Legislator Case Law & Legislation
1915/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming medical report distortion, ruling evidence was properly weighed with other proof.

Case Number 1915/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a medical intervention dispute. The appellant argued the lower court distorted a 2008 medical report by misinterpreting it as evidence of a new hernia repair rather than a recurrence. The court found this claim baseless because the lower court did not rely exclusively on the disputed document but evaluated it alongside witness testimonies and other evidence. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay court costs, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 559 of the Code of Civil Procedure; Distortion of evidence does not constitute a ground for appeal if the lower court evaluated the document alongside other proof without relying on it exclusively.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence medical report interpretation burden of proof civil procedure code court costs evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 15/2021
Supreme Court Case 2/2008
Supreme Court Case 464/2019
Supreme Court Case 296/2019
Supreme Court Case 595/2016
Supreme Court Case 1416/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1915 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1915/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Β., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-9-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", που εδρεύει στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζηνικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", ενώ η τέταρτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Πετμεζά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 22-12-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, την από 14-1-2023 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, την από 27-4-2012 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου και την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3953/2014 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τέταρτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5794/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, 1752/2019 μη οριστική και 143/2021 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της τρίτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνου του διαδίκου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατά εκείνου έναντι του οποίου ηττήθηκε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (Ολ.Α.Π. 11/1992, Α.Π. 666/2016, Α.Π. 807/2015).

Εξάλλου, από τα άρθρα 68, 80, 88, 89, 277 αριθ. 4, 325, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθηκε από διάδικο της κύριας δίκης (ενάγοντα ή εναγόμενο) και ενάγεται από αυτόν με παρεμπίπτουσα αγωγή για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που αυτός ηττηθεί στην κύρια δίκη, δεν γίνεται διάδικος στην κύρια δίκη, αν δεν άσκησε παρέμβαση, αλλά περιορίστηκε απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή, ούτε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία κατ' άρθρο 76 ΚΠολΔ μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου της κύριας δίκης (Α.Π. 598/2022, Α.Π. 268/2021, Α.Π. 43/2020, Α.Π. 332/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναίρεση του ηττηθέντος ενάγοντος παραδεκτώς κατ' άρθρο 558 ΚΠολΔ στρέφεται κατά των τρίτης και τέταρτης αναιρεσίβλητων ασφαλιστικών εταιριών, κατά των οποίων οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα, είχαν ασκήσει προσεπικλήσεις με ενωμένες παρεμπίπτουσες αγωγές, ζητώντας να υποχρεωθούν αυτές σε περίπτωση ήττας των προσεπικαλούντων να τους καταβάλουν το ποσό, που οι ίδιοι θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα, αφού οι ως άνω προσεπικληθείσες εταιρίες δεν περιορίστηκαν να αποκρούσουν τις προσεπικλήσεις και τις παρεμπίπτουσες αγωγές, αλλά άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των προσεπικαλεσάντων αυτές και επομένως κατέστησαν με τον τρόπο αυτό διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, δηλαδή ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά την τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π. 831/2021, Α.Π. 268/2021, Α.Π. 719/2012).

Ακόμη, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό εκείνες των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και αν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (Α.Π. 687/2013, Α.Π. 1009/2013, Α.Π. 181/2011) θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας.

Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτόχρονα, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας). Έτσι, αν στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιαστούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, ή και οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια (Α.Π. 1856/2022, Α.Π. 1194/2021, Α.Π. 1202/2020, Α.Π. 853/2017).

Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (Α.Π. 1381/2022, Α.Π. 1202/2020, Α.Π. 693/2020, Α.Π. 1478/2018). Την ευθύνη αυτή του ιατρού, ως προς ορισμένα ειδικά θέματα, καλύπτει και η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.

β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψη υπαιτιότητας" (παρ. 4), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.

β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Ενόψει δε της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (Α.Π. 1381/2022, Α.Π. 1202/2020, Α.Π. 693/2020, Α.Π. 1598/2017).

Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου προϋποθέτει:

α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει σε διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.

Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους ως προστήσαντες, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν άρθρο 24 α.ν. 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα.

Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο.

Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (Α.Π. 1856/2022, Α.Π. 418/2018, Α.Π. 687/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 305/2021, Α.Π. 2050/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14-5-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 143/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 1-12-2011 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ανέφερε ότι, πάσχοντας από πόνους στη βουβωνική χώρα (ηβαλγία), υποβλήθηκε στη νοσηλευτική κλινική της πρώτης εναγόμενης-πρώτης αναιρεσίβλητης σε χειρουργική επέμβαση από τον δεύτερο εναγόμενο-δεύτερο αναιρεσίβλητο, ιατρό, για την αποκατάσταση βουβωνοκήλης με τοποθέτηση πλέγματος, όμως λόγω πλημμελειών του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος αφενός επέλεξε εσφαλμένη μέθοδο επέμβασης, και συγκεκριμένα αυτήν της διακοιλιακής προπεριτοναϊκής προσπέλασης αντί της ενδεδειγμένης ολικής εξωπεριτοναϊκής προσπέλασης, και αφετέρου τοποθέτησε πλημμελώς το πλέγμα, με αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη σε νεύρο της περιοχής, οι πόνοι του συνεχίστηκαν και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε νέα επέμβαση και εκτομή του νεύρου, που είχε υποστεί βλάβη, αλλά και πάλι δεν υπήρξε βελτίωση της κατάστασής του, με αποτέλεσμα να αναπτύξει σοβαρή ψυχική πάθηση, εξαιτίας της οποίας κατέστη ολικά ανίκανος για εργασία.

Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς περιόρισε τα αρχικά αιτήματα της αγωγής του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, η πρώτη ως προστήσασα τον δεύτερο, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, α) 55.000 ευρώ ως εφάπαξ αποζημίωση για την αναπηρία, που του προξενήθηκε από την αδικοπραξία και επιδρά στο μέλλον του, και β) 55.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως.

Η πρώτη εναγόμενη άσκησε την από 22-12-2011 προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της προσεπικαλούμενης και παρεμπιπτόντως εναγόμενης τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ζητώντας να υποχρεωθεί αυτή βάσει της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, σε περίπτωση ήττας της στην κύρια δίκη, να της καταβάλει το ποσό, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, και ο δεύτερος εναγόμενος άσκησε την από 14-1-2013 προσεπίκληση κατά της προσεπικαλούμενης τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία ήταν ασφαλισμένος (στην προσεπίκληση υπήρχε και ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή, από την οποία όμως παραιτήθηκε αργότερα ο προσεπικαλών), οι δε προσεπικαλούμενες εταιρίες άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των προσεπικαλούντων αυτές.

Επ' αυτών εκδόθηκε η 5794/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την κύρια αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και την παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης εναγόμενης ως άνευ αντικειμένου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων-αναιρεσείων, και επικουρικές εφέσεις αμφότεροι οι εναγόμενοι, ενώ η ασφαλιστική εταιρία του δεύτερου εναγόμενου άσκησε εκ νέου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτού.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 143/2021 απόφασή του απέρριψε τις εφέσεις με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ ΑΕ" [πρώτη αναιρεσίβλητη] δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής υπηρεσιών υγείας και διατηρεί την κείμενη στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης κλινική με την επωνυμία "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", στην οποία είχε προστήσει τον δεύτερο εναγόμενο ιατρό χειρούργο Δ.

Γ. [δεύτερο αναιρεσίβλητο] για να διενεργεί ιατρικές επεμβάσεις και άλλες ιατρικές πράξει στις εγκαταστάσεις της, υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας. Τον Ιούνιο του έτους 2005, ο ενάγων Α. Π. [αναιρεσείων], γεννηθείς στις 18-1-1984, νεαρός ποδοσφαιριστής... προσήλθε στην ανωτέρω κλινική της πρώτης εναγομένης προς εξέταση απ’ τον θεράποντα ιατρό του ορθοπεδικό χειρουργό Ε.

Π., από τον οποίο είχε χειρουργηθεί κατά το έτος 2003 για αποκατάσταση ρήξης έσω μηνίσκου γόνατος, παραπονούμενος για πόνους στη βουβωνική χώρα και διαγνώστηκε από τον ως άνω ιατρό ότι πάσχει από "ηβαλγία". Η "αθλητική ηβαλγία" εμφανίζεται συνήθως σε αθλητές και κυρίως σε ποδοσφαιριστές. Η βλάβη αφορά τη διάταση των ινών των έσω πλαγίων κοιλιακών μυών και της εγκάρσιας απονεύρωσης των ορθών κοιλιακών μυών επί τα έσω των κάτω επιγαστρίων αγγείων στο βουβωνικό κανάλι του υπογαστρίου.

Τα συμπτώματα είναι πόνος στην κάτω κοιλία, δυσφορία, πόνος στο βουβωνικό κανάλι χωρίς όμως ψηλαφητή κήλη. Η "αθλητική ηβαλγία" αντιμετωπίζεται καταρχάς συντηρητικά και, όταν αυτή δεν αποδίδει, συνιστάται χειρουργική επέμβαση. Η λαπαροσκοπική πλαστική κοιλιακών τοιχωμάτων είναι ενδεδειγμένη επέμβαση, διότι η τοποθέτηση των πλεγμάτων αμφοτερόπλευρα και με την ινοβλάστωση που επιφέρει αυτή, ενισχύει τη δυναμική των κοιλιακών μυών με αποτέλεσμα την απαλλαγή του ασθενή από τον πόνο...

Στις 22-6-2005, ο ενάγων υποβλήθηκε λόγω της διαγνωσθείσας ηβαλγίας στην κλινική "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ" σε χειρουργική επέμβαση "λαπαροσκοπικής πλαστικής κοιλιακών τοιχωμάτων αμφοτερόπλευρα", την οποία διενήργησε ο μη διάδικος θεράπων ιατρός του ορθοπεδικός χειρουργός Ε. Π. με το δεύτερο εναγόμενο ιατρό-χειρουργό Δ.

Γ. και νοσηλεύθηκε στην ανωτέρω κλινική μέχρι τις 25-6-2005, οπότε και έλαβε εξιτήριο... Η επέμβαση αυτή ήταν κατά τα προαναφερθέντα ενδεδειγμένη για την αντιμετώπιση της διαγνωσθείσας ηβαλγίας, ο δε ενάγων, ο οποίος δεν αναφέρει καν στην αγωγή του ως συγχειρουργήσαντα ιατρό τον δεύτερο εναγόμενο, προφανώς θεωρώντας ως κύριο χειρουργήσαντα τον Ε.

