Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, upholding lower court's assessment of evidence and legal reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to properly consider evidence proving their client's lack of intent to harm the creditor's interests, citing specific prior judgments. The court found no basis for this claim, noting the lower court explicitly addressed the evidence and reached a logical conclusion without contradictions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the intervening party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court finds no grounds for re-examination, particularly when the lower court's evaluation of evidence and reasoning is sound and free from contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1915 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1915/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Τ. του Α., 2) Κ. Τ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπαταγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "CEPAL HELLAS", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία "POSEIDON FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "CEPAL HELLAS", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία "POSEIDON FINANCIAL INVESTOR DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2016 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4554/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 306/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/9/2021 αίτησή τους και τους από 20/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν. 5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 17-7-2020, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.
Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης", από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003 συνάγεται ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ.Α.Π. 1/2023).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 62 και 64 § 3 και 286 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της επιδικίας επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιάς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "Cepal Hellas Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 20η -1-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσείοντα (υπ.
αριθ. ....2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Γ.) και στη δεύτερη αναιρεσείουσα (υπ. αριθ. 5213θ/14.3.2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Γ.) ασκεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρία", επικαλούμενη έννομο συμφέρον από το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "Poseidon Financial Investor Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας στα πλάισια τιτλοποίησης και της επίδικης απαίτησής της κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 ν. 3156/2003, υπέρ και κατά της οποίας αλλοδαπής εταιρίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4354/2015 και την υπ'αριθ. 207/2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 1.7.2020 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία <Poseidon Financial Investor Designated Activity Company>, ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 17-7-2020 συμβάσεως διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ'αριθμ. ...-2001 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την οποία αυτή κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", της οποίας την τήρηση των όρων εγγυήθηκε ο πρώτος αναιρεσείων - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Δ. Κ., αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου της 23-1-2023 και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπερ' ής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 306/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης που έγινε από τον πρώτο των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες άσκησαν παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 20-12-2022 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί επιδόθηκαν στις αναιρεσίβλητες στις 21.12.2022 (όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ....2022 και ....2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ.
Κ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).
Πάντως, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για την από το δικαστήριο, παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1731/2024, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένστασή τους, την οποία επανέφεραν με την έφεσή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης να ζητήσει τη διάρρηξη της επίδικης γονικής παροχής, την οποία, ενώ γνώριζε όταν ετράπη η προσημείωση σε υποθήκη, δεν την αμφισβήτησε, αλλά μετά πάροδο τεσσάρων και πλέον ετών που έλαβε γνώση της γονικής παροχής και μετά πάροδο πέντε ετών από τη γονική παροχή άσκησε την ένδικη αγωγή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<... Η ενάγουσα-εφεσίβλητη διατηρεί απαίτηση κατά του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος, ύψους 1.089.869,63 ευρώ, απορρέουσα από την υπ'αριθμ ...-2001 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αρχικού ποσού 850.000.000 δραχμών, που συνήψε με την εταιρεία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά με από 24-10-2001, 24-3-2003, 30-12-2008 , 27-5-2009, 5-2-2010, 18-4-2011 και 20-2-2012 πρόσθετες πράξεις, που αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της, στις οποίες είχε εγγυηθεί υπέρ της πιστούχου, μεταξύ άλλων και ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης για την οποία τηρήθηκαν οι υπ'αριθμ. ..., ...
και ... λογαριασμοί. Στη συνέχεια, η πιστοδότρια και ήδη εφεσίβλητη, στις 18-9-2012, δηλαδή σε ημερομηνία πριν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο, κατήγγειλε τη σύμβαση, λόγω μη τήρησης των όρων της, και έκλεισε οριστικά τους παραπάνω λογαριασμούς, με το προαναφερθέν συνολικό χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο, για το οποίο ενέχεται εις ολόκληρον και ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του.
