Supreme Court dismisses appeal against bank contract dispute, ruling one appellant withdrew appeal while rejecting others' claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a bank contract dispute. While one appellant withdrew their appeal, the court rejected the remaining arguments concerning the validity of the contracts and the guarantor's liability. The court held that the lower court correctly evaluated the evidence and did not violate substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297 and 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of an appeal renders it inadmissible; appeals must be rejected if the lower court did not violate substantive law or if the decision lacks legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1916 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1916/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ......, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της οποίας ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο τον λόγο και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 22.9.2006 αιτήσεώς του, για αναίρεση της 1220/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2. Χ2, κάτοικος ......, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σιδηρόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αμαλία Σγουροβασιλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 1999 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και των από 25 Φεβρουαρίου 2000 προσθέτων επ' αυτης λόγων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19000/2001 μη οριστική, 7569/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1220/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22.9.2006 αίτησή των.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 13 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 297 και 299 ΚΠολΔ η παραίτηση από ασκηθέν ένδικο μέσο γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Εξάλλου, από τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της (βλ. ...... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. Σαρρή) παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως η αίτηση αυτή, καθόσον αφορά την εν όλω αναιρεσείουσα θεωρείται ως μη ασκηθείσα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Περαιτέρω, κατά το αυτό άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ένδικη απαίτηση της καθ'ης - εφεσίβλητης κατά των ανακοπτόντων-εκκαλούντων, ποσού 21.000.000 δρχ., η οποία της επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη με αριθ. 30747/1998 διαταγή πληρωμής, προέρχεται από την με αριθ. ...... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία η καθ' ης χορήγησε αρχικά πίστωση μέχρι του ποσού των 3.100.000 δρχ.
στην εταιρία "Β-Γ Ο. Ε. - Βιοτεχνία Ενδυμάτων Πλεκτικής" (πιστούχος εταιρία). Ακολούθως, με τις με αριθ. ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ...... και ...... αυξητικές (της αρχικής ...... σύμβασης) συμβάσεις πιστώσεως, αυξήθηκε, αντίστοιχα το ποσό της ως άνω, αρχικής πίστωσης κατά δρχ. 5.000.000, 2.200.000, 700.000, 1.000.000, 3.100.000, 1.000.000, 1.000.000., 1.000.000, 3.000.000, 5.000.000, 32.000.000 και 11.500.000, ανερχόμενο συνολικά μέχρι του ποσού των δρχ. 69.600.000.
Οι ανακόπτοντες εγγυήθηκαν προς την καθ' ης ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και πλήρη εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, προερχόμενου εξ όλων των παραπάνω πιστωτικών συμβάσεων (αρχικής και αυξητικών αυτής), πλέον τόκων, προμηθειών και λοιπών επιβαρύνσεων, ενεχόμενοι ως πρωτοφειλέτες ο καθένας, εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρία, υπογράψαντες προς τούτο τις εν λόγω συμβάσεις, καθώς και τις από 22-1-1991 δύο πρόσθετες πράξεις παροχής εγγυήσεως, με τις οποίες εγγυήθηκαν, χωριστά ο καθένας, υπέρ της πιστούχου μέχρι του ποσού των 21.000.000 δραχμών.
Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης πίστωσης, λειτούργησε ο με αριθ. ...... λογαριασμός, ο οποίος την 11-12-1998 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρίας δρχ. 51.761.013. Κατά την ημερομηνία αυτή, η καθ' ης προέβη στην καταγγελία της πιστωτικής σύμβασης και στο κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού, γεγονός που η καθ' ης γνωστοποίησε τόσο στην πιστούχο εταιρία, όσο και στους εγγυητές - ανακόπτοντες ...
Υπέρ της πιστούχου εταιρίας είχαν παράσχει προσωπική ασφάλεια, εκτός από τους ανακόπτοντες και οι Α και Β, εγγυηθέντες την καταβολή του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, η δε δική τους εγγύηση κάλυπτε το τελικό όριο των παρασχεθεισών πιστώσεων. Όλοι οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και οι ανακόπτοντες, διέθεταν ακίνητη περιουσία.
Στις 27-2-1990 και στις 25-2-1992 ενεγράφησαν προς εξασφάλιση μέρους των απαιτήσεων της καθ' ης και συναινετικές προσημειώσεις για τα ποσά των 3.000.000 και 3.000.000 δραχμών επί ακινήτου των Α και Β, του Δ. Ένα μέρος από τις πιστώσεις υπέρ της πρωτοφειλέτριας που καταχωρήθηκαν στον αλληλόχρεο λογαριασμό, αποτελούσαν χρηματοδότηση της, βάσει χορηγηθέντος βιοτεχνικού δανείου, ύψους 50.000.000 δραχμών, για την πληρωμή 35.000.000 δραχμών, από το οποίο εγγυήθηκε και το ελληνικό δημόσιο.
Το εταιρικό κεφάλαιο της πιστούχου είχε αυξηθεί από 10-6-1997 σε 25.000.000 δραχμές ... Η πρωτοφειλέτρια - πιστούχος ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει, όπως και πραγματοποίησε σε χρονικό διάστημα δύο μόλις μηνών, μέσα στο έτος 1998, καταβολές συνολικού ποσού 49.000.000 δραχμών, οι οποίες καταχωρήθηκαν σε πίστωση της, στον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό.
Με αυτά τα δεδομένα και μετά από ελεύθερη συνεκτίμηση της εξώδικης ομολογίας του δευτέρου των ανακοπτόντων (αρθ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι αναγνωρίζει την απαίτηση της καθ' ης, βάσει της οποίας εκδόθηκε σε βάρος του η ένδικη διαταγή πληρωμής, ως νόμιμη, έγκυρη, ισχυρή και απρόσβλητη, με σχετική του δήλωση που καταχωρήθηκε στην ......
