ., απέρριψε την αίτηση λόγω μη συνδρομής επείγουσας περίπτωσης ή επικειμένου κινδύνου.
Σημειωτέον ότι οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους ισχυρίζονται ότι το καταληφθέν από τον εναγόμενο τμήμα του οικοπέδου τους έχει εμβαδόν 351,24 τ.μ. και για τον προσδιορισμό αυτού επισυνάπτουν στην αγωγή τους το από μηνός Δεκεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Β. Β., στο οποίο τούτο [επίδικο] απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία 32-34-35-36-37-38-39-28-30-31-32.
Ενόψει των προεκτεθέντων, όσον αφορά το καταληφθέν πριν από το έτος 1979 οικοπεδικό τμήμα εμβαδού 250 τ.μ., ο εναγόμενος απέκτησε σ' αυτό κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία καθόσον το νεμόταν με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1979 μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής στις 24-12-2001 [βλ. υπ' αριθμ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θ.
Κ. Β.], δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, εν πάση δε περιπτώσει η αξίωση των εναγόντων προς διεκδίκηση αυτού έχει υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι διακόπηκε η παραγραφή και η χρησικτησία με την άσκηση της υπ' αριθμ. 1279/1982 αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του εναγομένου και την επίδοση σ' αυτόν στις 30-9-1983 της από 27-9-1983 επιταγής για συμμόρφωση προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 1775/1983 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θ., με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η ως άνω αίτηση, άλλως η αξίωσή τους προς απόδοση του επιδίκου ακινήτου, η οποία βεβαιώθηκε με την τελευταία αυτή απόφαση, η οποία είναι τελεσίδικη, παραγράφεται, κατ' άρθρο 268 Α.Κ., μετά είκοσι [20] χρόνια.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως τέτοιος απορριπτέος καθόσον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 1049 Α.Κ., δεν εξομοιούνται με την αγωγή και συνεπώς δεν διακόπτουν την παραγραφή και την χρησικτησία, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση αποφάσεως που εκδόθηκε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής [βλ.
Α.Π. 571/1989 Ελ.Δνη 32,97, Α.Π. 1776/2007, Εφ.Αθ. 347/1979 ΝοΒ 27,1335, Εφ.Αθ. 6153/1975 Αρμ. Λ 387, Απ. Γεωργιάδη στον Α.Κ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου άρθρ. 1049 αρ. 2], ενώ στην έννοια της τελεσίδικης αποφάσεως του άρθρου 268 Α.Κ. δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων [Α.Π. 1776/ 2007]. Κατόπιν αυτών πρέπει οι ενστάσεις του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας, αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, και παραγραφής της αξιώσεως των εναγόντων προς διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου κατά το μέρος που αφορούν το ως άνω τμήμα αυτού [επιδίκου] να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Όσον αφορά όμως το καταληφθέν στις αρχές του έτους 1982 οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 101,24 τ.μ., ο εναγόμενος δεν απέκτησε κυριότητα σ' αυτό με έκτακτη χρησικτησία, ούτε παραγράφηκε η αξίωση των εναγόντων προς διεκδίκησή του, εφόσον από της καταλήψεώς του [έτος 1982] μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής [24-12-2001], χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο εναγόμενος νεμόταν και κατείχε τούτο, δεν παρήλθε εικοσαετία, γι' αυτό και πρέπει οι σχετικές ενστάσεις του εναγομένου [ιδίας κυριότητας και παραγραφής] να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το τελευταίο αυτό οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 101,24 τ.μ., νεμόταν και κατείχε ο εναγόμενος και κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αγωγής [24-12-2001]. Και ναι μεν αυτός με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θ. Μιχαήλ Κωτούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 13-6-2001, μεταβίβασε το εν λόγω οικοπεδικό τμήμα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής, στα τέκνα του Σ., Π..
και Α. Μ., πλην όμως και μετά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού και μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής εξακολούθησε να νέμεται και να κατέχει αυτό. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι στις 3-9-2001 υπέβαλε στην 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θ. την από 27-7-2001 αίτησή του, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί άδεια εκσκαφής του ως άνω τμήματος οικοπέδου, προκειμένου να προβεί στην ανοικοδόμησή του και στην οποία ρητά ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης αυτού.
Κατόπιν δε της αιτήσεώς του αυτής, του χορηγήθηκε από την ως άνω Υπηρεσία η υπ' αριθμ. πρωτ. ... άδεια εκσκαφής με διάρκεια ισχύος ενός έτους, με την οποία επιβαλλόταν σ' αυτόν, ως ιδιοκτήτη του προς ανασκαφή οικοπέδου, η τήρηση των προβλεπομένων από το νόμο κανόνων ασφαλείας και στην οποία επισυναπτόταν θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.
Π., στο οποίο ως ιδιοκτήτης του αποτυπωμένου σ' αυτό επιδίκου τμήματος οικοπέδου αναγραφόταν ο εναγόμενος. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το καταληφθέν από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) πριν από το έτος 1979 τμήμα του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 250 τετραγωνικών μέτρων, αποκτήθηκε από τούτον κατά κυριότητα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας διότι το ενέμετο τουλάχιστον από το έτος 1979 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 24-12-2001, ενώ το καταληφθέν, αρχές του έτους 1982 από τον ίδιο υπόλοιπο τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 101,24 τ.μ., δεν αποκτήθηκε κατά κυριότητα από τον εναγόμενο μη διαδραμόντος του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας από της καταλήψεως (αρχές έτους 1982) μέχρι την άσκηση της αγωγής (24-12-2001), η κυριότητα του οποίου παρέμεινε στους ενάγοντες.