Π., δεν αποδίδει ουδεμία αμέλεια στον δεύτερο εναγόμενο για τη διενέργεια της επέμβασης αυτής. Τον Ιούνιο του έτους 2007, ήτοι δύο έτη μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση, ο ενάγων παραπονούμενος πάλι για πόνους στη βουβωνική χώρα στον ιατρό του Ε. Π., παραπέμφθηκε από αυτόν και εξετάστηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος κατόπιν κλινικής του εξέτασης διέγνωσε ότι έπασχε από "βουβωνοκήλη αριστερά" και του συνέστησε τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης.

Πράγματι, στις 26-6-2007, ο ενάγων εισήχθη στην κλινική "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ" και υποβλήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο χειρουργό σε χειρουργική επέμβαση "πλαστικής βουβωνοκήλης με τοποθέτηση πλέγματος" και νοσηλεύθηκε στην ανωτέρω κλινική μέχρι τις 2...-2007, οπότε και έλαβε εξιτήριο... Η ανωτέρω δεύτερη επέμβαση ήταν λαπαροσκοπική και έγινε τοποθέτηση πλέγματος ενδοπεριτοναϊκά με την τεχνική ΤΑΡΡ (διακοιλιακή προπεριτοναϊκή προσπέλαση).

Η ως άνω τεχνική ήταν ενδεδειγμένη σε σχέση με την τεχνική ΤΕΡ (ολική εξωπεριτοναϊκή προσπέλαση), διότι, σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του ορθοπεδικού-χειρουργού Δ. Δ. "η τοποθέτηση των πλεγμάτων στον ασθενή (εννοεί κατά την πρώτη επέμβαση) καθώς και η ιδιότητά του ως αθλητή, αποτελούσαν αντένδειξη για την εφαρμογή της μεθόδου ΤΕΡ για την αντιμετώπιση κατά το έτος 2007 της αριστερής βουβωνοκήλης στον ασθενή Α.

Π., διότι ο χώρος που προσφέρεται στο χειρουργό με την τεχνική ΤΕΡ είναι μικρότερος απ' ό,τι αυτός με τη μέθοδο ΤΑΡΡ και εν προκειμένω η προηγηθείσα επέμβαση "πλαστική των κοιλιακών τοιχωμάτων με πλέγματα αμφοτερόπλευρα" (2005) και οι συμφύσεις, που είχαν δημιουργηθεί, περιόριζαν τον ήδη μικρό ανατομικό χώρο της ΤΕΡ, δημιουργώντας δυσκολία στην ασφαλή προσέγγιση των ανατομικών στοιχείων της περιοχής.

Πέραν τούτου δε, ακόμη κι αν οι ανατομικές συνθήκες της περιοχής (βουβωνικής) δεν είχαν επηρεαστεί από την προηγηθείσα επέμβαση της πλαστικής των κοιλιακών τοιχωμάτων, η καθήλωση του πλέγματος, που θα πρέπει να γίνει για την αποκατάσταση της βουβωνοκήλης, είναι λιγότερο σταθερή στην ΤΕΡ απ' ό,τι με τη μέθοδο ΤΑΡΡ και γι' αυτό η τεχνική αυτή δεν συνιστάται στους αθλητές που έχουν βουβωνοκήλη".

Εξάλλου, σύμφωνα και με την από 18-2-2014 ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή Ορθοπεδικής Ι. Χ. "η εγχείρηση αυτή (εννοεί την πρώτη επέμβαση) δημιουργεί συνθήκες αντένδειξης για την αντιμετώπιση βουβωνοκήλης με τεχνική ΤΕΡ και ορθώς η αντιμετώπιση της αριστερής βουβωνοκήλης, που εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα στον ασθενή Α.

Π., έγινε με τη μέθοδο ΤΑΡΡ". Επομένως, η μέθοδος ΤΑΡΡ που εφάρμοσε ο δεύτερος εναγόμενος, ήταν πλέον ενδεδειγμένη για τη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με τη μέθοδο ΤΕΡ και ο αντίθετος αγωγικός ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ακολούθως, τον Απρίλιο του έτους 2008, ήτοι δέκα μήνες περίπου μετά τη διενέργεια της προηγούμενης χειρουργικής επέμβασης, ο ενάγων απευθύνθηκε πάλι, λόγω πόνων στη βουβωνική χώρα, στο Θεραπευτικό Κέντρο Κήλης Dr. Muschaweck στο Μόναχο της Γερμανίας, όπου στις 16-4-2008 υποβλήθηκε από τους ιατρούς-χειρουργούς U.

M. και A. U. σε χειρουργική επέμβαση "πλάγιας δεύτερης υποτροπής βουβωνοκήλης αριστερά με τη μέθοδο της ελάχιστης τεχνικής αποκαταστάσεως (minimal-repair-Technik)", κατά την οποία έλαβε χώρα και "νευρολυσία και νευρεκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου". Η ως άνω επέμβαση έλαβε χώρα με τοπική αναισθησία, άμεση μετεγχειρητική κινητοποίηση του ασθενούς, ο οποίος εξήλθε από το ιατρικό κέντρο το απόγευμα της ίδιας ημέρας με συνταγογράφηση ψυχρών επιθεμάτων και σύσταση για επανέλεγχο του χειρουργικού τραύματος την τρίτη και την έκτη ημέρα μετά την εγχείρηση.

Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση από τη γερμανική στην ελληνική γλώσσα από 22-5-2008 ιατρική γνωμάτευση των ανωτέρω ιατρών κατά τη διενέργεια της ανωτέρω χειρουργικής επέμβασης έλαβαν χώρα τα παρακάτω: "Βρέθηκαν σημαντικές συμφύσεις που λύθηκαν σταδιακά. Στην περιοχή της περιτονίας του έσω λοξού κοιλιακού μυός βρέθηκε ένα spiraclip, που ήταν συμπεφυμένο με το συνολικά ινωδώς αλλοιωμένο λαγονοβουβωνικό νεύρο.

Έγινε εκτομή του clip και του νεύρου και στάλθηκαν για ιστολογική εξέταση. Το πλέγμα που είχε τοποθετηθεί στις προηγούμενες εγχειρήσεις ήταν ψηλαφητό έκτοπα κατά 2 εκατοστά κρανιακά. Στο πλάγιο όριο κάτω από το πλέγμα, αντιδραστικός λεμφαδένας, που αφαιρέθηκε. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης βρέθηκε μία πλάγια δεύτερη υποτροπή βουβωνοκήλης μεγέθους 2Χ2 cm, που μπόρεσε να αποκατασταθεί με την ελάχιστη τεχνική αποκαταστάσεως.

Συγχρόνως αφαιρέθηκε ένα συνοδό λίπωμα μεγέθους 4X0,5 cm". Από τα αναγραφόμενα στην ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση προκύπτει ότι η τρίτη χειρουργική επέμβαση του ενάγοντος, που διενεργήθηκε στο Θεραπευτικό Κέντρο Κήλης στο Μόναχο της Γερμανίας, δεν έλαβε χώρα για την αποκατάσταση κάποιας βλάβης που προκάλεσε η δεύτερη επέμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά λόγω της εμφάνισης "πλάγιας υποτροπής βουβωνοκήλης αριστερά", ήτοι για την αποκατάσταση νέας βουβωνοκήλης, γεγονός όμως που δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη διενέργεια της δεύτερης χειρουργικής επέμβασης.

Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω ιατρική γνωμάτευση προκύπτει ότι κατά τη διενέργεια της επέμβασης "βρέθηκε ένα spiraclip συμπεφυμένο με το συνολικά ινωδώς αλλοιωμένο λαγονοβουβωνικό νεύρο" και "έγινε εκτομή του clip και του νεύρου", ήτοι έλαβε χώρα "νευρολυσία και νευρεκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου". Ο ενάγων διατείνεται ότι κατά την από 26-6-2007 επέμβαση υπήρξε πλημμέλεια του δεύτερου εναγομένου ως προς την τοποθέτηση του ανωτέρω κλιπ, εξαιτίας της οποίας διενεργήθηκε κατά την τρίτη επέμβαση "νευρολυσία και νευρεκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου" και ότι εξαιτίας της λανθασμένης τοποθέτησης του κλιπ και της εξ αυτής βλάβης του νεύρου και, στη συνέχεια, νευρεκτομής του λαγονοβουβωνικού νεύρου, είχε μετά τη δεύτερη επέμβαση έντονους πόνους στη βουβωνική χώρα, οι οποίοι συνεχίστηκαν και μετά την τρίτη επέμβαση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασχοληθεί επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο και να αποκτήσει για το λόγο αυτό ψυχιατρική πάθηση που τον κατέστησε ανίκανο για κάθε εργασία.

Σύμφωνα με την από 20-5-2014 γνωμοδότηση του γενικού χειρουργού, Αναπληρωτή Καθηγητή Ανατομικής του Α.Π.Θ. Σ. Α., "στις ενδοσκοπικές επεμβάσεις χρησιμοποιούνται ειδικές "πινέζες-κλιπ" για την καθήλωση του πλέγματος στη θέση του και για να ελαχιστοποιηθεί η ρίκνωση που παρατηρείται κατά 30% τουλάχιστον σε όλα τα τοποθετηθέντα πλέγματα καθώς και η "μετανάστευση" του πλέγματος".

Το γεγονός ότι το κλιπ ήταν "συμπεφυμένο με το νεύρο" σημαίνει ότι "δεν υπήρχε άμεση κάκωση και τραυματισμός του νεύρου, δηλαδή το κλιπ τοποθετήθηκε σωστά. Σύμφυση σημαίνει παρεμβολή ουλώδους ιστού ανάμεσα στο κλιπ και το νεύρο και όχι άμεση κάκωση. Τη συνολική ινώδη αλλοίωση είναι αδύνατον να την προκάλεσε το εν λόγω κλιπ λόγω του αδρανούς υλικού του, του τιτανίου, αλλά μόνο η συνολική, επιθυμητή και απολύτως αναμενόμενη ινώδης αντίδραση του οργανισμού στο πλέγμα.

Η επιτυχία της αποκατάστασης της βουβωνοκήλης δεν οφείλεται στην ύπαρξη του πλέγματος, αλλά στην ινώδη αντίδραση που προκαλεί το υλικό του, που έχει την ιδιότητα να προάγει τη δημιουργία νέου ιστού.

Συνεπώς, η αλλοίωση του νεύρου δεν οφείλεται σε κακή τεχνική, δεδομένου ότι το πλέγμα δεν ήταν σε επαφή με αυτό. Εάν τα συμπτώματα του ασθενούς ήταν αποτέλεσμα αυτής της σύμφυσης, θα έπρεπε να αποδράμουν μετά την αφαίρεση του κλιπ και τη νευρόλυση-διατομή του νεύρου".

