Supreme Court dismisses appeal on contradictory grounds regarding property acquisition by prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the wife's appeal against the First Instance Court's decision denying her ownership of a staircase and balcony via adverse possession. The court found the lower court's reasoning was not contradictory because the defendant's use of the structure was deemed intentional exercise of ownership rights, which cannot lead to acquisition of title. Consequently, the appeal was dismissed as the alleged legal inconsistency did not exist.
Legislator headnote
AI generatedArticles 953, 954, 993, 1041, 1045 of the Civil Code: Use of property parts by another party does not constitute acquisition of ownership by prescription if such use is intentional exercise of ownership rights by the user.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1915 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1915/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 συζύγου Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Ζάχου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-4-1997 και 15-11-1998 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1956/00 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/02 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2002 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1036/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 700/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο(ΑΠ 79/1998, ΑΠ 137/2004).
Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ΄ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δηλαδή διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εάν το δικαστήριο της παραπομπής, υποπέσει στο ίδιο σφάλμα και δε λάβει και πάλι υπόψη τα ίδια έγγραφα, για τη μη λήψη υπόψη των οποίων είχε αναιρεθεί η προγενέστερη απόφαση, παρότι ο διάδικος τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση, ιδρύεται εκ νέου, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ.
γ΄ του ΚΠολΔ και όχι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ λόγος. Στην περίπτωση αυτή, εάν προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, παρότι ο αναιρεσείων, αποδίδοντας την πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλείται εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος, υπάγοντας αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, ερευνά, κατ' ορθό χαρακτηρισμό, τη σχετική αιτίαση, ως εμπίπτουσα στον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ.
γ΄ του ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ΄ του ΚΠολΔ), ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339,340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ΄ είδος μόνο αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα. Δεν συνιστούν δε ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν (ολΑΠ 8/2005).
Επίσης ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται, κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 του ΚΠολΔ και οι φωτογραφικές αναπαραστάσεις ή άλλες μηχανικές απεικονίσεις και δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι περιλαμβάνει και τις ανωτέρω γνωμοδοτήσεις, καθώς και τις φωτογραφίες που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. . Μόνο αν από τη γενική κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Δεν αποκλείεται μάλιστα να δημιουργείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι λήφθηκε αυτό υπόψη. Προϋπόθεση πάντως για την ίδρυση του λόγου αυτού αποτελεί να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, το πραγματικό γεγονός στην απόδειξη του οποίου, αμέσως ή εμμέσως χρησιμεύει το αποδεικτικό μέσο, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ολΑΠ 42/2002).
Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον δεύτερο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι, ενώ με την 1036/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 103/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιά για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ΄ του ΚΠολΔ, διότι υπήρχαν αμφιβολίες αν έλαβε υπόψη την 7093/1993 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελ. Αλέγρη, που αναφέρεται στη χρησιμοποίηση των επιδίκων τμημάτων ακινήτου και δέκα επτά φωτογραφίες, με κρίσιμες για τις ανάγκες που τα επίδικα τμήματα εξυπηρετούσαν απεικονίσεις, που αυτή είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, εντούτοις το ίδιο Εφετείο, στο οποίο , ως δικαστήριο της παραπομπής, επανήλθε μετά την αναίρεσή της η υπόθεση, δεν έλαβε και πάλι υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, παρότι αυτή νόμιμα τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθό χαρακτηρισμό του, εμπίπτει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα προς στήριξή του περιστατικά, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ. πλημμέλεια και υπό την ορθή αυτή εκτίμησή του είναι ερευνητέος, δεν εμπίπτει δε στη διάταξη που επικαλείται η αναιρεσείουσα, του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη, από την ειδική μνεία ορισμένων από αυτά, καθώς και από το όλο περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την 7093/1993 ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελ.
Αλέγρη ένορκη βεβαίωση του ....., πρώην μισθωτή της ανώγειας οικίας της αναιρεσίβλητης, η οποία άλλωστε και ειδικά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς επίσης και τις δέκα επτά φωτογραφίες που με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, η αναιρεσείουσα.
Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται παρότι στην προσβαλόμενη απόφαση δε γίνεται ειδική μνεία των φωτογραφιών, από την λεπτομερή περιγραφή των όμορων ακινήτων των διαδίκων και την ειδική περιγραφή των επίδικων τμημάτων η οποία περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως, κατά τα ανωτέρω, συμπληρώνεται με το δεύτερο λόγο αυτής.
