Legislator Case Law & Legislation
1914/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no other appealable reasons exist.

Case Number 1914/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued for contract invalidity due to delays and material deviations, but the court found no other appealable grounds remained after reviewing the procedural history. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's security deposit was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 688-690 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if no other appealable reasons exist, as the lower court was not required to address non-essential arguments that do not affect the judgment's outcome.

Keywords

AI generated
contract invalidity material defect procedural inadmissibility appealable reasons construction contract contract termination costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 688-690 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 177, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1914 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1914/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ.Ο. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Ψάλτη, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε.Α. του Ζ., κατοίκου ..., 2) Μ.Α. του Ζ., κατοίκου ..., 3) Κ.Α. του Ζ., κατοίκου ... 4) Σ.Α. του Ζ., κατοίκου ..., 5) Ι.Χ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τρισεύγενη Θεοδωροπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Εφετείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1855/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 747/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 747/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 05.7.2010 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εργολάβος οικοδομών εξέθετε ότι μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων καταρτίσθηκε η από 23.5.2002 σύμβαση εργολαβίας, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο τους, στην οποία σύμβαση, μεταξύ άλλων, είχε συνομολογηθεί ρήτρα έκπτωσης αυτού σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησής του να παραδώσει το έργο για περισσότερες από 160 εργάσιμες ημέρες από την συμφωνηθείσα προθεσμία.

Επικαλούμενος δε ότι οι εναγόμενοι εργοδότες του με την από 04.6.2020 εξώδικη δήλωσή τους υπαναχώρησαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας, αιτήθηκε να κηρυχθεί άκυρη η υπαναχώρηση τους, κυρίως μεν διότι η καθυστέρηση που συνέβη στην παράδοση του έργου οφειλόταν σε γεγονότα για τα οποία δεν είχε ευθύνη από τη σύμβαση και ειδικότερα σε απαγόρευση των οικοδομικών εργασιών από 28.2.2005 έως 30.4.2007 με βάση δικαστικές αποφάσεις, καθώς και σε πρόσθετες εργασίες που οι εναγόμενοι του παρήγγειλαν να εκτελέσει και για τις οποίες δεν έχει πληρωθεί και επικουρικά, διότι η εξώδικη δήλωση των εναγομένων, με την οποία υπαναχώρησαν και τον κήρυξαν έκπτωτο, υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον πραγματοποιήθηκε, ενώ είχε ουσιαστικά αποπερατωθεί το έργο και απέμεναν προς εκτέλεση ελάχιστες επουσιώδεις εργασίες, αποσκοπούσε δε αποκλειστικά στην άσκηση πίεσης προς αυτόν, ώστε να δεχθεί να μην του καταβληθούν τα οφειλόμενα για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 1855/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... η οποία, αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, την απέρριψε στο σύνολό ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, χωρίς ειδική αναφορά στην επικουρική βάση της. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 20.7.2017 έφεση και επί αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 747/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν.

Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 07.12.2020 αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

I. Με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 76//2022, ΑΠ 1106/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019).

II.Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 755/2023, ΑΠ 631/2023, ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.

εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 431/2022, ΑΠ 438/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

III. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α'), ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 733/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019) όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 237/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο, πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο η αξιολόγηση από το δικαστήριο των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Επίσης η εξώδικη ομολογία, δηλαδή εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης(πολιτικής ή ποινικής), καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο(άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, και ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η μη λήψη υπόψη ομολογίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο της αναίρεσης εξώδικη ομολογία (ΑΠ 330/2023, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 1389/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 747/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά προκύπτει ότι με αυτήν μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό μέρος της, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. 2613/23.5.2….

προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικής σύμβασης της συμβολαιογράφου .… Β.Δ., οι εναγόμενοι... συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας εκάστη των τριών πρώτων, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας ο τέταρτος και επικαρπώτρια κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η πέμπτη, ενός οικοπέδου, έκτασης κατά τους τίτλους κτήσης 390,70 τ.μ.

και κατά νεώτερη καταμέτρηση 397,72 τ.μ., κείμενου στη ... …. και επί της οδού Α..., ανέθεσαν στον ενάγοντα, που είναι διπλωματούχος αρχιτέκτων μηχανικός και εργολάβος οικοδομών, το έργο της ανέγερσης στο άνω οικόπεδο (όπου υπήρχε ισόγεια ήδη κατεδαφείσα οικία), κατά το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο - πυλωτή, έξι ορόφους και δώμα, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες του άνω εργολαβικού προσυμφώνου ...

