1915/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, κατά μεν το άρθρο 568 παρ. 4 εδ. α΄ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα...", κατά δε το άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι".
Legislator headnote
AI generated1915/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, παρά το ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρούσες αμφότερες οι διάδικοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1915 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1915/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2084/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5077/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 568 παρ. 4 εδ. α΄ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα...", κατά δε το άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι".
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 15-4-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5077/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε.
Όπως προκύπτει από την επισημειωματική πράξη αρμόδιου δικαστικού επιμελητή επί επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο η αναιρεσίβλητη, την προκειμένη συζήτηση επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως επιμελήθηκε η αναιρεσείουσα δια του δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρου Κρυσταλλίδη, ο οποίος έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος αυτής (αναιρεσείουσας) την κάτω από το πιο πάνω αντίγραφο κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, κατά παραγγελία του οποίου ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής στις 23 Ιουνίου 2006 επέδωσε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεις και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, παρά το ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρούσες αμφότερες οι διάδικοι.
2. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από 14-9-1990 από την αναιρεσίβλητη εταιρεία ("ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.") και παρείχε από τότε, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, τις υπηρεσίες της ως ιπτάμενη συνοδός σε αεροσκάφη μεταφοράς επιβατών.
Αυτή (αναιρεσείουσα) αμειβόταν ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης με βάση τα όσα ορίζονταν από τις διατάξεις του προηγούμενου κανονισμού προσωπικού της που είχε κυρωθεί με το Β.Δ. 704/1964, όπως τροποποιήθηκε με το Β.Δ. 744/1970, και στη συνέχεια με όσα ορίζονταν από το νέο κανονισμό προσωπικού της που κυρώθηκε με το ν. 2602/1998, καθώς και με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφονταν μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της αντιπροσωπευτικής εργασιακής ενώσεως, μέλος της οποίας ήταν αυτή δηλαδή της Ενώσεως Ιπτάμενων Συνοδών-Φροντιστών.
Η αναιρεσείουσα έχει αποκτήσει μια θυγατέρα από τις σχέσεις της με το .........., η οποία γεννήθηκε στο ......... της κομητείας Κουκ της πολιτείας του Ιλλινόϊς των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Για την ανήλικη θυγατέρα της η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι πληρώνει εισφορές χωρίς να προκύπτει ότι την έχει ασφαλίσει στο ΙΚΑ στο όνομά της.
Η αναιρεσείουσα απέκτησε τη θυγατέρα της αυτήν όσο εργαζόταν ως υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη και ήταν γνωστό στις αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού της τελευταίας η οικογενειακή κατάσταση της εν λόγω υπαλλήλου της. Δεν κατέβαλε η αναιρεσίβλητη το επίδομα τέκνου στην αναιρεσείουσα επικαλούμενη τις ρυθμίσεις του ν. 1414/84 και εκείνες του ν. 2470/97 καθώς και τις από 6-3-90 και από 24-7-97 εγκυκλίους, που είχαν εκδοθεί με βάση τις άνω διατάξεις και τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας από τον τομέα προσωπικού της Διευθύνσεως Διοικητικών Υπηρεσιών της Ο.Α., με τις οποίες γνωστοποιούνταν στο προσωπικό της οι προϋποθέσεις για τη λήψη του επίδικου επιδόματος.
Δεν είχε αποδεχτεί η αναιρεσείουσα ως όρο της συμβάσεως εργασίας της το περιεχόμενο των άνω εγκυκλίων που δεν είχαν ούτε κανονιστική ισχύ. Δέχτηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι ήταν (ανίσχυρες οι διατάξεις των νόμων που προαναφέρθηκαν ως αντισυνταγματικές για την υπό προϋποθέσεις και μετά από δήλωση ότι επιλέγουν σε ποιον από τους δύο γονείς θα καταβάλλεται αυτό το οικογενειακό επίδομα ή ότι δεν λαμβάνει ο ένας το επίδομα τέκνου ή το διέκοψε για να το λάβει πλέον ο έτερος των γονέων σε περίπτωση απασχολήσεως αμφοτέρων ή ότι δεν εργαζόταν ούτε συνταξιοδοτούνταν ο άλλος γονέας ή ότι έχει μόνον αυτή την επιμέλεια του τέκνου αν δεν υπήρχε ή λύθηκε ο γάμος τους.