Εξάλλου με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 (περίπτ. γ¨) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που αυτή είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, τα οποία ήταν χρήσιμα για την απόδειξη των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η απόκτηση κυριότητας στα επίδικα τμήματα ακινήτου : 1) τους τίτλους ιδιοκτησίας της, στους οποίους αναφέρονται τα όρια και τα συστατικά του ακινήτου της και χρησιμεύουν για την απόδειξη του κρίσιμου ζητήματος εάν τα επίδικα τμήματα αποτελούν συστατικά αυτού :
α) το 2202/17-1-1955 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυθήρων Νικολάου Νικηφοράκη, β) το 34294/4-10-1954 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Κανακάρη, γ) το 4764/26-4-1949 συμβόλαιο διανομής κληρονομικής περιουσίας του συμβολαιογράφου Ποταμού Κυθήρων, δ) το 8/20-9-1940 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ιδανικών μεριδίων ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Αριστοβούλου Πανά, ε) το 5368/21-5-1929 συμβόλαιο σύστασης ισοβίου προσόδου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων.
και στ) 5367/21-5-1929 συμβόλαιο σύστασης ισοβίου επικαρπίας του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων, 2) τις, περιεχόμενες στα 14/1993 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, μαρτυρικές καταθέσεις, που δόθηκαν σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής σχετικά με τα επίδικα τμήματα, 3) τεχνικές εκθέσεις σχεδιαγράμματα και άλλα έγγραφα στα οποία περιγράφονται, αποτυπώνονται και αναφέρονται τα επίδικα τμήματα :
α) την από Αυγούστου 1993 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ....., με το συνημμένο σε αυτή σκαρίφημα, το από Νοεμβρίου 1992 τοπογραφικό σχέδιο του τοπογράφου μηχανικού ....., γ) το με αριθ. πρωτ. 831/4-8-1993 έγγραφο της Κοινότητας Ποταμού, δ) το από 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ....., ε) τα τοπογραφικά σκαριφήματα στις άδειες οικοδομής με αριθμούς ....
και .... της Νομαρχίας Πειραιώς, Διεύθυνση Πολεοδομίας, και στ) το με αριθ.πρωτ. 14182/2845/21-6-1993 έγγραφο της Νομαρχίας Πειραιώς, Διεύθυνση Πολεοδομίας, και 4) τα ακόλουθα έγγραφα στα οποία περιγράφεται το ακίνητο της αναιρεσείουσας με τα συστατικά του : α) το 4887/4-4-1988 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγ.
Αλέγρη, β) την από 8-2-2005 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού ....., με το προσαρτημένο σε αυτήν παράρτημα, που περιέχει ιστορική αναδρομή, σκαριφήματα, βιβλιογραφικές αναφορές, φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για μη λήψη υπόψη των συμβολαίων : 1) 4887/1988 της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Αλέγρη - Λιακάτου, 2) 2202/17-1-1955 του συμβολαιογράφου Κυθήρων Νικολάου Νικηφοράκη, 3) 34294/4-10-1954 του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Κανακάρη, 4)4764/2626-4-1949 του συμβολαιογράφου Ποταμών Κυθήρων Σπυρίδωνος Βρετού - Φατσέα, 5) 5368/21-5-1929 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων και 6)5367/21-5-1929 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων, είναι απορριπτέος ως αντιφατικός προς τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης , κατά το μέρος του τελευταίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αφού η παραμόρφωσή τους προϋποθέτει ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσο και από το περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικά μνημονεύεται 4887/1988 συμβόλαιο γονικής παροχής και ειδικά αξιολογείται το περιεχόμενό του, επίσης δε γίνεται και αξιολόγηση του περιεχομένου των υπόλοιπων τίτλων ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας. Επομένως είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα παραπονείται για μη λήψη υπόψη των προαναφερόμενων εγγράφων και μαρτυριών.