Ακολούθως, κοινοποίησε στην πιστούχο και τους εγγυητές την από 199-2012 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους γνωστοποιούσε το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών και τους καλούσε να της καταβάλουν το παραπάνω χρεωστικό υπόλοιπο, στη συνέχεια δε ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ'αριθμ. 170/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 306/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστή, και έχει καταστεί ήδη τελεσίδικη, αφού αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο - εκκαλούντα, δύο φορές και συγκεκριμένα στις 5-3-2013 και στις 24-9-2013, χωρίς ο τελευταίος να ασκήσει ανακοπή εντός των προβλεπομένων από τα άρθρα 632 παρ.1 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ προθεσμιών.
Με αυτήν υποχρεώθηκαν, μεταξύ άλλων ως συνοφειλετών, η πιστούχος και o πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, να καταβάλουν στην ενάγουσα-εφεσίβλητη το προαναφερθέν ποσό, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 19-9-2012, στα όρια της Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της Π.Δ. Τ.Ε 2393/1996, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, αυτών ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, κατά τα ρητώς συμφωνηθέντα με τη σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της και τον νόμο 2601/1998.
Η απαίτηση αυτή, με βάση τους συναφώς τηρηθέντες λογαριασμούς, κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε διαμορφωθεί στο ποσό του 1.646.163,70 ευρώ. Αποδείχθηκε, επίσης ότι δυνάμει του υπ'αριθμ. ...-2011 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε. Κ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (τόμος 1311, α.α 172), δηλαδή σε χρόνο που οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί μεταξύ της πιστούχου και της πιστοδότριας βρίσκονταν σε χρήση, με χρεωστικό σε βάρος της πρώτης υπόλοιπο ύψους 1.318.284,70 ευρώ, και πριν το οριστικό κλείσιμό τους, που έλαβε χώρα στις 18-9-2012.
ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα, θυγατέρα του, την ψιλή κυριότητα των κάτωθι περιγραφόμενων αυτοτελών ιδιοκτησιών, οικοδομής. που έχει αναγερθεί επί οικοπέδου, κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Πειραιά, στη θέση "Βάρη" ή "Καμίνια" και επί της οδού ..., και συγκεκριμένα : 1) ενός διαμερίσματος του δευτέρου (β') και ενός διαμερίσματος του τρίτου (γ') πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας καθενός 80,18 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 220/1000 εξ αδιαιρέτου, και 2) ενός διαμερίσματος του τέταρτου (δ') πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 42,90 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 118/1000 εξ αδιαιρέτου, αξίας, κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού και μη αμφισβητούμενη από τους εκκαλούντες, 36.369,60, 38.101 και 21.312,72 ευρώ, αντίστοιχα, παρακρατώντας ο ίδιος το δικαίωμα επικαρπίας τους εφόρου ζωής.
Με το ίδιο συμβόλαιο της μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του καταστήματος του ισογείου, με τον συνεχόμενο χώρο αποκλειστικής χρήσης και το πατάρι, επιφάνειας 80,73, 22,50 και 36,36 τμ αντίστοιχα, και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, 222/1000 εξ αδιαιρέτου, και του διαμερίσματος του πρώτου (α') πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 80,18 τμ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 220/1000 εξ αδιαιρέτου, της ίδιας πολυκατοικίας, παρακρατώντας ομοίως για τον εαυτό του εφ'όρου ζωής το δικαίωμα της επικαρπίας.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η πιστούχος εταιρεία κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων είχε οφειλές προς τρίτους. γεγονός που ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών γνώριζε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισολογισμούς της 31ης-12-2010, της 31ης-12-2011 και της 31ης-12-2012, η εταιρεία είχε σημαντικού ύψους μακροχρόνιες υποχρεώσεις έναντι τραπεζών από δανεισμό, που έφθαναν το 1.333 333,40 ευρώ στη χρήση 2008, το 1.986 474,02 στη χρήση 2009, τα 2 178.387,96 ευρώ στη χρήση 2010 και το 1.952 930,96 ευρώ στη χρήση 2011 αλλά και βραχυχρόνιες υποχρεώσεις έναντι αυτών που ανέρχονταν κατά τους ίδιους χρόνους στο ποσό των 5.441.276,95 ευρώ, των 4.922 374,02 των, 4 956 593,05 ευρώ και των 3.883 821 ευρώ.