Δέχτηκε δε ακολούθως το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα δικαιούνταν από τη γέννηση της άνω θυγατέρας της να λαμβάνει το πιο πάνω επίδομα ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε συμμορφωθεί αυτή με τις διατυπώσεις που όριζε η αναιρεσίβλητη εταιρία για τη χορήγησή του και το ποσό του οποίου ήταν ίσο με ποσοστό 5% επί του αθροίσματος του εκάστοτε βασικού μισθού ιπτάμενων συνοδών και του χρονοεπιδόματος.
Δέχτηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα όλο το διάστημα από τότε που προσκόμισε στην αναιρεσίβλητη τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του τέκνου της μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή του επιδόματος τέκνου σ' αυτήν. Από την αναιρεσίβλητη χορηγούνταν κάθε μήνα στους μισθωτούς της επιχειρήσεώς της και στην αναιρεσείουσα εκκαθαριστικά σημειώματα με ανάλυση των αποδοχών που τους καταβάλλονταν και τις κρατήσεις που γίνονταν.
Στα εκκαθαριστικά αυτά σημειώματα αποδοχών των μισθωτών της υπήρχε έγγραφη σημείωση με την οποία ειδοποιούσε η εταιρία τους μισθωτούς της όπως μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη αυτών να γνωρίσουν εγγράφως στην εταιρία αν είχαν διαφωνίες με την εκκαθάριση των αποδοχών του κάθε μήνα, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρούσε (η αναιρεσίβλητη) ότι οι υπάλληλοί της συμφωνούσαν με την αναφερόμενη εκκαθάριση.
Η παράλειψη της αναιρεσείουσας να αμφισβητήσει για διάστημα πλέον των δέκα ετών τα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα που της χορηγούσε η εταιρία για την εκκαθάριση των αποδοχών της παρά το ότι είχαν αρχίσει μερικές άλλες εργαζόμενες και στην αναιρεσίβλητη μητέρες με ανήλικα ή σπουδάζοντα τέκνα να διαμαρτύρονται και να αξιώνουν την καταβολή και σ' αυτές του άνω οικογενειακού επιδόματος ανεξάρτητα από το αν εργάζονταν ή το λάμβαναν και οι σύζυγοι αυτών και χωρίς τη συνδρομή των τιθέμενων από τους νόμους 1414/84 και 2470/97 προϋποθέσεων, είναι δηλωτική της αδρανείας της αναιρεσείουσας για την άσκηση δικαιωμάτων της από τη σύμβαση εργασίας της για διάστημα μεγαλύτερο από το απαιτούμενο να παρέλθει άπρακτο για την παραγραφή της αξιώσεώς της για το άνω επίδομα τέκνου που αναγόταν έως το τέλος του έτους 1995.
Η ανοχή της αναιρεσείουσας να της καταβάλλονται μειωμένες κατά το ποσό που αντιστοιχούσε στο επίδομα τέκνου αποδοχές και η χωρίς διαμαρτυρία εντός διμήνου ή επιφύλαξη υπογραφή των εξοφλητικών αποδείξεων και η παραλαβή των μηνιαίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων συνεχίστηκε και για αρκετό ακόμη διάστημα και επέτρεπε στην αναιρεσίβλητη να συμπεράνει ότι οι σχέσεις της με την αναιρεσείουσα όσον αφορά τις προς εκείνη μισθολογικές παροχές ως υπάλληλό της είχαν οριστικά ρυθμιστεί.
Υπήρχαν και άλλες εργαζόμενες μητέρες στην αναιρεσίβλητη που δικαιούνταν το επίδομα τεκνών και δεν τους το πλήρωνε η εταιρία χωρίς τις διατυπώσεις και προϋποθέσεις που όριζαν οι άνω αντισυνταγματικές και ανίσχυρες διατάξεις του ν. 1414/84 και του ν. 2470/97 και ζητούσε η αναιρεσίβλητη με τις εγκυκλίους να τηρήσουν οι δικαιούμενοι υπάλληλοι γονείς για να τους το χορηγήσει παρ' ότι έπρεπε να το λαμβάνουν στο ακέραιο.