Περαιτέρω, το λαγονοβουβωνικό νεύρο "κατανέμεται-νευρώνει αισθητικά το εφήβαιο και μια μικρή περιοχή δέρματος στην άνω έσω επιφάνεια του μηρού, απέναντι από το όσχεο. Σε περίπτωση τραυματισμού-κάκωσής του, ο πάσχων θα παραπονείται για νυγμώδη άλγη, μουδιάσματα, παραισθησίες ("ηλεκτρίσματα") στις αντίστοιχες περιοχές.

Εάν το νεύρο διαταθεί πλήρως, τότε τα συμπτώματα είναι αμελητέα, ίσως μια ελαφρά υπαισθησία και υποαλγησία στην περιοχή και ουδέποτε προκαλεί υπεραλγησία. Δεν υπάρχει περίπτωση να προκαλεί πόνους που αναφέρει ο ασθενής. Για το λόγο αυτό, πολλοί χειρουργοί, κατά τη διάρκεια ανοιχτής επέμβασης, προβαίνουν στην πλήρη διατομή των αισθητικών νεύρων της περιοχής, εάν παρεμποδίζουν την ευχερή διενέργειά της, επιλέγοντας την πλήρη διατομή τους από την ενδεχόμενη κάκωση".

Από τα ανωτέρω αναγραφόμενα ιατρικά δεδομένα στην από 20-5-2014 γνωμοδότηση του γενικού χειρουργού, Αναπληρωτή Καθηγητή Ανατομικής του Α.Π.Θ. Σ. Α., τα οποία επιβεβαίωσε κατά την ένορκη κατάθεσή του και ο μάρτυρας του δεύτερου εναγομένου συνταξιούχος ιατρός-Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ. Θ. Γ. και τα οποία δεν αντικρούονται από άλλα ιατρικά έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα δεδομένου ότι ο ενάγων, πέραν της προαναφερθείσας από 22-5-2008 ιατρικής γνωμάτευσης των ανωτέρω Γερμανών ιατρών με τις ανωτέρω διαπιστώσεις, δεν προσκομίζει άλλο ιατρικό έγγραφο που να κάνει λόγο για τα ευρήματα αυτά και την αιτιακή τους σύνδεση με τη διενεργηθείσα στις 26-6-2007 χειρουργική επέμβαση από τον δεύτερο εναγόμενο, συνάγεται ότι δεν προκύπτει κάποια πλημμέλεια του δεύτερου εναγομένου κατά τη διενέργεια της επέμβασης σχετικά με την τοποθέτηση του "κλιπ", δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω, "το κλιπ τοποθετήθηκε σωστά" και "δεν υπήρχε άμεση κάκωση και τραυματισμός του νεύρου", η δε δημιουργία συμφύσεων είναι κάτι φυσιολογικό κατόπιν της ανωτέρω χειρουργικής επέμβασης, χωρίς να συνεπάγεται αναγκαία τη δημιουργία κάποιας βλάβης στους γειτονικούς νευρικούς κλάδους και, τέλος, η λύση τους και η εκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου κρίθηκε αναγκαία για την αποκατάσταση της υποτροπής κήλης κατά τη διενέργεια της τρίτης επέμβασης, χωρίς να συνεπάγεται αναγκαία τη δημιουργία κάποιας βλάβης στους γειτονικούς νευρικούς κλάδους και, τέλος, η λύση τους και η εκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου κρίθηκε αναγκαία για την αποκατάσταση της υποτροπής κήλης κατά τη διενέργεια της τρίτης επέμβασης, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν διενήργησε ο δεύτερος εναγόμενος.

Κατά συνέπεια, ουδεμία αμέλεια επέδειξε ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος διενήργησε την ανωτέρω επέμβαση σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το έτος 2010 παρουσίασε ψυχιατρική πάθηση, που αρχικά χαρακτηρίστηκε κατά το έτος 2010 ως "διαταραχή προσαρμογής με καταθλιπτικά στοιχεία εξαιτίας στρεσογόνου γεγονότος"...

και στη συνέχεια, κατά το έτος 2012, ως "σχιζοσυναισθηματική διαταραχή"... και νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική... κατά τα χρονικά διαστήματα από τις 24-3-2010 έως τις 10-4-2010, από τις 24-12-2010 έως τις 31-12-2010, από τις 14-3-2012 μέχρι τις 29-3-2012 και από τις 30-6-2014 μέχρι τις 12-8-2014. Με την... απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν.

Καρδίτσας και τις... γνωστοποιήσεις αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δευτεροβάθμιας και Πρωτοβάθμιας, αντίστοιχα, Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕΠΑ της νομαρχιακής μονάδας υγείας Καρδίτσας κρίθηκε ότι ο ενάγων έχει ποσοστό αναπηρίας 67% για τα χρονικά διαστήματα από την 1-9-2010 μέχρι τις 31-8-2011, από τις 1-9-2011 μέχρι τις 30-9-2014 και από τις 1-10-2014 μέχρι τις 30-9-2019.

Η ως άνω ψυχιατρική πάθηση αποδίδεται από τον ενάγοντα στη μη επάνοδό του στην επαγγελματική του δραστηριότητα ως ποδοσφαιριστή, πλην όμως, η ως άνω αδυναμία ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο δεν οφείλεται, κατά τα ανωτέρω, σε κάποια σωματική βλάβη προκληθείσα από οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου ιατρού κατά τη διενέργεια της ανωτέρω επέμβασης.

Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα ιατρικά δεδομένα, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια του δεύτερου εναγομένου ως προς την τοποθέτηση του κλιπ και την, εν τέλει, εκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου, δεν θα υφίστατο οποιοσδήποτε αιτιώδης σύνδεσμος με την μη ενασχόληση του ενάγοντος με το ποδόσφαιρο και την επικαλούμενη εξ αυτής ψυχιατρική πάθηση, δεδομένου ότι η εκτομή του λαγονοβουβωνικού νεύρου μπορεί να προκαλέσει μόνο προσωρινή καυσαλγία και υπαισθησία στην περιοχή του όσχεου και στην έσω πρόσθια επιφάνεια του μηρού...

και όχι πόνους στη βουβωνική χώρα και μάλιστα τέτοιας έντασης, ώστε να καθιστούν το άτομο ανίκανο προς οποιαδήποτε εργασία. Στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, ήτοι ότι οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα πόνοι "δεν οφείλονται στους εγχειρητικούς χειρισμούς" του δεύτερου εναγομένου, καταλήγει και η ανωτέρω από 20-85-2014 γνωμοδότηση του γενικού Χειρουργού, Αναπληρωτή Καθηγητή Ανατομικής στο Α.Π.Θ.

Σ. Α. Σύμφωνα δε με την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση από τη γερμανική στην ελληνική γλώσσα από ...-2017 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού-χειρουργού U. M. του Θεραπευτικού Κέντρου Κήλης στο Μόναχο της Γερμανίας, που προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο ενάγων εξετάσθηκε στο ιατρείο της ως άνω ιατρού στις 6-6-2017 και έλαβαν χώρα τα παρακάτω: "Κατά την εξέταση, σε όρθια θέση ψηλαφάται στην δεξιά βουβωνική χώρα μια σχεδόν στο μέγεθος καρυδιού υποτροπιάζουσα βουβωνοκήλη, αμείωτα επώδυνη.

Ο ασθενής δηλώνει ότι έχει πόνους στη δεξιά βουβωνική χώρα εδώ και δύο χρόνια. Είναι παρόμοιοι με αυτούς που είχε το έτος 2008 στην αριστερή βουβωνική χώρα, αλλά με ένταση στη δεξιά πλευρά. Επίδραση στο εσωτερικό των μηρών διμερώς. Στην αριστερή πλευρά, η ψηλάφηση του βουβωνικού καναλιού είναι ανώδυνη χωρίς ένδειξη υποτροπιάζουσας βουβωνοκήλης.

Υπάρχει περιγεγραμμένος πόνος πίεσης στον μεσαίο πόλο της ουλής. Ενδοεγχειρητικά, στη δεξιά πλευρά βρέθηκε υποτροπιάζουσα βουβωνοκήλη, η οποία μπόρεσε να αντιμετωπιστεί με την τεχνική Minimal Repair. Στην αριστερή πλευρά, μετά την εκτομή της παλιάς ουλής, βρίσκεται νευρική απόκριση του λαγονοϋπογαστρίου νεύρου ως νεύρωμα και προς το μέσο στρεβλωμένο ως σημείο του πόνου.

Έγινε εκτομή και αποστολή για ιστολογική εξέταση. Από τα αναγραφόμενα στην ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση προκύπτει ότι οι πόνοι του ενάγοντος στη βουβωνική χώρα, οι οποίοι συνεχίστηκαν και μετά την εκτομή του clip και του λαγονοβουβωνικού νεύρου του στο Θεραπευτικό Κέντρο Κήλης του Μονάχου, δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης από τον δεύτερο εναγόμενο.

Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος βαρύνεται με οποιαδήποτε αμελή και αντίθετη με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε σωματική βλάβη καθώς και την ψυχιατρική πάθηση του ενάγοντος, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και υποκειμενική ευθύνη του ιδίου καθώς και αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας αυτόν πρώτης εναγομένης για οποιαδήποτε συνέπεια της πάθησης αυτής και ως εκ τούτου δεν υφίστανται οι ασκούμενες με την αγωγή αξιώσεις εξ αδικοπραξίας του ενάγοντος κατά των εναγομένων." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου και κατά συνέπεια δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, ούτε αυτές της αντικειμενικής ευθύνης της πρώτης εναγόμενης από πρόστηση, και απέρριψε την αγωγή, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 922, 931, 932 Α.Κ., 13 και 24 του α.ν. 1565/1939, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε αυτές των άρθρων 300 και 652 Α.Κ., οι οποίες δεν τύγχαναν καθόλου εφαρμογής, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη στοιχειοθέτησης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία παρατίθενται και αυτούσια τμήματα ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων και ένορκης βεβαίωσης, το περιεχόμενο των οποίων δέχεται ως αποδεδειγμένο το δικαστήριο και καθιστά έτσι μέρος της αιτιολογίας της απόφασής του, 1) ότι ο δεύτερος εναγόμενος ορθά ενήργησε την επέμβαση στον ενάγοντα με τη λαπαροσκοπική χειρουργική μέθοδο της διακοιλιακής προπεριτοναϊκής προσπέλασης (ΤΑΡΡ), η οποία ήταν η ενδεδειγμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή προ διετίας είχε γίνει σε αυτόν επέμβαση πλαστικής κοιλιακών τοιχωμάτων με τοποθέτηση πλεγμάτων, που αποτελούσε αντένδειξη για την εφαρμογή της μη λαπαροσκοπικής μεθόδου της ολικής εξωπεριτοναϊκής προσπέλασης (ΤΕΡ), επειδή η ύπαρξη των πλεγμάτων αυτών και των συμφύσεων, που είχαν δημιουργηθεί, καθιστούσαν δυσχερή την ασφαλή εξωτερική προσέγγιση της περιοχής, και 2) ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατά την επέμβαση τοποθέτησε σωστά τους συνδετήρες (clip) για τη συγκράτηση του πλέγματος, χωρίς να προκαλέσει κάκωση ή τραυματισμό του λαγονοβουβωνικού νεύρου, η δε δημιουργία συμφύσεων μεταξύ ενός από τους συνδετήρες και του νεύρου αυτού είναι φυσιολογικό επακόλουθο της επέμβασης και δεν συνεπάγεται αναγκαίως τη βλάβη του νεύρου, ενώ η λύση των συμφύσεων και η εκτομή του νεύρου, που έγινε κατά την τρίτη επέμβαση, ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της υποτροπής της κήλης, και συνάγοντας από τα ανωτέρω το Εφετείο ότι ο δεύτερος εναγόμενος διενήργησε την επέμβαση στον ενάγοντα σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ότι η μεταγενέστερη αδυναμία ενασχόλησής του με το ποδόσφαιρο και η εξ αυτής ψυχική του πάθηση και ανικανότητα προς εργασία δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, η οποία δεν ήταν παράνομη και υπαίτια, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό του πόρισμα περί μη στοιχειοθέτησης αδικοπραξίας εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου και συνακόλουθα περί μη ευθύνης αυτού και της πρώτης εναγόμενης.