Κατά το μέρος, εξάλλου, που με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται για την εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου των προαναφερόμενων εγγράφων, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, απορριπτέος, ως απαράδεκτος.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο τής κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων : 1) του 4887/4-4-1988 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Αλέγρη - Λιακάτου, 2) του 2202/1955 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ποταμών Κυθήρων Νικολάου Νικηφοράκη , 3) του 34294/1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Κανακάρη, 4) του 4764/1949 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ποταμού Κυθήρων, 5) του 5368/1929 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων και 6) του 5367/1929 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για παραμόρφωση των ανωτέρω εγγράφων, είναι απορριπτέος ως αντιφατικός προς το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος που με τον τελευταίο η αναιρεσείουσα προσάπτει αιτιάσεις για μη λήψη υπόψη των ίδιων εγγράφων, αφού δε νοείται παραμόρφωση εγγράφων που δε λήφθηκαν υπόψη.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και αιτιάσεις για παραμόρφωση του περιεχομένου των ακόλουθων εγγράφων : α) της 2399/1980 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Λιακάκου και δ) της .... οικοδομικής άδειας του Νομομηχανικού Αργολιδοκορινθίας, ως προς την περιεχόμενη στα έγγραφα αυτά περιγραφή των ορίων του ακινήτου της αναιρεσίβλητης και των συστατικών αυτού.
Κατά το μέρος αυτό ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα για τα όρια του ακινήτου της αναιρεσίβλητης και για το ότι εντός αυτού περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, ως συστατικά του, από τη συνεκτίμηση των εν λόγω εγγράφων με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του στα έγγραφα αυτά.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο της αποδεικτικής βαρύτητας όλων των φερόμενων σε αυτόν ως παραμορφωθέντων εγγράφων.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Όταν συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τα γεγονότα που στηρίζουν την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντέσταση δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Επίσης ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ο αναιρεσείων διατείνεται ότι από τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη το δικαστήριο δεν συνάγεται το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρ0 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β΄ του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Δεν ιδρύεται, όμως, κατά τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και για την εκτίμηση των αποδείξεων, όταν, δηλαδή, η εφαρμογή τους οδηγεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι τα επίδικα τμήματα χρησιμοποιούνται ως συστατικά του ακινήτου της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από την εκτίμηση των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος, που, όπως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που, κατ' αυτήν, τα διδάγματα αυτά υπαγορεύουν ως προς το κρίσιμο ζήτημα των αναγκών για την εξυπηρέτηση των οποίων χρησιμοποιούνταν τα επίδικα τμήματα.
Τέλος, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το μέρος που με αυτόν, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, αιτιώμενη για κακή από αυτό εκτίμηση των αποδείξεων.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά και τα πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, προσδίδοντας σε αυτό αντιφατικό ή ασαφές περιεχόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι με το να δεχτεί το Εφετείο ότι αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων τμημάτων, διότι δεν ασκούσε νομή με διάνοια κυρίου σε αυτά, στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του και ειδικότερα περιέλαβε σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο αυτό ζήτημα.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτήν, τ' ακόλουθα, κατά τα κρίσιμα σημεία τους, πραγματικά περιστατικά : Η αναιρεσείουσα Χ1 είναι κυρία και νομέας μιας παλαιάς οικοδομής με το οικόπεδό της, συνολικού εμβαδού 173,25 τ.μ, που βρίσκεται εντός του οικισμού της Κοινότητας Ποταμού Κυθήρων και αποτελείται από το ισόγειο, επιφάνειας 86,40 τ.μ. (κατάστημα με βοηθητικούς χώρους) και πρώτο όροφο, επιφάνειας 90 τμ και ακάλυπτη βεράντα επιφάνειας 18,40 τμ, συνορεύει δε βόρεια με ιδιοκτησία Χ2, βορειοδυτικά με ιδιοκτησίας Ψ, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Κοινότητας Ποταμού Κυθήρων και με ιδιοκτησία Χ2, ανατολικά με ιδιοκτησία Κοινότητας Ποταμού Κυθήρων, νότια με επαρχιακή οδό και με ιδιοκτησία Κοινότητας Ποταμού Κυθήρων, δυτικά και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Ψ (αναιρεσίβλητης).
Το ακίνητο αυτό περιήλθε σε αυτήν με τη μεταβίβασή του σε αυτήν από τον πατέρα της V, λόγω γονικής παροχής, με το 4887/4-4-1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Αλέγρη - Λιακάτου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Στον V είχε περιέλθει από αγορά από τους κατονομαζόμενους πωλητές, με το 2533/1961 συμβόλαιο του διευθύνοντος το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας ..... .
Η αναιρεσίβλητη Ψ είναι κυρία και νομέας της όμορης παλαιάς οικοδομής με το οικόπεδό της, συνολικού εμβαδού 82,06 τμ, που αποτελείται από το ισόγειο, επιφάνειας 70,48 τμ και τον πρώτο όροφο, επιφάνειας 63,05 τμ, καθώς και από δύο βεράντες, μια σκεπαστή, επιφάνειας 4,18 τμ και μια ακάλυπτη, επιφάνειας 3,84 τμ και από δύο κλίμακες, η μία από τις οποίες καταλήγει στη σκεπαστή βεράντα που βρίσκεται στη δυτική πλευρά της οικοδομής της και η άλλη που καταλήγει στην ακάλυπτη βεράντα στη νότια πλευρά του ακινήτου της, που έχει πρόσοψη στην .... .
Το ακίνητο αυτό συνορεύει βόρεια με ακίνητο Χ1, νότια με κοινοτικό δρόμο (....) και δυτικά επίσης με κοινοτική οδό. Περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης από κληρονομία της θείας της Ζ, που πέθανε στις 28-9-1968, με την 23139/1966 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Λαμ. Τσιγκριμάνη, την οποία κληρονομία αποδέχτηκε με την 2399/1980 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Λιακάτου, που νόμιμα μεταγράφηκε.
Στη Ζ είχε περιέλθει κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από αγορά, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 2168/1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυθήρων Νικ. Νικηφοράκη, από το ....., που το είχε αποκτήσει από κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας στις 23-3-1932 αδελφής της Φ1 συζ. Φ2, στην οποία κληρονομία είχε υπεισέλθει με ανάμιξη και κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου του συζύγου της Φ2.
Στον τελευταίο περιήλθε κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από αγορά από το G με το 3322/1940 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ποταμίων Κυθήρων Σπ. Φατσέα, που νόμιμα μεταγράφηκε και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας στις 23-3-1932 πρώτης συζύγου του Φ1, στην οποία κληρονομία υπεισήλθε με ανάμιξη.
Στο G το 1/4 εξ αδιαιρέτου περιήλθε από αγορά από τον W1, με το 7660/1938 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ποταμίων Κυθήρων Παν. Νικηφοράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Στον W1 περιήλθε από κληρονομία εξ αδιαθέτου της αδελφής του Φ1, στην οποία κληρονομία υπεισήλθε με ανάμιξη. Στην τελευταία περιήλθε κατά τον ισόγειο όροφο από κληρονομία του πατέρα της W3 με την 398/1911 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ποταμίων Κυθήρων Χαρ.
Διδασκαλοπούλου, που δημοσιεύθηκε με το 1678/1914 πρακτικό του Πρωτοδικείου Γυθείου και κατά τον πρώτο όροφο από κληρονομία της αδελφής της W2, με την 14466/1913 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ποταμίων Κυθήρων Βαλερίου Σεμιτέκολου, που δημοσιεύθηκε με το 303/1916 πρακτικό του Πρωτοδικείου Γυθείου. Στην W2 περιήλθε από αγορά από τον πατέρα της W3 με το 397/1911 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ποταμίων Κυθήρων Χαρ.
Διδασκαλοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Σ' αυτόν περιήλθε ως ισόγεια ιδιοκτησία, από αγορά από τον ....., με το 3109/1898 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ποταμίων Κυθήρων Ανδρέου Κατσούλη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από την σκάλα, εμβαδού 3,94 τμ, που αρχίζει από το νοτιοδυτικό άκρο του ακινήτου της αναιρεσίβλητης Ψ, όπου η συμβολή των δύο κοινοτικών οδών και από την ακάλυπτη βεράντα, εμβαδού 3,84 τμ, στην οποία καταλήγει η σκάλα.
Συνορεύει κατά την ανατολική πλευρά με τη συνεχόμενη βεράντα του ανωγείου της οικοδομής της (αναιρεσείουσας) Χ1 σε μήκος 1,50 μ, από την οποία διαχωρίζεται με αρμό. Ο πρώτος όροφος της οικοδομής της (αναιρεσίβλητης) Ψ με το επίδικο (σκάλα και ακάλυπτη βεράντα, συνολικού εμβαδού 7,78 τμ) ανεγέρθηκε από τον απώτερο δικαιοπάροχό της W3 με την υπ' αριθμ. ....