Η συνολική επιβάρυνση της αναιρεσίβλητης από τη χορήγηση του επιδόματος τέκνων σε όλους τους υπαλλήλους της που το δικαιούνταν χωρίς να το λαμβάνουν αντιπροσωπεύει ποσό από δραχμές τουλάχιστον 10.000 ανά υπάλληλο μηνιαίως και με υπολογισμό τους στο 1/3 και πλέον του συνόλου του προσωπικού της εταιρίας που έχουν ασκήσει ήδη και ασκούν πλέον αγωγές για όμοιες με αυτήν της αναιρεσείουσας αξιώσεις των ετών για τα οποία δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή θα φθάσει σε ποσό άνω των 5.000.000.000 δραχμών που αποτελεί σημαντική οφειλή για την εταιρία.
Αυτή η επιβάρυνση της αναιρεσίβλητης θα έχει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις ανεξάρτητα από την ήδη υφιστάμενη δυσμενή οικονομική της κατάσταση και τη διαδικασία εξυγιάνσεώς της που μετά τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998 ακολουθείται. Δεν είναι πλέον ευχερής η δια κρατικών ενισχύσεων αντιμετώπιση των χρεών της Ολυμπιακής Αεροπορίας ως ανώνυμης εταιρίας αεροπορικών μεταφορών υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού.
Σε περίπτωση ικανοποιήσεως αναδρομικώς αυτής της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας και όλων των δικαιούχων του επιδόματος τέκνων η δημιουργηθείσα και παγιωθείσα κατάσταση ως προς την έλλειψη οποιουδήποτε δικαιώματος της αναιρεσείουσας και των άλλων γονέων συναδέλφων της σε σχέση με τις επίδικες αξιώσεις ανατρέπεται και κλονίζεται η οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης από απρόβλεπτες υψηλές οφειλές που θέτουν σε κίνδυνο την εξακολούθηση του έργου της, αφού θα πρέπει να επιβαρυνθεί περαιτέρω η εταιρία για την ανεύρεση πόρων προς τακτοποίηση των άνω αξιώσεων των εργαζομένων, με συνέπεια να είναι αμφίβολο αν θα μπορεί να εξακολουθήσει τη λειτουργία της με την επισώρευση χρεών.
Υπό τις άνω συνθήκες και περιστάσεις η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να αξιώσει αναδρομικώς για το διάστημα από τη γέννηση της θυγατέρας της μέχρι την άσκηση της αγωγής το επίδομα τεκνού είναι καταχρηστική. Αυτή (αναιρεσείουσα) με τη συμπεριφορά της να ανέχεται επί πέντε και πλέον έτη να καταβάλλεται το άνω επίδομα στον πατέρα του παιδιού της αυτό το επίδομα, χωρίς να διαμαρτύρεται η ίδια για την ανά μήνα καταβολή μικρότερων αποδοχών σ' αυτή δημιούργησε εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη εργοδότριά της ότι δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της αυτό.
Συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις εξαιτίας των οποίων η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής της αναιρεσείουσας, σε περίπτωση τελεσίδικης επιδικάσεώς της, θα συνεπαγόταν και την ικανοποίηση όμοιων αξιώσεων και μεγάλου αριθμού άλλων υπαλλήλων της εταιρίας, που δικαιούνταν το επίδομα αυτό, έτσι ώστε να επιφέρει δυσβάστακτες συνέπειες για την αναιρεσίβλητη.
Αντικειμενικώς ήταν υπέρμετρη η επιβάρυνση της αναιρεσίβλητης από την καταβολή του ποσού αυτού του επιδόματος σε όλους τους δικαιούχους υπαλλήλους κατόπιν αγωγής τους αναδρομικώς για τα έτη που δεν έχει παραγραφεί η σχετική αξίωσή τους, που ανατρέπει τα μισθολογικά δεδομένα και τα ποσά που είχαν προβλεφθεί ότι θα διατίθενται για μισθοδοσία του προσωπικού για τόσο μεγάλο διάστημα.