οι υποχρεώσεις αυτές εξυπηρετούνταν μεν μέχρι το έτος 2011 αλλά ταυτόχρονα τα φορολογητέα κέρδη της εταιρείας από 242 589,58 ευρώ, το έτος 2010, μειώθηκαν σε 116.266,47 ευρώ το έτος 2011 . Παράλληλα, ήδη από το έτος 2011, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, οι Τράπεζες είχαν διακόψει τη χρηματοδότησή τους και τη χορήγηση αξιογράφων, γεγονός που είχε άμεσο αντίκτυπο και στην πιστούχο, εισαγωγική εταιρεία, η οποία έκτοτε δεν μπορούσε να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της, καθώς oι προμηθευτές της από το εξωτερικό ζητούσαν να πληρωθούν μόνον τοις μετρητοίς (σχετ.
η κατάθεση του λογιστή Γ. Τ., ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς την 1-2-2017, που περιέχεται στην υπ'αριθμ. ΒΜ 557/2017 έκθεση πρακτικών και απόφασή του αλλά και η υπ'αριθμ. 321/2017 ένορκη βεβαίωσή του) με αποτέλεσμα να προοιωνίζεται μετά βεβαιότητας μια φθίνουσα οικονομική πορεία της, την οποία επίσης γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών.
Και τούτο διότι, αν και μεταβίβασε όλα τα εταιρικά του μερίδια και αποχώρησε από τη διοίκηση της εταιρείας ήδη από το έτος 2003 (ΦΕΚ 8499/6-8-2003 τ. Α.Ε και Ε.Π.Ε), η διαχείριση και εκπροσώπησή της συνέχισε να ασκείται από τα τέκνα του, Β. και Α. αλλά και τη σύζυγό του, Μ., μέχρι την αποχώρησή της στις 2-12-2011 (ΦΕΚ 232/1 1-1-2007 και 12617/2-12-2011 τα Α.Ε και Ε Π.Ε).
Συνεπώς, αυτός είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση της οικονομικής της πορείας, λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχείρησης και της στενής συγγενικής του σχέσης με τα μέλη της διοίκησής της, ενώ είχε και πρόδηλο συμφέρον να ενημερώνεται, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του. Πλέον αυτών, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, ο πρώτος εναγόμενος είχε στην κυριότητά του : 1/ ένα αγροτεμάχιο 62.620,76 τμ, που βρίσκεται στη θέση "Αλαμάνα" της κτηματικής περιφερείας Ανθήλης Φθιώτιδας, του οποίου η μεν αντικειμενική αξία ανέρχεται σε 134. 483,24 ευρώ, και η εμπορική σε 350.000 ευρώ.
Σε βάρος του ενεγράφη στις 19-9-2012 α 'προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας Eurobank-Ergasias, για το ποσό των 147.306,44 ευρώ, και στις 4-10-2012 υπέρ της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των 50.000 ευρώ. 21 ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται εντός του οικισμού-ήδη τοπικής Κοινότητας Πανουργιά Καλλιέων του Δήμου Δελφών, στη θέση "ΧΟΝΔΡΟΥ", εκτάσεως 575 τμ, αντικειμενικής αξίας 10.134,72 ευρώ, με βάση τις παραδοχές στο σκεπτικό της υπ'αριθμ, 632/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί αγωγής της τράπεζας Eurobank-Ergasias κατά των νυν εναγομένων, με όμοιο αντικείμενο, αλλά αφορούσε απαίτηση ύψους 143.496 ευρώ.
Επ' αυτού, δεν υπήρχαν βάρη κατά τον χρόνο της μεταβίβασης αλλά στη συνέχεια φέρεται, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας - εφεσίβλητης, ότι ενεγράφη προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των 50.000 ευρώ, ήδη τραπείσα σε υποθήκη (σχετ. μνηνονεύεται στο αγωγικό δικόγραφο το υπ'αριθμ. ...-2016 πιστοποιητικό βαρών του υποθηκοφυλακείου Δωριέων).