οικοδομική άδεια του Νομομηχανικού Αργολιδοκορινθίας επί της ισόγειας οικοδομής της. Συγκεκριμένα η επίδικη βεράντα αποτελεί τη στέγη του θολωτού υποστέγου (καμάρας) στην είσοδο του ισογείου καταστήματός της, το οποίο αυτή έχει εκμισθώσει στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Μάλιστα, κατ' απαίτηση αυτής, κατόπιν της υπ' αριθμ. 696/1984 μελέτης των μηχανικών της, προέβη σε μόνωση της επίδικης βεράντας το έτος 1985.
Το έτος 1991 προέβη σε διάνοιξη παραθύρου στη θέση παλαιού στο νότιο τοίχο της ανώγειας οικίας της, που εφάπτεται του επιδίκου, χωρίς να διαμαρτυρηθεί η αναιρεσείουσα Χ1, η οποία χρησιμοποιούσε τη συνεχόμενη ανώγεια οικία είτε ως κατοικία της ίδιας είτε ως κατοικία των μισθωτών της. Το επίδικο νέμεται η αναιρεσίβλητη Ψ, ως αναπόσπαστο τμήμα του πιο πάνω ακινήτου της, από το θάνατο της άμεσης δικαιοπαρόχου της .....
χήρας Φ2, θείας της (28-9-1968) συνέχεια έως την άσκηση της αγωγής της (Νοέμβριος 1998),δηλαδή περισσότερο από είκοσι (20) έτη και συγκεκριμένα επί τριάντα και πλέον έτη, με διάνοια κυρίας, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως αρμόζει σε κυρία και μάλιστα με καλή πίστη. Αυτή προέβαινε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα σε εργασίες επισκευής και συντήρησής του.
Ειδικότερα η σκάλα και η ακάλυπτη βεράντα (επίδικο) χρησιμεύουν για την πρόσβαση στην οροφή της ανώγειας οικίας της προς συντήρηση της στέγης και για το γέμισμα της δεξαμενής πετρελαίου. Πριν από αυτήν το επίδικο νέμονταν οι δικαιοπάροχοί της, δηλαδή ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων, όπως αυτή.
Το έτος 1993 ανέκυψε διένεξη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της αλλαγής χρήσης της συνεχόμενης του επιδίκου ανώγειας οικίας της αναιρεσείουσας Χ1 από κατοικία σε νυκτερινό κέντρο, όταν εκμισθώθηκε από αυτή για τη χρήση αυτή με το ισόγειο στον ..... . Το ισόγειο της οικοδομής της (αναιρεσείουσας) Χ1 επικοινωνεί με τον πρώτο όροφο αυτής με εσωτερική σκάλα και επιπλέον με εξωτερική σκάλα στη βόρεια πλευρά της οικοδομής που οδηγεί σε βοηθητικό χώρο (κουζίνα).
Το Μάϊο 1993 ο μισθωτής ..... έσκαψε την επιφάνεια του πλευρικού τοιχίου της επίδικης σκάλας και τοποθέτησε καλώδια με σκοπό να τοποθετήσει φωτεινούς λαμπτήρες για να χρησιμοποιεί αυτή και την επίδικη βεράντα ως είσοδο του νυκτερινού κέντρου του. Η (αναιρεσίβλητη) Ψ διαμαρτυρήθηκε και υπέβαλε την από 13-7-1993 αίτησή της περί ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, η οποία έγινε δεκτή με την υπ'αριθμ. 14/1993 απόφασή του και αναγνωρίστηκε αυτή προσωρινά νομέας του επιδίκου.
Επίσης αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου με την υπ' αριθμ. 188/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Είναι γεγονός, ότι η αναιρεσείουσα Χ1 και οι δικαιοπάροχοί της χρησιμοποιούσαν την επίδικη σκάλα και βεράντα για την πρόσβασή τους στην ανώγεια οικία τους, όταν την χρησιμοποιούσαν ως κατοικία, δεδομένου ότι η επιβάρυνση για το ακίνητο της Ψ (αναιρεσίβλητης) ήταν μικρή, όχι όμως με διάνοια κυρίων.
Ούτε η αναιρεσείουσα Χ1 ούτε οι δικαιοπάροχοί της νέμονταν την επίδικη σκάλα και την επίδικη βεράντα. Έτσι η (αναιρεσείουσα) Χ1 δεν κατέστη κυρία αυτών με χρησικτησία. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από αυτή τίτλους ιδιοκτησίας.... Σε ορισμένους από αυτούς αναφέρεται "λίθινη κλίμακα" και "λίθινος εξώστης", όμως δεν αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το επίδικο, δεδομένου ότι λίθινη κλίμακα με εξώστη υπήρχε και βόρεια του ακινήτου αυτής....