Ειδικότερα, το Εφετείο α) διευκρινίζει επαρκώς τη διαφορά μεταξύ των μεθόδων της λαπαροσκοπικής (ΤΑΡΡ) και μη λαπαροσκοπικής (ΤΕΡ) επέμβασης, καθώς και το λόγο, για το οποίο στην προκείμενη περίπτωση ήταν ενδεδειγμένη η πρώτη μέθοδος (ύπαρξη πλεγμάτων και συμφύσεων από την πρώτη επέμβαση, που δυσχέραιναν την ασφαλή εξωτερική πρόσβαση), β) αιτιολογεί επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα περί μη ύπαρξης αδικοπραξίας με την παραδοχή ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν βαρύνεται με τις πλημμέλειες, που του αποδίδει ο ενάγων με την αγωγή του, δηλαδή την επιλογή εσφαλμένης μεθόδου επέμβασης και πλημμέλεια κατά την τοποθέτηση του πλέγματος, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνήσει περαιτέρω αν η επέμβαση ήταν επιτυχής ή όχι σχετικά με τη θεραπεία της κήλης, ούτε αν υπήρχε δυνατότητα συντηρητικής, και όχι χειρουργικής αντιμετώπισης αυτής, αφού ερευνώμενο ζήτημα είναι αποκλειστικά οι πλημμέλειες, που αποδίδονται στον δεύτερο εναγόμενο με την αγωγή, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η τυχόν αποτυχία της ολικής αποθεραπείας της πάθησης του ενάγοντος ή η εσφαλμένη επιλογή θεραπευτικής μεθόδου, γ) αιτιολογεί επαρκώς την ανάγκη μεταγενέστερης (τρίτης) χειρουργικής επέμβασης, δεχόμενο ότι αιτία της ήταν η πλάγια υποτροπή της κήλης αριστερά, και όχι βλάβες προερχόμενες από πλημμέλειες κατά την επέμβαση του δεύτερου εναγόμενου, καθώς και ότι η αφαίρεση των συμφύσεων και του συνδετήρα (clip) και η εκτομή του νεύρου κρίθηκαν αναγκαίες κατά την τρίτη επέμβαση προκειμένου να γίνει αποκατάσταση της υποτροπής αυτής, και δ) δέχεται μεν ότι ο δεύτερος εναγόμενος μετείχε στην πρώτη επέμβαση, που έγινε από τον ιατρό Ε.

Π., χωρίς ο ενάγων να αποδίδει σε αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) κάποια πλημμέλεια, και δεν μετείχε στην τρίτη επέμβαση, κατά την οποία έγινε η λύση των συμφύσεων και η εκτομή του νεύρου, αλλά οι παραδοχές αυτές γίνονται πλεοναστικά και προς επίρρωση της κρίσης του περί ορθότητας των ενεργειών του δεύτερου εναγόμενου κατά τη δεύτερη επέμβαση, και όχι για να αποκλειστεί η υπαιτιότητά του, η έλλειψη της οποίας αιτιολογείται πλήρως με την παραδοχή ότι δεν υπήρξε πλημμέλεια κατά την επέμβαση αυτή (δεύτερη).

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις. Καθόσον αφορά το σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο ενάγων υποβλήθηκε σε τρίτη χειρουργική επέμβαση, χωρίς να δεχτεί ταυτόχρονα ότι η ασθένειά του δεν είχε αντιμετωπιστεί με τον ενδεδειγμένο τρόπο από τον δεύτερο εναγόμενο, αφού, αν αυτός είχε αποθεραπευθεί, δεν είχε λόγο να προσφύγει σε επιπλέον θεραπεία και νοσηλεία, ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη πιο πάνω αιτίαση δεν αφορά παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου αναφορικά με τη μη ύπαρξη πλημμέλειας κατά την επέμβαση που διενήργησε ο δεύτερος εναγόμενος, δηλαδή αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα, με το οποίο ζητούνταν να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια (Α.Π. 96/2019).

Εξάλλου, κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Από τον συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν για την αντίληψη του ζητήματος, ως προς το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, απαιτούνται ή όχι ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί κανέναν από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 96/2019, Α.Π. 1700/2018, Α.Π. 237/2016, Α.Π. 895/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο αίτημά του περί διεξαγωγής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τις αναφερόμενες στην αγωγή πλημμέλειες του δεύτερου εναγόμενου. Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η δε κρίση του αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, επομένως η σιωπηρή απόρριψη του εν λόγω αιτήματος του αναιρεσείοντος δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, ούτε ειδικότερα αυτόν από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 911/2021, Α.Π. 1058/2020, Α.Π. 374/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδ. γ' KΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, που εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη κατ' άρθρο 524 § 1 ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Αν λείπει έστω και μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας, που ερευνά αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αυτές, προκειμένου να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, πρέπει να αναφέρει ότι ελήφθησαν μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (Α.Π. 50/2023, Α.Π. 563/2021, Α.Π. 1531/2011, Α.Π. 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων "... τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον δεύτερο εναγόμενο υπ' αριθμ. ...-2014 και ...-2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Δ.

Δ. και Ε. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, που ελήφθησαν νόμιμα κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων του δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της βεβαίωσης (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2014, ...-2014 και ...-2014 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Μ.

οι λοιπές)...". Εφόσον το Εφετείο ερεύνησε αυτεπαγγέλτως, ως όφειλε, τις προϋποθέσεις εγκυρότητας των ενόρκων βεβαιώσεων, που προσκόμισε ενώπιόν του ο δεύτερος εναγόμενος, και αναφέρει ότι αυτές ελήφθησαν μετά από κλήτευση των αντιδίκων δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, παραθέτοντας τόσο τις ημερομηνίες των ενόρκων βεβαιώσεων, όσο και τις ημερομηνίες των κλητεύσεων μαζί με τους αριθμούς των εκθέσεων επιδόσεως, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, αλλά νομίμως έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των ονομάτων όλων των δικαστικών επιμελητών, που προέβησαν στις ανωτέρω τρεις επιδόσεις, ούτε των προσώπων, στα οποία παραδόθηκαν οι κλήσεις, αφού τα στοιχεία αυτά δεν είναι απαραίτητα για την πιστοποίηση του εμπρόθεσμου των κλητεύσεων.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της απόφασης από τον αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν α) ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποιά ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σε αυτό ο νόμος, και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 570/2016, Α.Π. 491/2014).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι, ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα κατ' άρθρο 340 KΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π. 510/2022, Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 1023/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραθέτοντας στην απόφασή του αυτούσιο το περιεχόμενο των έγγραφων ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων των ιατρών Σ. Α. και Θ. Γ. και της ένορκης βεβαίωσης του ιατρού Δ.

Δ., που προσκόμισαν οι εναγόμενοι, προσέδωσε σε αυτές πλήρη αποδεικτική δύναμη, παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας και απόρριψης της αγωγής, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω έγγραφες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις και ένορκη βεβαίωση, και, έχοντας δικαίωμα προς τούτο, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό τους και προσέδωσε σε ορισμένα από αυτά μεγαλύτερη βαρύτητα, παραθέτοντας στην απόφασή του αποσπάσματα, μεταξύ άλλων και από την ένορκη βεβαίωση του Δ.

Δ. και την ιδιωτική γνωμοδότηση του Σ. Α., και κάνοντας αναφορά στην ένορκη κατάθεση (και όχι ιδιωτική γνωμοδότηση, όπως εσφαλμένα αναφέρει ο αναιρεσείων) του μάρτυρα Θ. Γ., χωρίς από το γεγονός αυτό να συνάγεται ότι προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία πλήρη αποδεικτική δύναμη, ούτε ειδικότερα ότι προσέδωσε στην ένορκη βεβαίωση και την ιδιωτική γνωμοδότηση αποδεικτική δύναμη πέραν της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 445 ΚΠολΔ.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018). Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 842/2021, Α.Π. 15/2021). Επίσης, παραμόρφωση κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 464/2019, Α.Π. 296/2019, Α.Π. 595/2016). Αν το δικαστήριο εκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, ο λόγος είναι αβάσιμος (Α.Π. 1416/2017, Α.Π. 595/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-5-2008 έγγραφης γνωμοδότησης των ιατρών Ο. Μ. (U. M.) και Α. Ο. (A. U.), δεχόμενο εσφαλμένα ότι από αυτό προκύπτει ότι η τρίτη επέμβαση έγινε για την αποκατάσταση νέας βουβωνοκήλης, ενώ στο έγγραφο αναφέρεται η αποκατάσταση υποτροπής βουβωνοκήλης.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, ούτε εξαίρει στο σκεπτικό του την αποδεικτική του αξία, αλλά συνεκτίμησε αυτό μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, το σύνολο των εγγράφων, που προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, και τις ένορκες βεβαιώσεις, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος περί την ανάγνωση του εγγράφου, το κύριο περιεχόμενο του οποίου άλλωστε παραθέτει κατά λέξη, αλλά συνήγαγε από αυτό διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων υποβλήθηκε σε τρίτη επέμβαση λόγω υποτροπής της πάθησής του με την εμφάνιση νέας κήλης, και όχι για την αντιμετώπιση πλημμελειών από την επέμβαση του δεύτερου εναγόμενου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2021 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 143/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