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι επί των προαναφερθέντων καταστήματος του ισογείου και διαμερίσματος του α' ορόφου, που μεταβιβάστηκαν στη δεύτερη εκκαλούσα-εναγομένη, κατά ψιλή κυριότητα, είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας-εφεσίβλητης στις 6-8-2009, για το ποσό των 285.000 ευρώ, η οποία τράπηκε σε υποθήκη που ενεγράφη στις 8-1 12013.
Ήδη, σε εκτέλεση της ως άνω υπ'αριθμ. 170/2013 διαταγής πληρωμής, όπως αυτή διορθώθηκε, και δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2017 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Π., τα εν λόγω ακίνητα, των οποίων η αξία εκτιμήθηκε σε 85.000 και 50,000 ευρώ, αντίστοιχα, κατασχέθηκαν αναγκαστικά από την ενάγουσα-εφεσίβλητη.
Επιπλέον, επί του δικαιώματος της επικαρπίας του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος στα διαμερίσματα του β', γ' και δ' ορόφου φέρεται, με βάση τις παραδοχές στο σκεπτικό της παραπάνω υπ' αριθμ. 632/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ότι η Eurobank-Ergasias ενέγραψε στις 9-11-2012 προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 143.496,44 , δυνάμει της υπ' αριθμ. 1680/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Επομένως, η ψιλή κυριότητα των άνω διαμερισμάτων, των οποίων η μεταβίβαση ζητείται να διαρρηχθεί ήταν ελεύθερη βαρών κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών ενήργησε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας-εφεσίβλητης, η οποία είχε τη μορφή τουλάχιστον ενδεχόμενου δόλου του που (ΕφΑΘ 568/2017 αδημ.
ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ", ΕφΑθ 4408/2013 Νοβ 2013.2439), δηλαδή γνωρίζοντας ότι με τη μεταβίβαση αυτή είναι δυνατόν να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησής της, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του, κατά τον χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, δεν αρκούσε προς τούτο, ενδεχόμενο το οποίο και αποδέχθηκε. Τελικώς, μάλιστα, επήλθε πράγματι βλάβη της ενάγουσας - εφεσίβλητης, λόγω της ανεπάρκειας της εμφανούς (ακίνητης) περιουσίας του για την ικανοποίηση της απαίτησής της κστ' αυτού και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1116/2018, ΔΕΕ 2019. 752, 28/2017 ΔΕΕ 2017. 944).
Ακόμη στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι οι μεταβιβάσεις αυτές υπαγορεύθηκαν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον προς τη θυγατέρα του, δεδομένου μάλιστα ότι είχαν προηγηθεί μεταβιβάσεις ακινήτων του προς τα άλλα τέκνα του αλλά και η παραχώρηση της εκμετάλλευσης της οικογενειακής επιχείρησης προς αυτά, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών αλλά ούτε και την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών του υποχρεώσεων έναντι των (ΑΠ 1349/2018, αδημ.
ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ", ΑΠ 1116/2018 ΔΕΕ 2019.752). Ως εκ τούτου καταλήγοντας στην ίδια κρίση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και πρέπει ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες επικαλούνται την έλλειψη τέτοιας πρόθεσης στο πρόσωπο του πρώτου από αυτούς, να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Γνώση της δεύτερης εναγομένης-εκκαλούσας, περί της πρόθεσης του πρώτου, δεν απαιτείτο, σε κάθε περίπτωση, διότι από χαριστική αιτία θεωρείται ότι γίνεται και η γονική παροχή, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΕφΠατρ 32/2019, αδημ. ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ", 87/2018 ΔΕΕ 2018,518). Κατά συνέπεια, ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών προέβη στην ένδικη απαλλοτριωτική πράξη με πρόθεση βλάβης των οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας-εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, γεγονός, το οποίο δικαιολογεί τη διάρρηξή της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 939 επ.