Ούτε από την καλή πίστη, αλλ' ούτε και από τον οικονομικό σκοπό τους δικαιώματος είναι ανεκτή η άσκηση της άνω αξιώσεως της αναιρεσείουσας, που συνεπάγεται τα προαναφερόμενα δυσμενή αποτελέσματα για την αναιρεσίβλητη για το διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση των διατυπώσεων εγέρσεως της ένδικης αγωγής. Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης για το ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την ένδικη αγωγή της άσκησης του δικαιώματος αυτής για καταβολή επιδόματος τέκνου για το μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής χρονικό διάστημα ήταν ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, με τον οποίο λόγο αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της εν λόγω ενστάσεως της αντιδίκου της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας που προηγήθηκε κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσίβλητη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μάλιστα, η μη διατύπωση έγγραφων αντιρρήσεων εντός διμήνου εκάστοτε εκ μέρους της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών της πράγματι μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωσή της, πολλώ μάλλον εφόσον η τελευταία μπορούσε πάντοτε, συμβουλευόμενη δικηγόρο, να επιδιώξει δικαστικώς την επιδίκαση του ήδη διεκδικούμενοι εν λόγω επιδόματος.
Ενώ και η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την ευδοκίμηση των λοιπών παρόμοιων αγωγών που έχουν ήδη ασκηθεί ή μέλλει να ασκηθούν θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης και να προκληθεί σ' αυτήν, ενόψει της πολύ κακής οικονομικής της καταστάσεως, πολύ μεγάλη ζημία και ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεώς της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της.
Επομένως ο δεύτερος και υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ 2Α λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον ίδιο (δεύτερο και υπό τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η με την ένδικη αγωγή άσκηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του ως άνω δικαιώματός της ήταν καταχρηστική υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ.
β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία αφενός η τελευταία δεν μπορούσε "να έχει πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα των δικαιωμάτων της, ώστε να ασκήσει άμεσα κάθε νόμιμη αξίωσή της για τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος" και αφετέρου "η παροχή των επιδομάτων στους εργαζομένους δεν μπορεί να εξαρτάται από την υγιή ή όχι κατάσταση της επιχείρησης στην οποία εργάζονται, αφού τα επιδόματα....αποτελούν μέρος του μισθού, και δεν μπορεί να γίνεται διάκριση σε ποιους θα δίδονται και σε ποιους όχι, με βάση την κατάσταση της κάθε επιχείρησης" και εκ τρίτου το Εφετείο "όφειλε να ερμηνεύσει τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος χορήγησης οικογενειακού επιδόματος ως μια ευμενέστερη μισθολογική μεταχείριση των έγγαμων υπαλλήλων, για την αντιμετώπιση των πρόσθετων οικογενειακών βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας.....".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος γιατί οι προαναφερόμενοι ορισμοί δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία να αφορούν την ερμηνεία της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί με αυτόν, υπό το πρόσχημα παραβιάσεως φερόμενων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας και υπό την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β΄ του ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε. 3. Επειδή με το δεύτερο και υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ 2 λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε (ενόψει και της υπ' αριθ. 3/2001 αποφάσεως του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος), όπως εκτιμάται, τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 1505/1984, με την οποία και υπό τις σ' αυτήν οριζόμενες προϋποθέσεις προβλέπεται η καταβολή στους έγγαμους υπαλλήλους επιδόματος οικογενειακών βαρών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται το ένδικο επίδομα τέκνου κατ' εφαρμογή της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, ενώ στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούνταν μεν κατ' αρχήν το εν λόγω επίδομα, πλην όμως η αναζήτησή του με την ένδικη αγωγή κατά κατάχρηση του δικαιώματος αυτού έγινε, κατά τα ειδικότερα στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα.
4.-Επειδή το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτήν προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.
Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο.
Εξάλλου, από τη δικονομικού δικαίου, ως εκ της φύσεώς της, διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η παροχή εξαρτάται από αντιπαροχή, όπως στη σύμβαση εργασίας, δεν επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία, έστω και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, εκτός αν ήδη είναι απαιτητό το δικαίωμα.
Μόνο όταν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι ο οφειλέτης θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής στο μέλλον, όταν δεν καταστεί απαιτητή η αξίωση μετά τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέπεται να ζητηθεί προληπτική δικαστική προστασία, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο στ΄ της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 69 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ένδικη αγωγή της και να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται και να της επιδικαστεί κατά μήνα το χρηματικό ποσό που αναφέρει ως επίδομα τέκνου στο μέλλον, για το από την επίδοση της εν λόγω αγωγής και εφεξής χρονικό διάστημα ως ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως μη νόμιμο, ως προώρως ασκηθέν, δηλαδή, όπως εκτιμάται, ως απαράδεκτο λόγω πρόωρης ασκήσεώς του το αμέσως πιο πάνω αγωγικό αίτημα και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αναγνωρίσεως και επιδικάσεως κατόπιν αγωγής η ένδικη παροχή, που εξαρτάται από την αντιπαροχή στο μέλλον των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας ως εργαζομένης στην αναιρεσίβλητη, ενόψει του ότι δεν επικαλέστηκε η πρώτη με την ένδικη αγωγή της τη συνδρομή των όρων της περιπτώσεως στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ΚΠολΔ.