πράξη αναβολής πλειστηριασμού της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά, η χορήγηση στην πιστούχο πιστώσεων του ως άνω ύψους, ασφαλιζομένων εν μέρει με προσημειώσεις υποθήκης, επί πλέον, όμως και με προσωπικές ασφάλειες που παρέσχον περισσότεροι αξιόχρεοι εγγυητές, μετά και από σημαντική αύξηση του κεφαλαίου της και εξυπηρέτηση του λογαριασμού από μέρους της με καταβολές δεκάδων εκατομμυρίων, οι οποίες εύλογα θα δημιουργούσαν σε κάθε συνετό συναλλασσόμενο την εικόνα ανθούσας οικονομικά επιχείρησης, καθώς, επίσης και η μη προγενέστερη καταγγελία της σύμβασης, δε συνιστά αμέλεια των αρμοδίων οργάνων της πιστοδότριας τράπεζας, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι τα αρμόδια όργανα της καθ' ης επέδειξαν βαρεία αμέλεια, δοθέντος ότι χορήγησαν στην πρωτοφειλέτρία, η οποία είχε μετοχικό κεφάλαιο που ανερχόταν μόλις σε 5.000.000 δραχμές, χωρίς να παρασχεθεί οποιαδήποτε εμπράγματη ασφάλεια, πιστώσεις που ανήλθαν σε 69.600.000 δραχμές συνολικά, μετά από συνεχείς αυξήσεις των πιστωτικών ορίων, καθώς και μη καταγγέλλοντας τις συμβάσεις πίστωσης μετά τις αναφερόμενες στον πρώτο λόγο καταβολές των 49.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά αυτή των αρμοδίων οργάνων της καθ' ης, που αποκλίνει ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς δανειστή, να καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της από την πρωτοφειλέτρια και να συνεπάγεται την ελευθέρωση αυτών (ανακοπτόντων) από την ευθύνη τους, ως εγγυητών, είναι απορριπτέος".
Περαιτέρω το Εφετείο, σε σχέση με τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί πλάνης τους ως προς το ύψος του ποσού για το οποίο εγγυήθηκαν, δέχθηκε, ενόψει του ότι αυτοί δεν επιμελήθηκαν για την εξέταση μαρτύρων προς απόδειξη του οικείου θέματος αποδείξεως, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα δε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Αντίθετα, ... αποδεικνύεται ότι όλες oι εν λόγω συμβάσεις καταρτίσθηκαν και υπογράφηκαν από τους ανακόπτοντες κατά τις αναγραφόμενες στις συμβάσεις αυτές ημερομηνίες και όχι όλες μαζί αυθημερόν, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί (ανακόπτοντες). Οι πιο πάνω μάρτυρες βεβαιώνουν ακόμη ότι οι ανακόπτοντες ουδέποτε παραπλανήθηκαν ή εξαπατήθηκαν, αλλά αντίθετα γνώριζαν τι υπέγραφαν κάθε φορά και για ποιο ποσό εγγυώνταν με κάθε σύμβαση.
Τέλος, από την με ημερομηνία 12/10/2005 Έκθεση Γραφολογικής Γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου-δικηγόρου Ε, που διενεργήθηκε κατ' εντολή της καθ'ης, προκύπτει ότι όλες οι υπογραφές των ανακοπτόντων-εγγυητών στις ως άνω συμβάσεις δεν έχουν τεθεί ταυτόχρονα, αλλά σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς στυλογράφους.
Η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, εκτιμώμενη ελευθέρως (αρθ. 387 του ΚΠολΔ), καταρρίπτει και αυτή τον περί πλάνης ισχυρισμό των ανακοπτόντων, ενώ δεν αναιρείται από την γραφολογική γνωμάτευση του γραφολόγου Δ που διενεργήθηκε κατ' εντολή των ανακοπτόντων, αφού ακόμη και ο εν λόγω γραφολόγος πιθανολογεί ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν υπογράφηκαν αυθημερόν, αλλά σε δύο πακέτα, ήτοι, η αρχική σύμβαση (......) υπογράφηκε μαζί με την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη αυξητικές, ενώ όλες οι υπόλοιπες (από την τέταρτη έως και την όγδοη), μαζί".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, κατά την οποία ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, αφού, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν πράγματι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενώ περαιτέρω η απόφασή του έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνουσα την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα γεγονότα που προέκυψαν από τη διαδικασία, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της υπαγωγής τους ή μη στον ως άνω κανόνα δικαίου του άρθρου 862 ΑΚ, καθώς και σ'αυτούς των άρθρων 140 και 141 ΑΚ, που προβλέπουν ότι μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση της δικαιοπραξίας, αν η δήλωση του δικαιοπρακτούντος δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούλησή του.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ανακοπή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 15/7/2004 γραφολογική γνωμάτευση του δικαστικού γραφολόγου ΣΤ, στην οποία μάλιστα ειδικώς αναφέρεται. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί την από 22/9/2006 αίτηση για αναίρεση της 1220/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως μη ασκηθείσα καθόσον αφορά την πρώτη από τους αναιρεσείοντες Χριστίνα Παμπουκίδου συζ. Αγγελοπούλου.
Απορρίπτει την αίτηση αυτή καθόσον αφορά τον δεύτερο από τους αναιρεσείοντες Ανδρέα Παμπουκίδη του Κωνσταντίνου. Και
Καταδικάζει τον δεύτερο από τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