του ΑΚ συντρεχουσών όλων των προβλεπόμενων από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεων.
Περαιτέρω, η παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση των εκκαλούντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εφεσίβλητης να ζητήσει τη διάρρηξη της ένδικης μεταβίβασης, με τη μορφή της αδράνειας, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, αυτής συνιστάμενης στο ότι, αφής στιγμής έλαβε γνώση τους στις 8-11-2013, όταν ετράπη σε υποθήκη η υπέρ αυτής προσημείωση υποθήκης επί του καταστήματος του ισογείου και του διαμερίσματος του α' ορόφου της πολυκατοικίας, όπου βρίσκονται και τα επίδικα διαμερίσματα, κα' μέχρι την άσκηση της αγωγής (20-10-2016) παρήλθε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Και τούτο διότι, όπως ορθώς έκρινε και η εκκαλουμένη, πέραν του ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν είναι μεγάλο, ακόμη και αν δημιούργησε στους εκκαλούντες την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται η ενάγουσα-εφεσίβλητη να ασκήσει το δικαίωμά της, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, εφόσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή επιπρόσθετα και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων προερχόμενων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο της ενάγουσας-εφεσίβλητης όσο και του οφειλέτη, πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας της πρώτης, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (0λΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 6/2016, ΤΝΓΙ "ΝΟΜΟΣ", ΟλΑΠ 10/2012 ΧΡΙΔ 2013 433).
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ακόμη με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της έφεσής τους, ότι με την υπ'αριθμ. 557/2017 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, οι ίδιοι απαλλάχθηκαν από την αποδιδόμενη σ'αυτούς κατηγορία της τέλεσης του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, κρίση η οποία δεσμεύει και το παρόν δικαστήριο.
Το τεκμήριο αθωότητας, ωστόσο, που υφίσταται όταν προηγηθεί ποινική αθωωτική απόφαση και δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, όπου ήταν κατηγορούμενος, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 1398/2015 αδημ.
ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ", ΑΠ 1364/2011, Νοβ 2012 568), προϋποθέτει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών ενώ εν προκειμένω η παραπάνω απόφαση αφορούσε οφειλή του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος έναντι της Εθνικής Τράπεζας, Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταλήγοντας στην ίδια κρίση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, με πιο συνοπτική αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας, και πρέπει ο παραπάνω λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, ουδεμία επίδραση στην παρούσα δίκη ασκεί η κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 632/2018 απόφασή του απέρριψε αγωγή της Τράπεζας Eurobank-Ergasias κατά των νυν εκκαλούντων, με όμοιο αντικείμενο, ειδικώς μάλιστα αν ληφθεί υπόψη η κατά πολύ μικρότερη απαίτησή της κατά του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος. ....>>.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης να ζητήσει την διάρρηξη της επίδικης μεταβιβάσεως με τη μορφή της αδράνειας, συνισταμένης στο ότι, αφ' ης στιγμής έλαβε γνώση αυτής, όταν ετράπη σε υποθήκη η υπέρ αυτής προσημείωση υποθήκης επί του καταστήματος και του διαμερίσματος της πολυκατοικίας, όπου βρίσκονται και τα επίδικα διαμερίσματα και μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα τριών ετών και την απέρριψε ως αβάσιμη, δεχόμενο ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν είναι μεγάλο, ακόμη και αν δημιούργησε στους αναιρεσείοντες την πεποίθηση ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της και επιπλέον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο της πρώτης αναιρεσίβλητης όσο και του πρώτου αναιρεσείοντος, ενόψει των οποίων και της αδράνειας της πρώτης η άσκηση του δικαιώματος που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης (αφού μεταγενέστερη γνώση δεν αρκεί), πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται.