Πράγματι, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε με την ένδικη αγωγή της τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εφαρμογή της αμέσως πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠολΔ, το Εφετείο δεν μπορούσε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τη διάταξη αυτήν, εφόσον έτσι θα παραβίαζε τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές των άρθρων 106 και 108 του ίδιου Κώδικα.
Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει όπως αμέσως πιο πάνω αναφέρεται δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και γι' αυτό τόσο ο δεύτερος και τελευταίος υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ2Β λόγος αναιρέσεως στο σύνολό του όσο και ο πρώτος (υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ 1) λόγος αναιρέσεως κατά το ένα από τα μέρη του, από τον αριθμό 14, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι κρίνονται ενιαίως και με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω δεύτερος υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ2 Β λόγος αναιρέσεως ως τέτοιος από τον αριθμό 1 εδ. α΄ και β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, ειδικότερα, προβάλλεται ότι με την αμέσως πιο πάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε, αντιστοίχως, ευθώς το άρθρο 69 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ίδιου Κώδικα, καθώς και αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αφορούν την ερμηνεία της τελευταίας διατάξεως, καθώς και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στη διάταξη αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος στο σύνολό του, γιατί ο από την όλη ως άνω διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν παραβιάζεται ευθέως ουσιαστική και όχι δικονομική διάταξη, όπως προδήλως είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ.
στ΄ του ΚΠολΔ. 5.- Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο, γιατί αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α΄ ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 2084/2002 οριστική απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως της αναιρεσίβλητης.
Όπως ήδη αναφέρθηκε σε προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, το Εφετείο, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασήτου αφενός ότι η σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης για το ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την ένδικη αγωγή της άσκηση του δικαιώματος αυτής για καταβολή επιδόματος τέκνου για το μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής χρονικό διάστημα ήταν ουσιαστικά βάσιμη και αφετέρου ότι το περαιτέρω περιεχόμενο στην ίδια αγωγή αίτημα για επιδίκαση του εκεί αναφερόμενου χρηματικού ποσού για επίδομα τέκνου για το στο μέλλον και ειδικότερα για το από την επίδοση της εν λόγω αγωγής και εφεξής χρονικό διάστημα ήταν μη νόμιμο ως προώρως ασκηθέν.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια απέρριψε και την ίδια την έφεση αυτήν κατ' ουσίαν. Πράττοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί επιτρεπτώς έκρινε επί των ως άνω αγωγικών αιτημάτων, αφού η όλη υπόθεση είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό εξ ολοκλήρου με την έφεση της αναιρεσείουσας, καθώς και με την επαναφερθείσα με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ως άνω ένστασή της για κατάχρηση δικαιώματος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι με το να κριθεί ως απορριπτέο ως μη νόμιμο (ως προώρως ασκηθέν) το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση επιδόματος τέκνου για το στο μέλλον (από την επίδοση της ένδικης αγωγής και εφεξής) χρονικό διάστημα δεν εκδόθηκε επιβλαβέστερη απόφαση για την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφού με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και το εν λόγω (τελευταίο) αγωγικό αίτημα είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο κατόπιν παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της ανωτέρω ενστάσεως της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος.
Επομένως ο πρώτος (υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ 1) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί γιατί, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, το Εφετείο που την εξέδωσε έκρινε και αυτό ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος και περαιτέρω έκρινε ως απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο (ως προώρως ασκηθέν) το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση του ως άνω επιδόματος τέκνου για το από την επίδοση της ένδικης αγωγής και εφεξής μέχρι τις 14-5-2002 (χρονολογία συζητήσεως της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), εκδίδοντας έτσι, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, απόφαση επιβλαβέστερη, κατά περαιτέρω παραβίαση του άρθρου 536 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για την αναιρεσείουσα, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 8 περ. α΄ του άρθρου 559 το ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5077/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