Το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από την ( αναιρεσίβλητη) Ψ τίτλους ιδιοκτησίας . Με βάση της παραδοχές αυτές, έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη Ψ έγινε κυρία της επίδικης σκάλας και της επίδικης βεράντας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι αντίθετα δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτών η αναιρεσείουσα Χ1, ακολούθως δε α) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η διεκδικητική της κυριότητας των ανωτέρω τμημάτων ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας και, μετά την εξαφάνιση εν μέρει της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατ' αποδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη της αναγνωριστική της κυριότητας των ίδιων τμημάτων ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης.
΄Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας στα ανωτέρω τμήματα ακινήτου από την αναιρεσείουσα με χρησικτησία Αντίφαση ειδικότερα δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της "χρησιμοποιούσαν την επίδικη σκάλα και βεράντα για την πρόσβασή τους στην ανώγεια οικία τους, όταν την χρησιμοποιούσαν ως κατοικία.." και της περαιτέρω παραδοχής αυτού ότι η χρησιμοποίηση αυτή δε γινόταν με διάνοια κυρίων και ότι "ούτε η ενάγουσα Χ1 (αναιρεσείουσα) ούτε οι δικαιοπάροχοί της νέμονταν την επίδικη σκάλα και την επίδικη κλίμακα".
Αλλ' ούτε κα ασάφεια δημιουργείται σχετικά από τις παραδοχές αυτές. Ειδικότερα οι πράξεις χρησιμοποίησης της κλίμακας και της βεράντας για την πρόσβαση στην κατοικία της αναιρεσείουσας, όπως δέχεται το Εφετείο, συνιστούν πράξεις χρησιμοποίησης των εν λόγω συστατικών ακινήτου ως προς ορισμένες μόνο χρησιμότητές τους και όχι πράξεις καθολικής, ως προς όλες τις χρησιμότητές τους, εξουσίασής τους, ώστε να εμπεριέχουν από μόνες τους και εκδήλωση βούλησης άσκησης εξουσιών που αρμόζουν σε κύριο, να εμπεριέχουν, δηλαδή, από τη φύση τους και το πνευματικό στοιχείο της διάνοιας κυρίου.
Η παραδοχή δε ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της δε χρησιμοποιούσαν με διάνοια κυρίων τα εν λόγω τμήματα ακινήτου (βεράντα και σκάλα), βρίσκεται σε λογική ακολουθία προς τις προηγηθείσες παραδοχές του Εφετείου, ότι η κλίμακα και η βεράντα έχουν κτισθεί από τον απώτερο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, στο έδαφος του ακινήτου αυτής και ότι η αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοί της ως συστατικά του ακινήτου τους, που αποτελούν την πρόσοψή του προς κοινοτική οδό, νέμονταν τη βεράντα και τη σκάλα με διάνοια κυρίου, ενεργώντας τις παρατιθέμενες στη προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις φυσικής εξουσίασής του με διάνοια κυρίων και ειδικότερα πράξεις επισκευής και συντήρησης και πράξεις προς εξυπηρέτηση των αναγκών συντήρησης της οικοδομής που υπάρχει στο ακίνητό τους.
΄Αλλωστε, εφόσον το Εφετείο δέχεται ότι η βεράντα και η σκάλα αποτελούν συστατικά του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, η βεράντα μάλιστα ότι αποτελεί το άνω μέρος του θολωτού υποστέγου (καμάρας) του ισόγειου καταστήματος της αναιρεσίβλητης, η άσκηση πράξεων φυσικής εξουσίασης, έστω και με διάνοια κυρίων, από την αναιρεσείουσα και τους δικαιοπαρόχους της, στα συστατικά αυτά του ακινήτου, δεν μπορούσε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1041 και 1045 του ΑΚ, να οδηγήσει στην απόκτηση από την αναιρεσείουσα της κυριότητας αυτών και συνεπώς ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση προς το ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας με χρησικτησία από την αναιρεσείουσα στα εν λόγω συστατικά ακινήτου, είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της Χ1 συζ. Χ2 για αναίρεση της 700/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