Επομένως, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή η εκ μέρους του οφειλέτη διάγνωση και αποδοχή του ενδεχομένου να υποστούν βλάβη οι δανειστές του με την απαλλοτρίωση που επιχειρεί (αφού έτσι η περιουσία του μειώνεται σε βαθμό που, ενδεχομένως, δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους), έστω κι αν ο σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν και άλλος (ΑΠ 1343/2024, ΑΠ 1361/2022), 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να συντρέχει τόσο κατά την απαλλοτρίωση (αλλιώς δεν είναι νοητός ο δόλος του οφειλέτη, δηλαδή η κατά την απαλλοτρίωση γνώση ή αποδοχή, ότι η περιουσία που του απομένει, δεν αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του), όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε κρίνεται, με τους τότε υφιστάμενους οικονομικούς όρους, το στοιχείο της βλάβης του δανειστή, αλλά και να υφίσταται και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1284/2011), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι και κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 621/2016, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, να μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία "Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του" προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του.
Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσης του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 894/2008, ΑΠ 137/2004). Με τους πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερο και πρόσθετο λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος συνέτρεχε ενδεχόμενος δόλος και ενδεχόμενο βλάβης της δανείστριας τράπεζας που αρκεί για τη διάρρηξη της επίδικης απαλλοτριώσεως, αντί της συνδρομής άμεσου δόλου και βεβαιότητας της πρόκλησης βλάβης στην δανείστρια..
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος είχε εγγυηθεί στη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και στις πρόσθετες πράξεις αυτής, ενώ γνώριζε ότι η πιστούχος εταιρεία είχε σημαντικού ύψους οφειλές από δανεισμό έναντι των τραπεζών, οι οποίες από το έτος 2011 είχαν διακόψει την χρηματοδότησή της και την χορήγηση αξιογράφων, με συνέπεια να αδυνατεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να προοιωνίζεται μετά βεβαιότητας η φθίνουσα οικονομική πορεία της, στις 20-11-2011 προέβη στις επίδικες μεταβιβάσεις λόγω γονικής παροχής προς την δεύτερη αναιρεσείουσα με πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτριώσεως την ύπαρξη παθητικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού και το ύψος αυτού, για το οποίο ευθύνεται και ο ίδιος ως αυτοφειλέτης και ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων του θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας τράπεζας και ότι συνέπεια της πράξεώς του είναι η βλάβη της τελευταίας, την οποία και αποδέχθηκε.
Η βλάβη δε αυτή επήλθε πράγματι στην πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω της ανεπάρκειάς της εμφανούς περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, αφού στο αγροτεμάχιο, εμβαδού 62.620, 76 τ.μ. στην Ανθήλη Φθιώτιδας, εμπορικής αξίας 350.000 ευρώ, ενεγράφη στις 19-9-2012 α' προσημείωση υποθήκης υπέρ της Eurobank - Ergasias για το ποσό των 147.306,44 ευρώ και στις 4-10-2012 υπέρ της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των 50.000 ευρώ, στο δε οικόπεδο, εκτάσεως 575 τ.μ., στον Δήμο Δελφών αντικειμενικής αξίας 10.134, 72 ευρώ, ενεγράφη προσημείωση υποθήκης, που ετράπη σε υποθήκη, υπέρ της τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των 50.000 ευρώ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος και πρόσθετος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 38/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του (κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου), αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 19 του ίδιου άρθρου), ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε πρόθεση να βλάψει με την επίδικη απαλλοτρίωση τα συμφέροντα της πρώτης αναιρεσίβλητης, και ειδικότερα:
α) την υπ' αριθμ. 632/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την αγωγή διαρρήξεως της ίδιας γονικής παροχής από την τράπεζα Eurobank - Ergasias και επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 153/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που απέρριψε την κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση και β) την υπ' αριθμ. 557/2017 απόφαση του β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι του αδικήματος της καταδολιεύσεως δανειστών.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, ορισμένα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας που γίνεται στην απόφαση για τις ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες δικαστικές αποφάσεις.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 28.9.2021 αίτηση, τους από 20.12.2022 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 306/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και την από 19.1.2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Απορρίπτει την από 28.9.2021 αίτηση και τους από 20.12.2022 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 306/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Δέχεται την από 19.1.2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης