Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and failure to consider evidence in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documents proving the father's transfer of the property and claimed abuse of right due to the delay. The court rejected these claims, noting that the documents were already acknowledged as proven in the lower court's findings and that the appellant's conduct did not meet the strict criteria for abuse of right under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 176, 183 C.P.D.: Abuse of right requires a specific belief by the obligor that the right will not be exercised, coupled with particularly harsh consequences caused by the obligor's acts linked to the right-holder's prior conduct; failure to consider evidence adduced in the lower court does not constitute grounds for appeal if the lower court's findings acknowledge such evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1915 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1915/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. συζ. Σ. Μ., το γένος Α. Χ. και 2)Α. συζ. Κ. Ι., το γένος Α. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Καπράρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/ΤΠ/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2189/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (Ολ.
Α.Π. 7/2002, 8/2001) Περαιτέρω η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου το οποίο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα αγροτικού κλήρου. Η κυριότητα δε σε τέτοιο κληροτεμάχιο, που δε βρίσκεται σε παραμεθόρια περιοχή, αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητού για την κύρωση του πίνακος της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα, αλλά σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του Ν.
Δ/τος 2185/1952, 1 και 16 του Ν.Δ/τος 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος παραχωρητηρίου (οριστικού τίτλου) από την αρμόδια αρχή. Πριν από την απόκτηση της κυριότητας επί του κληροτεμαχίου με τον τρόπο αυτό, ο δικαιούχος (κληρούχος) αδυνατεί να ασκήσει έναντι του τρίτου το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας.
Σύμφωνα όμως με τη γενική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα ο κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο θεωρείται ως καλής πίστης νομέας (πλασματικός) και προστατεύεται με τα περί νομής παραγγέλματα, υπό την ισχύ δε του Αστικού Κώδικα με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις με βάση τα άρθρα 984, 987 και 987 αυτού.
Επομένως κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, από την εγκατάσταση του δικαιούχου στο κλήρο και μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου, ο κληρούχος που έχει την προσδοκία αποκτήσεως της κυριότητας επί του κληροτεμαχίου, δεν παραμένει χωρίς έννομη προστασία είτε με τακτική αγωγή είτε με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων έναντι του τρίτου ή των τρίτων, οι οποίοι παρανόμως τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.
Εντεύθεν δε η μακροχρόνια αδράνεια του κληρούχου να ασκήσει κατά του τρίτου τις παραπάνω προστατευτικές της νομής του εξουσίες, αλλά και της κυριότητας μετά την απόκτηση αυτής με τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου, συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί προαναφερθέντες όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του αγωγή κυριότητας κατά του τρίτου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Βέροιας του έτους 1931, που κυρώθηκε με το Ν.5496/1932 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (τεύχος Α' αριθμ. 173/25-5-1932), στον πατέρα του ενάγοντος Λάζαρο Κ., παραχωρήθηκε προς αγροτική του αποκατάσταση, ως αρχηγό οικογένειας, οικογενειακός κλήρος αποτελούμενος, μεταξύ άλλων, και από τον υπ' αριθμ. 2150 Β' κατηγορίας αγρό έκτασης 6.875 τ.μ.
που συνόρευε ..........., μέρος δε αυτού αποτελεί το επίδικο τμήμα έκτασης 100 τ.μ. Ο παραπάνω κληρούχος, στο όνομα του οποίου αργότερα εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. .../9-1-1956 τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που νόμιμα μεταγράφηκε ........., απεβίωσε στις 15 Νοεμβρίου 1971 στη Βέροια. Ο τελευταίος με την .../1971 δημόσια διαθήκη ..........., εγκατέστησε κληρονόμους του, εκτός των άλλων κατά τις εκεί διακρίσεις και την σύζυγό του Μ.
και το υιό του Μ., ενάγοντα, στους οποίους κατέλειπε, κατά τη ρητή διατύπωση στη διαθήκη, "εις σύζυγο μου Μ. την επικαρπίαν απάσης λοιπής περιουσίας μου κινητής και ακινήτου, οποτεδήποτε και οπουδήποτε ήθελεν αυτή ευρεθεί μετά τον θάνατον μου, την δε ψιλήν κυριότητα εις τον υιόν μου Μ., εις ον θα περιέλθει αυτή μετά τον θάνατον της συζύγου μου κατά πλήρη κυριότητα".
Στο μεταξύ το έτος 1974, το επίδικο, φερόμενο ως το μόνο εναπομείναν τμήμα ,του μείζονος έκτασης άνω κληροτεμαχίου, αφού αυτόν, διαιρετά, σταδιακά, ο αρχικός κληρούχος είχε μεταβιβάσει σε τρίτους συγχωριανούς του, με το από 22-2-1974 διάταγμα εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης της Βέροιας και στη συνέχεια κυρώθηκε η υπ' αριθμ. 8/1982 πράξη τακτοποίησης, ήδη δε αυτό βρίσκεται επί της οδού Τηλεμάχου στο υπ' αριθμ.
… οικοδομικό τετράγωνο στη συνοικία "Πασά Κιόσκι" και σύμφωνα με το από 29-3-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ., που προσκομίζουν οι εναγόμενες, συνορεύει ........., φερόταν δε να ανήκει κατά κυριότητα στον κληρούχο πατέρα του ενάγοντος. Αποδείχθηκε όμως περαιτέρω ότι ο τελευταίος, το έτος 1948, είχε μεταβιβάσει άτυπα στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Α.
Χ. το επίδικο τμήμα των 100 τ.μ. Αυτό αποτελεί συνεχόμενη έκταση άλλου διαιρετού τμήματος 500 τ.μ. του ίδιου κληροτεμαχίου, που ο ίδιος κληρούχος είχε μεταβιβάσει το προηγούμενο έτος, στον ίδιο ανωτέρω (Α. Χ.) με το από 24-8-1947 ιδιωτικό συμφωνητικό που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 137/1957 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας και μεταγράφηκε νόμιμα, όπως δε εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, είναι εδαφική λωρίδα 3 μέτρων στην πρόσοψη του παραπάνω οικοπεδικού τμήματος των 500 τ.μ.
και βάθους 33 μέτρων και βρίσκεται στην δυτική πλευρά του όλου οικοπέδου. Η μεταβίβαση του επιδίκου αυτού τμήματος στον δικαιοπάροχο των εναγομένων, για την οποία δεν συντάχθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ανωτέρω, ως αμοιβή για τις οικοδομικές εργασίες επισκευής που ο δικαιοπάροχος των εναγομένων είχε εκτελέσει, ως οικοδόμος, στην ευρισκόμενη στην τοποθεσία Μπαρμπούτα της Βέροιας, οικία του κληρούχου Αμέσως μετά την ως άνω μεταβίβαση, δικαιοπάροχος των εναγομένων περιέφραξε το όλο από 600 τ.μ.
ήδη οικοπεδικό τμήμα με πασσάλους και συρματόπλεγμα και ενδιάμεσα αυτών έκτισε ο ίδιος και τοιχίο με πωρόπετρες, τμήμα του οποίου στη δυτική πλευρά, ........... σώζεται μέχρι σήμερα. Κατά τη διάρκεια των ετών 1948-1950 ανήγειρε εντός αυτού μία οικία, τμήμα της ,οποίας είναι κτισμένο εντός της επίδικης έκτασης των 100 τ.μ., την οποία χρησιμοποιούσε προς στέγαση της οικογένειας του, ενώ στην ίδια έκταση ανήγειρε και μία αποθήκη - ορνιθώνα με τσιμεντόλιθους, ένα λιθόκτιστο φούρνο και ένα υπαίθριο αποχωρητήριο με τσιμεντόλιθους και κεραμίδια, όπως φαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Ακολούθως ο Α. Χ., από το επίμαχο ακίνητο των 100 τ.μ. που είχε αγοράσει άτυπα, όπως εκτέθηκε από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος, μεταβίβασε άτυπα λόγω δωρεάς και παρέδωσε στις εναγόμενες θυγατέρες του, στην μεν πρώτη, στις 20-2-1967, διαιρετό τμήμα έκτασης 33 τ.μ., στη δε δεύτερη στις 13-10-1972 διαιρετό τμήμα έκτασης 67 τ.μ., στο οποίο ήταν κτισμένα όλα τα προαναφερόμενα βοηθητικά κτίσματα (αποθήκη-ορνιθώνας, φούρνος, αποχωρητήριο).
