1915/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1915/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης καθιδρύεται μόνο όταν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών (ΑΠ 1703/1995). Όταν, όμως η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αιτιολογιών της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).
Full text
Απόφαση 1915 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1915/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Τσόνογλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ανδρέου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2007 μη οριστική, 390/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6361/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 16-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθ' ενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει, αναμφίβολα, η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1072-73/2005, ΑΠ 694/2003, βλ. και ΑΠ 918/2006).
Στην παρούσα περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, στον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, οδηγήθηκε "από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, την υπ' αριθ. 170/15-11-2006 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Γ. Κ. Π., Γεωργίου Δ. Γ. και Ν. Ι. Ψ., που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης εταιρείας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θηβών αφού τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθ. 671 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντίδικης πλευράς (βλ. την υπ' αριθ. 11898/13-11-2006 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ...), τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον από αυτά δεν συνάγεται πλήρης απόδειξη".
Συνεπώς, δεν καταλείπονται αμφιβολίες πως έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε και τα μνημονευόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και μάλιστα τις καρτέλες εργασίας του. Το αν σ' αυτές θεώρησε "επισφαλές" αποδεικτικό στοιχείο, είναι εντελώς διαφορετικό θέμα, εκτός του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου. Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης ο οποίος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, η έχει αιτιολογίες αντιφατικές η ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2001, ΑΠ 463/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004) και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001).
Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης καθιδρύεται μόνο όταν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών (ΑΠ 1703/1995). Όταν, όμως η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αιτιολογιών της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).
Άρα, χωρεί η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, όταν δεν προκύπτουν, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά νόμο για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).
Ακόμη δε, υφίσταται ο πιο πάνω λόγος, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995, Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και στην διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 393/2003, ΑΠ 863/2002).
Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη κατ' ακρίβειαν εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 IV Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003).
Δεν ελέγχεται, όμως, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1011/1994). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004), η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2001).
Εδώ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, ανέλεγκτα (άρθρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, έγγαμος με δύο παιδιά και με προϋπηρεσία 29 ετών, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη εταιρεία, στις 5-5-2003 προκειμένου να εργαστεί κατά πλήρες νόμιμο ωράριο, επί 5 ημέρες την εβδομάδα, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου συντηρητή στη βιομηχανική επιχείρηση αυτής και στο εργοστάσιο παραγωγής οικοδομικών προϊόντων, στο 12 χιλ.
της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, στη Μεταμόρφωση Αττικής. Κατά την πρόσληψη του ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο νόμιμο ποσό των 1.128,06 Ευρώ, με βάση την από 10-9-2000 ΣΣΕ των Ραδιοηλεκτρολόγων, Ραδιοτεχνών, Βιομηχανικών Επιχειρήσεων της Χώρας που έχει κηρυχτεί υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 126/2000 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ενώ το ωράριο της εργασίας του καθορίστηκε κατ' αρχήν από 07.00 έως 15.00 μέχρι τον Αύγουστο 2004 και στη συνέχεια από τις 08.00 έως τις 16.00, ήτοι επί 8 ώρες ημερησίως και 40 ώρες εβδομαδιαίως.
Ο ενάγων όμως, εκτός της 8ωρης εργασίας του, που παρείχε καθημερινά, εργαζόταν επί δύο (2) ώρες ημερησίως πέραν του συμβατικού του ωραρίου, από την πρόσληψη του και μέχρι και τον Αύγουστο 2004, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων 2004. Συγκεκριμένα μετά τις 16.00 ώρα, το απόγευμα ως εκ του ότι ήταν ο μοναδικός ηλεκτρολόγος στην επιχείρηση, παρέμενε στο εργοστάσιο μέχρι τις 18.00.
Για την εργασία του αυτή, που προσέφερε χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων και χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, δικαιούται την παρακάτω συμπληρωματική αμοιβή την οποία η εναγόμενη θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα παρείχε σ' αυτήν εγκύρως την ίδια εργασία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές του περιστάσεις.