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκανε δεκτή την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο εναγόμενος για την έκταση εμβαδού 250 τ.μ., παρά την εκ προφανούς παραδρομής της προσβαλλομένης απόφασης αναφοράς ότι η ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας αυτού κτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει αναμφίβολα ότι η ένσταση αυτή για το τμήμα των 250 τ.μ.
έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε δε την ίδια ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για το υπόλοιπο τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 101,24 τετραγωνικών μέτρων. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε για το τελευταίο αυτό τμήμα εμβαδού 101,24 τ.μ. της επίδικης έκτασης, την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής που προέβαλε ο εναγόμενος και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση και είχε απορρίψει καθ' ολοκληρία την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Επίσης το Εφετείο με τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης κυριότητας εκ μέρους του αναιρεσείοντος επί του τμήματος του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 101,24 τ.μ.
και της απόρριψης της ένστασης παραγραφής που προέβαλε ο αναιρεσείων αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, οι συναφείς πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του και τέταρτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά, από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνον ανα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία, αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της κρίσεώς του περί της παθητικής νομιμοποίησης αυτού, δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι το τοπογραφικό διάγραμμα και η αίτηση για άδεια εκσκαφής υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες από τους μηχανικούς στους οποίους έχει ανατεθεί η ανέγερση μίας οικοδομής.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα περί της βασιμότητας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη ισχυρισμών που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το τελευταίο μέρος του, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη του Ιουνίου 2001 με το οποίο ο αναιρεσείων μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στα τέκνα του, την εκ μέρους των τέκνων του αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομική Διεύθυνση για την έκδοση οικοδομικής αδείας, αίτηση και έγκριση δανείου ανέγερσης κατοικίας από την ΕΤΕ, συναίνεση της εις βάρος του προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου, το από 6-5-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Χ. και το συνημμένο στην υπ' αριθμ. 1136/1980 δήλωση αποδοχής κληρονομίας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων το οποίο συντάχθηκε επιμελεία αυτών. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη "υπόψη ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων.
Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε απ' ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ όπως επικαλείται ο αναιρεσείων), προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αυτοτελή των αναιρεσιβλήτων που δεν προεβάλλετο με την ένδικη αγωγή τους ότι δηλαδή ο αναιρεσείων είναι νομέας και κάτοχος τμήματος της επίδικης έκτασης προς θεμελίωση της διεκδικητικής αυτής αγωγής αλλά ισχυρίζονταν ότι αυτός νομιμοποιείται παθητικά ως οιονεί νομέας δικαιώματος οίκησης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της ένδικης από 24-12-2001 διεκδικητικής αγωγής που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θ. ισχυρίστηκαν ότι έχουν στην αποκλειστική τους κυριότητα μία οικοπεδική έκταση εμβαδού 4.100 τ.μ. που βρίσκεται εντός του Α.
Θ. στο συνοικισμό "..." ή "..." και ότι ο εναγόμενος παράνομα και χωρίς τη θέληση των εναγόντων συγκυρίων της παραπάνω οικοπεδικής έκτασης, κατέλαβε και νέμεται ή κατέχει τμήμα της έκτασης αυτής εμβαδού 351,24 τ.μ. όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται στο με χρονολογία "Δεκέμβριος 2001" τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β.
Β.. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμα οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, η δε επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε διεκδικητικής αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητα του υπό του αναγομένου κατεχομένου πράγματος (Ολ ΑΠ 17/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως που προέβαλε καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τέλος, ως προς την προβαλλομένη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων προς διεκδίκηση της κυριότητας του εν λόγω τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 101,24 τ.μ.
από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες αδράνησαν στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, αφού μόλις πληροφορήθηκαν την κατάληψη του ακινήτου αυτού, η οποία έγινε, όπως προαναφέρθηκε, στις αρχές του έτους 1982, άσκησαν κατά του εναγομένου την υπ' αριθμ. 1279/14-6-1982 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, στη συνέχεια κατά της υπ' αριθμ. 1291/1982 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θ.
που εκδόθηκε επ' αυτής, άσκησαν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1775/1983 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θ. με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση, ακριβές δε αντίγραφο της αποφάσεως αυτής με την κάτω απ' αυτό από 27-9-1983 επιταγή προς εκτέλεση επέδωσαν στον εναγόμενο στις 30-9-1983, ούτε ότι με κάποια πράξη τους ή συμπεριφορά τους έδωσαν την εντύπωση και δημιούργησαν την πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσουν την κυριότητά τους στο ακίνητο αυτό.
Όσον αφορά δε την έναρξη εργασιών ανέγερσης οικοδομής επί του οικοπεδικού αυτού τμήματος εκ μέρους των τέκνων του εναγομένου, αυτή έλαβε χώρα μετά την άσκηση της κρινομένης αγωγής, με βάση την υπ' αριθμ. 978/2-7-2002 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θ. και όχι πριν από αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος και συνεπώς δεν ασκεί καμμία νομική επιρροή".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από τα αμέσως προαναπτυχθέντα, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως που προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο πέμπτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 31-1-2012 αίτηση του Χ. Μ.. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θ. και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημά τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2012 αίτηση του Χ. Μ.. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θ.. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