Παράλληλα, ο ίδιος ανωτέρω, το έτος 1967, κατασκεύασε μία ακόμη διώροφη οικία στην πίσω πλευρά του οικοπέδου σε σχέση με την πρόσοψη του, από οπλισμένο σκυρόδεμα και κεραμοσκεπή, τμήμα της οποίας είναι κτισμένο στο επίδικο ακίνητο των 100 τ.μ. και ειδικότερα στο τμήμα αυτού των 33 τ.μ. που δώρισε στην πρώτη εναγόμενη - θυγατέρα του, προς στέγαση της ίδιας και της οικογένειας της, στην οποία διαμένει μέχρι και σήμερα.
Η τελευταία σε επαφή με την παραπάνω οικία, μετά την εγκατάσταση της σ' αυτήν, έκτισε εντός του επιδίκου μία αποθήκη, η οποία φθάνει στο όριο του όλου ακινήτου των 600 τ.μ. και μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται ως λεβητοστάσιο για τη θέρμανση της διώροφης οικίας. Έτσι οι εναγόμενες, μετά την άτυπη μεταβίβαση σ' αυτές, κατά τα ανωτέρω, διαιρετά του επιδίκου ακινήτου, εγκαταστάθηκαν στη νομή των επί μέρους τμημάτων που περιήλθαν σ' αυτές με τις άτυπες δωρεές και συγκεκριμένα εγκαταστάθηκαν η καθεμία στην κατοικία που της παραχωρήθηκε από τον πατέρα τους και βρίσκονται στο τμήμα του επιδίκου που περιήλθε σε καθεμία από αυτές όπου και διαμένουν μέχρι σήμερα, ασκώντας έκτοτε εμφανείς διακατοχικές πράξεις αδιάκοπα με τη θέληση να είναι δικά τους, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα.
Στις 14-7-1982, μετά το θάνατο των δικαιοπαρόχων των διαδίκων μερών, του Λ. Κ. το 1971 και του Α. Χ. το 1974, οι εναγόμενες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, σε βάρος του ενάγοντος, την υπ' αριθμ. κατάθεσης 180/1982 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητα τους στα παραπάνω διαιρετά τμήματα του επιδίκου ακινήτου, που ο πατέρας τους είχε μεταβιβάσει σε καθεμία από αυτές, λόγω άτυπης δωρεάς.
Η αγωγή εκείνη, με την 7/1983 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την 574/1985 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αφού όπως έγινε δεκτό, από την έναρξη της ισχύος στις 23 Μαΐου 1968 του Α.Ν" 431/1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν είχε περάσει η από τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ. απαιτούμενη εικοσαετία για τη συμπλήρωση της επικαλούμενης από τις εκεί ενάγουσες έκτακτης χρησικτησίας.
Στις 24-1-1990 ο ενάγων επέδωσε σε κάθε μία των εναγομένων την από 21-1-1990 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση του, με την οποία, επικαλούμενος την τελεσίδικη με την 574/1985 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, απόρριψη της παραπάνω (180/1982) αγωγής τους, τις καλούσε να του αποδώσουν το επίδικο, προβάλλοντας, για πρώτη φορά, δικαιώματα κυριότητας σ' αυτό.
Ακολούθως στις 7-5-1990, δέκα εννέα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του, ο ενάγων, αφού δυνάμει της .../1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Βέροιας Δημητρίου Τζίμα, που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Βέροιας, αποδέχθηκε την κληρονομιά εκείνου στην οποία περιέλαβε και το επίδικο ακίνητο, με την προαναφερόμενη περιγραφή, κατέθεσε σε βάρος των εναγομένων την κρινόμενη αγωγή, ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο και την απόδοση του σ' αυτόν.
Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι τόσο ο ενάγων, όσο και ο δικαιοπάροχος του, από την εγκατάσταση των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο (το οποίο σύμφωνα με τα από 26-10-2005 τοπογραφικό διάγραμμα και έκθεση, πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα Α. Κ., κείται εντός του 2150 κληροτεμαχίου και αναφέρεται στον .../1956 τίτλο κυριότητας του κληρούχου) και μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής το 1990, ουδέποτε ενόχλησαν τις εναγόμενες, ούτε πριν από αυτές το δικαιοπάροχο τους, αμφισβητώντας την κατοχή και εκμετάλλευση αυτού εκ μέρους εκείνων.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω διακατοχικές επί του επίδικου ακινήτου πράξεις των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους (περίφραξη, ανέγερση κτισμάτων, οίκηση), γίνονταν υπό τα βλέμματα του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, οι οποίοι, μολονότι γνώριζαν την παραπάνω πραγματική κατάσταση, αφού ο τελευταίος (δικαιοπάροχος του ενάγοντος), μετέβαινε συχνά στην περιοχή για τη διαπραγμάτευση της πώλησης ακινήτων του, ουδέποτε προέβαλαν οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή εναντίωση γι' αυτές και αδράνησαν να λάβουν μέτρα για την προστασία της επικαλούμενης κυριότητας τους σ' αυτό, ενώ εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, τα ποσά που δαπανήθηκαν για την ανέγερση των άνω κτισμάτων υπερέβαιναν κατά πολύ την αξία του επίδικου ακινήτου τμήματος.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, που δεν αναιρούνται από αυτές των μαρτύρων ανταπόδειξης, εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση στις εναγόμενες και στο δικαιοπάροχό τους ότι ο ενάγων ή ο δικαιοπάροχός του, δεν θα ασκούσαν κατ' αυτών το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του επιδίκου, ώστε η μεταγενέστερη με την κρινόμενη αγωγή άσκηση αυτού του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, διεκδικητική ψιλής κυριότητας κληροτεμαχίου οικογενειακού κλήρου, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εκείνα, που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών συμπεριφορά του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, που προηγήθηκε της άσκησης του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας, την οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες του δικαιοπαρόχου των εναγομένων και των ιδίων στο επίδικο, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με την προηγηθείσα παραπάνω συμπεριφορά, της οποίας η ανατροπή διώκεται με την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, την αδράνεια των δικαιούχων, ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, ο οποίος προστατευόταν και με τις περί νομής αγωγές και πριν από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου, τις οποίες δεν άσκησε, όπως δεν άσκησε και τις περί προστασίας της κυριότητας, μέχρι το θάνατό του, καθώς και ο ενάγων, έκτοτε για μακρό χρονικό διάστημα, από την οποία (αδράνεια) διαμορφώθηκε στις εναγόμενες η εύλογη πεποίθηση περί της μη ασκήσεως του ίδιου δικαιώματος, η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Το γεγονός της άσκησης από τις εναγόμενες το 1982 αγωγής κατά του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, και ότι στη σχετική δίκη συμμετείχε αμυνόμενος ο τελευταίος και συνεπώς δεν αδράνησε, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθ' όσον οι λοιπές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, συναρτώμενες με τις ενέργειες των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους στο επίδικο ακίνητο για μακρό χρονικό διάστημα και συνδεόμενες αιτιωδώς με την προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του επαρκώς στηρίζουν την καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης είναι αβάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων οκτώ, ιδιωτικά συμφωνικά πώλησης ακινήτων από το δικαιοπάροχο πατέρα του σε τρίτους, το .../1972 προικοσυμβόλαιο, την 2049/1953 αίτηση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων προς την ΕΑΠ Ημαθίας, την 8/1982 πράξη αναλογισμού της Πολεοδομίας Βέροιας, την 26-10-2005 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Α.
Κ., τον .../1956 τίτλο κυριότητάς της ΑΤΕ και την 137/1957 απόφαση της Β' Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του είχε ατύπως μεταβιβάσει στο δικαιοπάροχο τους το επίδικο ακίνητο, ο οποίος (ισχυρισμός) συναρτάται και με την περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης ένσταση των τελευταίων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη, αυτός πράγματι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα έγγραφα αυτά, από δε την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδειχθέντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, από αυτά.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2013 αίτηση του Μ. Κ. περί αναιρέσεως της 2189/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