Το ωρομίσθιό του με βάση το συμφωνηθέντα νόμιμο μισθό του ανερχόταν για το χρονικό διάστημα: α) από 5-5-2003 μέχρι Φεβρουάριο 2004 στα 6,77 Ευρώ (μισθός 1.128,06 Ευρώ Χ 0,006) ήτοι επί 8 μήνες Χ 4 εβδομάδες + 3 εβδομάδες του Μαΐου 2003, ήτοι 35 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 440 ώρες πέραν του συμβατικού του ωραρίου (8 μήνες Χ 25 ημέρες = 200 ημέρες + 20 ημέρες = 220 ημέρες Χ 2 ώρες = 440 ώρες) από τις οποίες οι 12 ώρες μηνιαίως αφορούσαν ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (3 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες το μήνα) και επομένως 105 ώρες συνολικά (8 μήνες Χ 12 + 9 ώρες (για τις 3 εβδομάδες Μαΐου 2003), = 105 ώρες για τις οποίες δικαιούται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της προηγούμενης παραγράφου (6,77X50% = 3,39 + 6,77 = 10,16 Ευρώ Χ 105)= 1.066,80 Ευρώ.
Για τις υπόλοιπες 335 ώρες (440 - 105) δικαιούται (6,77 Χ 150% = 10,16 + 6,77 = 16,93 Ευρώ Χ 335 ώρες) = 5.671,56 Ευρώ. Ήτοι για το διάστημα αυτό δικαιούται συνολικά για εργασία πέραν του συμβατικού του ωραρίου (1.066,80 + 5.671,56 ) = 6.738,36 Ευρώ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα εργάστηκε και επί 2 Σάββατα κατά μέσο όρο, το μήνα, ήτοι συνολικά επί 18 Σάββατα, επί 8ωρο, για τα οποία δικαιούται συμπληρωματική αμοιβή 974,88 Ευρώ (18 Χ 54,16 ημερομίσθιο).
Επομένως συνολικά δικαιούται για το διάστημα από 5-5-2003 μέχρι Φεβρουάριο 2004 το ποσό των (6.738,36 + 974,88) = 7.713,24. Ευρώ. Όπως συνομολογείται και από τα δύο διάδικα μέρη ο ενάγων έλαβε συνολικά κύριες και πρόσθετες αποδοχές κατά τους παραπάνω μήνες, από την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 17.476,23 Ευρώ {ήτοι για το Μάιο 2003 έλαβε 1.830 Ευρώ (1324,80 + 511), για τον Ιούνιο 2003 έλαβε 1.926,01 Ευρώ (1.440,01 + 486), για τον Ιούλιο 2003 έλαβε 1.952,01 (1.440,01 + 512), για τον Αύγουστο 2003 έλαβε 460,80 Ευρώ, για το Σεπτέμβριο 2003 έλαβε 1.440,01 Ευρώ, για το μήνα Οκτώβριο 2003 έλαβε 1.967,70 Ευρώ (1.465,20 + 502,5), για το μήνα Νοέμβριο 2003 έλαβε 1,994,20 Ευρώ (1.465,20 + 529), για το μήνα Δεκέμβριο 2003 έλαβε 1,848,70 Ευρώ (1.465,20 + 383,5), για το μήνα Ιανουάριο 2004 έλαβε 2.020,60 Ευρώ (1.465,20 + 555,40) και για το μήνα Φεβρουάριο 2004 έλαβε 2.036,20 (1.465,20 + 571).
Από το παραπάνω συνολικό ποσό τα 9.870,53 Ευρώ αντιστοιχούν στις κύριες αποδοχές του (8 μήνες Χ 1.128,06 Ευρώ + 846,04 για το μήνα Μάιο 2003) και τα υπόλοιπα 7.605,70 Ευρώ στη συμπληρωματική αμοιβή του για ιδιόρρυθμη υπερωριακή και παράνομη υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα (17.476,23 - 9.870,53). Επομένως η εναγόμενη του οφείλει υπόλοιπο συμπληρωματικής αμοιβής για το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 107,54 Ευρώ (7.713,24 - 7.605,70).
β) για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2004 μέχρι Αύγουστο 2004 στα 7,08 Ευρώ (μισθός 1.180,48 Ευρώ Χ 0,006) ήτοι επί 6 μήνες Χ 4 εβδομάδες, ήτοι 24 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 300 ώρες πέραν του συμβατικού του ωραρίου (6 μήνες Χ 25 ημέρες = 150 ημέρες Χ 2 ώρες = 300 ώρες) από τις οποίες οι 12 ώρες μηνιαίως αφορούσαν ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (3 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες το μήνα) και επομένως 72 ώρες συνολικά (6 μήνες Χ 12) για τις οποίες δικαιούται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής (7,08 Χ 50% = 3,54 + 7,08 = 10,62 Ευρώ Χ 72) = 764,64 Ευρώ.
Για τις υπόλοιπες 228 ώρες (300 - 72) δικαιούται (7,08 Χ 150% = 10,62 + 7,08 = 17,70 Ευρώ Χ 228 ώρες) = 4.035,60 Ευρώ. Ήτοι για το διάστημα αυτό δικαιούται συνολικά για εργασία πέραν του συμβατικού του ωραρίου (764,64 + 4.035) = 4.800,24 Ευρώ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα και εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 εργάστηκε και επί 3 Σάββατα κατά μέσο όρο, το μήνα, ήτοι συνολικά επί 18 Σάββατα, (3X6 μήνες) επί 8ωρο, για τα οποία δικαιούται συμπληρωματική αμοιβή 1.019,52 Ευρώ (18 Χ 56,64 ημερομίσθιο).
Επίσης κατά το διάστημα αυτό λόγω της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων του εργοστασίου της εναγομένης ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, χρειάστηκε ο ενάγων να απασχοληθεί και μια (1) Κυριακή κατά μέσο όρο το μήνα, ήτοι συνολικά επί 6 Κυριακές, επί 8ωρο, για τις οποίες δικαιούται συμπληρωματική αμοιβή 6 ημερομισθίων προσαυξημένων κατά 75%, (56,64 Χ 75% = 42,80 + 56,64 = 99,44) ήτοι 596,64 Ευρώ (6 Χ 99,44).
Επομένως συνολικά δικαιούται για το διάστημα από Μάρτιο 2004 μέχρι Αύγουστο ?004 το ποσό των (4.035,24 + 1.019,52 + 596,64)) = 5.651,40 Ευρώ. Όπως συνομολογείται και από τα δύο διάδικα μέρη ο ενάγων έλαβε συνολικά κύριες και πρόσθετες αποδοχές κατά τους παραπάνω μήνες, από την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 11.931,19 Ευρώ {ήτοι για το μήνα Μάρτιο 2004 έλαβε 2.183,13 Ευρώ (1.531,13 + 652), για τον Απρίλιο 2004 έλαβε 2.199,13 Ευρώ (1.531,13 + 668), για το Μάιο 2004 έλαβε 2.387,42 (1.531,13 +856,29), για τον Ιούνιο 2004 έλαβε 2.574,63 Ευρώ (1.641,13 + 823,50 + 110), για τον Ιούλιο 2004 έλαβε 2.524,63 Ευρώ (1.641,13 + 883,60) και για τον Αύγουστο 2004 έλαβε 2.245,38 Ευρώ (1.469,88 + 775,50).
Από το παραπάνω συνολικό ποσό τα 11.931,19 Ευρώ αντιστοιχούν στις κύριες αποδοχές του 7.082,88 Ευρώ (6 μήνες Χ 1.180,48 Ευρώ) και τα υπόλοιπα 4.848,31 Ευρώ στη συμπληρωματική αμοιβή του για ιδιόρρυθμη υπερωριακή και παράνομη υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές (11.931,19 - 7.082,88). Επομένως η εναγόμενη του οφείλει υπόλοιπο συμπληρωματικής αμοιβής για το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 803,09 Ευρώ (5.651,40 - 4.848,31).
γ) Για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2004 μέχρι και Μάιο 2005 στα 7,26 Ευρώ (μισθός 1.209,99 Ευρώ Χ 0,006) ήτοι επί 9 μήνες Χ 4 εβδομάδες, ήτοι 36 εβδομάδες πραγματοποίησε συνολικά ώρες 450 πέραν του συμβατικού του ωραρίου (9 μήνες Χ 25 ημέρες = 225 ημέρες Χ 2 ώρες = 450 ώρες) από τις οποίες οι 12 ώρες μηνιαίως αφορούσαν ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (3 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες το μήνα) και επομένως 108 ώρες συνολικά (9 μήνες Χ 12) για τις οποίες δικαιούται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής (7,26 Χ 50% = 3,63 + 7,26 = 10,89 Ευρώ Χ 108) = 1.176,12 Ευρώ.
Για τις υπόλοιπες 342 ώρες (450 - 108) δικαιούται (7,26 Χ 150% = 10,89 + 7,26 = 18,15 Ευρώ Χ 342 ώρες) = 6.207,30 Ευρώ. Ήτοι για το διάστημα αυτό δικαιούται συνολικά για εργασία πέραν του συμβατικού του ωραρίου (1.176,12 + 6.207,30) = 7.383,42 Ευρώ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα εργάστηκε και επί 2 Σάββατα κατά μέσο όρο, το μήνα, ήτοι συνολικά επί 18 Σάββατα, επί 8ωρο, για τα οποία δικαιούται συμπληρωματική αμοιβή 1.045,44 Ευρώ (18 Χ 58,08 ημερομίσθιο).
Επομένως, συνολικά δικαιούται για το διάστημα από Σεπτέμβριο 2004 έως Μάιο 2005, το ποσό των (7.383,42 + 1.045,44) = 8.428,86 Ευρώ. Όπως συνομολογείται και από τα δύο διάδικα μέρη ο ενάγων έλαβε συνολικά κύριες και πρόσθετες αποδοχές κατά τους παραπάνω μήνες, από την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 11.931,19 Ευρώ {ήτοι για το μήνα Σεπτέμβριο 2004 έλαβε 1.728,25 Ευρώ (1.561,75 + 166,50), για τον Οκτώβριο 2004 έλαβε 1.872,25 Ευρώ (1.561,75 +310,50), για το Νοέμβριο 2004 έλαβε 1.996,31 (1.492,81 + 447,50 + 56), για τον Δεκέμβριο 2004 έλαβε 2.120,93 Ευρώ (1.673,75 + 447,18), για τον Ιανουάριο 2005 έλαβε 2.783,25 Ευρώ (1.730,75 + 883,50 + 169) και για τον Φεβρουάριο 2005 έλαβε 2.296,75 Ευρώ (1.688,75 + 481 + 127), για το Μάρτιο 2005 έλαβε 2.175,75 (1.673,75 + 390 + 112), για τον Απρίλιο 2005 έλαβε 2.027,75 (1.675,75 + 268 + 84) και για το Μάιο 2005 έλαβε 1.790,75 (1.561,75 + 229)}.
Από το παραπάνω συνολικό ποσό των 18.791,99 Ευρώ αντιστοιχούν στις κύριες αποδοχές του 10.899,91 Ευρώ (9 μήνες Χ 1.209,99 Ευρώ) και τα υπόλοιπα 7.892,08 Ευρώ στη συμπληρωματική αμοιβή του για ιδιόρρυθμη υπερωριακή και παράνομη υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα (18.791,99 -7.892,08). Επομένως η εναγόμενη του οφείλει υπόλοιπο συμπληρωματικής αμοιβής για το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 536,78 Ευρώ (8.428,86 -7.892,08).
δ) Για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2005 μέχρι και Σεπτέμβριο 2005 στα 7,44 Ευρώ (μισθός 1.240,24 Ευρώ Χ 0,006) ήτοι επί 4 μήνες Χ 4 εβδομάδες, ήτοι 16 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά ώρες πέραν του συμβατικού του ωραρίου (4 μήνες Χ 25 ημέρες = 100 ημέρες Χ 2 ώρες = 200 ώρες) από τις οποίες οι 12 ώρες μηνιαίως αφορούσαν ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (3 ώρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες το μήνα) και επομένως 48 ώρες συνολικά (4 μήνες Χ 12) για τις οποίες δικαιούται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής (7,44 Χ 50% = 3,72 + 7,44 = 11,16 Ευρώ Χ 48) = 535,68 Ευρώ.
Για τις υπόλοιπες 152 ώρες (200 - 48) δικαιούται (7,44 Χ 150% = 11,16 + 7,44 = 18,60 Ευρώ Χ 52 ώρες) = 2.827,20 Ευρώ. Ήτοι για το διάστημα αυτό δικαιούται συνολικά για εργασία πέραν του συμβατικού του ωραρίου (535,68 + 2.827,20) = 3.362,88 Ευρώ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα εργάστηκε και επί 2 Σάββατα κατά μέσο όρο, το μήνα, ήτοι συνολικά επί 8 Σάββατα, επί δώρο, για τα οποία δικαιούται συμπληρωματική αμοιβή 476,16 Ευρώ (8 Χ 59,52 ημερομίσθιο).
Επομένως συνολικά δικαιούται για το διάστημα από Σεπτέμβριο 2004 έως Μάιο 2005, το ποσό των (3.362,88 + 476,16) = 3.839,04 Ευρώ. Όπως συνομολογείται και από τα δύο διάδικα μέρη ο ενάγων έλαβε συνολικά κύριες και πρόσθετες αποδοχές κατά τους παραπάνω μήνες, από την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 8.317,66 Ευρώ {ήτοι για το μήνα Ιούνιο 2005 έλαβε 1.857,90 Ευρώ (1.628,90 + 229), για τον Ιούλιο 2005 έλαβε 1.914,80 Ευρώ (1.628,90 +285,90), για τον Αύγουστο 2005 έλαβε 1.628,90 και για το Σεπτέμβριο 2005 έλαβε 2.916,06 Ευρώ (2.801,70 + 114,36).
Από το παραπάνω συνολικό ποσό των 8.317,66 Ευρώ αντιστοιχούν στις κύριες αποδοχές του 4.960,96 Ευρώ (4 μήνες Χ 1.240,24 Ευρώ) και τα υπόλοιπα 3.356,70 Ευρώ στη συμπληρωματική αμοιβή του για ιδιόρρυθμη υπερωριακή και παράνομη υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα (8.317,66 - 4.960,96). Επομένως η εναγόμενη του οφείλει υπόλοιπο συμπληρωματικής αμοιβής για το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 482,34 Ευρώ (3.839,04 -3.356,70).
Επομένως η. εναγόμενη οφείλει συνολικά στον ενάγοντα για πρόσθετη αμοιβή του για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 1.929,75 Ευρώ (107,54 + 803,09 + 536,78 + 482,34). Δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού ότι ο ενάγων εργάστηκε επί πλέον Κυριακές από τις ως άνω, στο εργοστάσιο της εναγομένης, αφού πρωτίστως δεν αποδείχθηκε ότι το εργοστάσιο αυτό ήταν αναγκαίο να λειτουργεί και λειτουργούσε όντως κατά τις Κυριακές, πέραν του ως άνω χρονικού διαστήματος που απαιτούσε την αυξημένη λειτουργία λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, δεδομένου ότι ο μαρτυράς του ενάγοντος Χ.
Δ. Π., βεβαιώνει μεν ότι αυτός εργαζόταν όλα τα Σαββατοκύριακα και 2-3 Κυριακές το μήνα, χωρίς όμως περαιτέρω να εξηγεί τι συγκεκριμένα εργασίες γίνονταν τις ημέρες αυτές, ανεξάρτητα του ότι η συνεχής και αδιάκοπη επικαλούμενη, από τον ενάγοντα εργασία δεν αντέχει και στα διδάγματα της κοινής πείρας. Οι προσκομιζόμενες από αυτόν χειρόγραφες απλές καρτέλες όπου σημειώνονται οι ημέρες και ώρες εργασίας του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν αποδεικνύουν με ασφάλεια τους ισχυρισμούς του, αφού τις καρτέλες αυτές τις έγραψε ο ίδιος σε απροσδιόριστο χρόνο και με βάση τις δικές του απαιτήσεις.
Επίσης δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο μισθός του είχε συμφωνηθεί στα ποσά που αναφέρονται ειδικά στην αγωγή του, που ήταν υπέρτερα του νομίμου που προβλεπόταν με βάση την οικεία ΣΣΕ, δεδομένου ότι δεν αντέχει στην κοινή λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας η προοδευτική αύξηση του μισθού αυτού, σε διάστημα λίγων μόλις μηνών κάθε φορά, χωρίς κάποια ιδιαίτερη ή πρόσθετη απασχόληση και μάλιστα κατά τα ποσά που αναγράφονται στην αγωγή, τα οποία κυμαίνονται από 30 έως 60 Ευρώ, ήτοι από 1-10-2003 έως 1-3-2004 στο ποσό των 1.465 Ευρώ, από 1-3-2004 έως 1-9-2004 στο ποσό των 1.531 Ευρώ, από 1-9-2004 έως 1-6-2005 στο ποσό των 1.561,75 Ευρώ και από 1-6-2005 μέχρι 23-9-2005 στο ποσό των 1.628,9 Ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι α) ο ενάγων κατά την απόλυση του εισέπραξε την αιτούμενη με την αγωγή του αποζημίωση απόλυσης ύψους 3.800,77 Ευρώ, χωρίς καμία επιφύλαξη (βλ. από 30-9-2005 προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως και μη αμφισβητούμενη, βεβαίωση αποζημίωσης) και β) δεν του οφείλεται συμπληρωματική αμοιβή για εργασία του επί 14 ημέρες κατά το διάστημα της αδείας του, όπως αβάσιμα επικαλείται ο ίδιος, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει για ποιο συγκεκριμένο έτος αναφέρεται, δεδομένου ότι και ο ως άνω μαρτυράς του βεβαιώνει επί λέξει: "...
Απ' ό,τι ξέρω τις έπαιρνε τις άδειες του..." και πρέπει επομένως τα κονδύλια αυτά της αγωγής του να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα". Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές, η πιο πάνω απόφαση έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της. η διαφορετική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, και η διαφορετική επίσης προσέγγιση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν αποτελεί, πρόδηλα και βάση για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ούτε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπήρξε, εφ' όσον η επίκλησή της έγινε για την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων. Στην παραβίαση της ουσιαστικής αλήθειας, άλλωστε, αξιολογεί την παραβίαση του και ο αναιρεσείων. Μετά απ' αυτά, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης ο οποίος πλήττει την παραπάνω απόφαση, για τις από τος άρθρο 559 αρ. 1 εδ.2 και 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959 θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτών, με την οποία οι αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση (βασική αντιμισθία και προσαύξηση) θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προκειμένου για αμοιβή για υπερεργασία δεν αποκλείεται ο συμβατικός καταλογισμός του υπέρτερου καταβαλλόμενου μισθού. Επίσης, είναι έγκυρη η συμφωνία ότι η αξίωση του μισθωτού για την απασχόλησή του εκτός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα, ως εκτός ημέρας υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας συμψηφίζεται με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές.
Συνεπώς, μόνο για την υπερωριακή απασχόληση απαγορεύεται ο συμβατικός καταλογισμός των αποδοχών στην αμοιβή για την απασχόληση αυτή. (ΑΠ 645/2010, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 1129/2007, ΑΠ 805/2006). Περαιτέρω, από 1.4.2001, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως, ίσχυε μέχρι 30.9.2004, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005), η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται, ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρ. 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέρα των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέρα των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο (ΑΠ 429/2010). Εδώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, συμψήφισε την υπερωριακή αμοιβή (παράνομη και ιδιόρρυθμη) στον καταβληθέντα πρόσθετο και πέραν του νομίμου μηνιαίο μισθό. Τούτο όμως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν δεν ήταν σύννομο. Δηλαδή, παραβιάστηκε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέον πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναφερθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρ. 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 6361/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