Περαιτέρω με το άνω εργολαβικό συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α)ότι ο εργολήπτης εγγυάται την ανέγερση της οικοδομής κατά τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης, των μελετών της αδείας οικοδόμησης και των ισχυουσών κατά την εκτέλεση του έργου πολεοδομικών κανονισμών (άρθρο 7), β) ότι ο εργολήπτης αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως:

βα) εντός προθεσμίας 24 μηνών από της λήψεως της αδείας οικοδομήσεως περαιώσει προσηκόντως και παραδώσει τις περιερχόμενες στους οικοπεδούχους ιδιοκτησίες πλήρως περαιωμένες και έτοιμες προς χρήση "με το κλειδί" και ββ) εντός προθεσμίας 26 μηνών από της λήψεως της ως άνω αδείας περαιώσει προσηκόντως τους κοινόχρηστους χώρους, μετά λειτουργούσης της κεντρικής θερμάνσεως και του τυχόν προβλεπόμενου ανελκυστήρος (άρθρο 12), γ) ότι εάν η καθυστέρηση στην παράδοση των εργασιών οφείλεται σε ανωτέρα βία και μόνο τότε οι ανωτέρω προθεσμίες (άρθρου 12) θα αναστέλλονται μέχρι άρσεως του κωλύματος, δ) ότι για καθυστερήσεις περαίωσης οικοδομικών εργασιών και παραδόσεως των αντιπαρεχομένων ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους, συνομολογείται υπέρ των οικοπεδούχων και σε βάρος του εργολήπτη ποινική ρήτρα 9 ευρώ μηνιαίως ανά τετραγωνικό μέτρο διαμερίσματος μη περαιωθέντος, ενώ η καθυστέρηση παράδοσης παρά του εργολήπτη των κοινόχρηστων χώρων συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής στους οικοπεδούχους ποινικής ρήτρας 3 ευρώ ημερησίως (άρθρο 14.

II) και ότι, σε περίπτωση που η υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης υπερβεί τις 160 εργάσιμες ημέρες από της τασσόμενης προθεσμίας του έργου ή παρέλθει άπρακτος η χορηγούμενη υπό στοιχείο I του άρθρου 14 του ως άνω εργολαβικού προθεσμία εκτελέσεως τμηματικών εργασιών, οι οικοπεδούχοι δικαιούνται όπως, δια μονομερούς δηλώσεως, κοινοποιούμενης νομίμως στον εργολήπτη, κηρύξουν αυτόν έκπτωτο και συνεχίσουν επιμελεία και μερίμνη τους την αποπεράτωση της οικοδομής, με δαπάνες όμως του εργολήπτη.

Ότι τυχόν αμφισβήτηση του εργολήπτη, αιτιολογημένη δεόντως και εγγράφως, περί της έκπτωσής του, του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει την επίλυση της διαφοράς με τους οικοπεδούχους στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, εντός αποσβεστικής προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση σ'αυτόν της δήλωσης έκπτωσης (άρθρο 14 III).

Ότι, συνεπεία της έκπτωσης, οι οικοπεδούχοι απαλλάσσονται της εκτιθέμενης στο κεφάλαιο τρία του εργολαβικού υποχρεώσεώς των προς μεταβίβαση στον εργολήπτη ή σε τρίτους τη υποδείξει του, ποσοστών του άνω οικοπέδου, πλην των μέχρι της εκπτώσεως υπογραφέντων μεταβιβάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών, τα οποία παραμένουν ισχυρά και υποχρεώνουν τους οικοπεδούχους, εφόσον έχουν συμβληθεί ούτοι εις αυτά, χωρίς όμως να υποχρεούνται στην αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών (άρθρο 15)....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ'αριθ. 11/12.1.2…. αδείας οικοδομής της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας ... την 12.1.2005 ξεκίνησαν οι εργασίες ανοικοδόμησης της άνω πολυκατοικίας οι οποίες διακόπηκαν την 3.2.2005, δυνάμει του υπ'αριθ. πρωτ. Π. 1…/3-2-2005 εγγράφου της άνω Δ/νσης Πολεοδομίας, λόγω δικαστικής διαμάχης που ξεκίνησε με αίτηση ακύρωσης ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων (Ζ.Ψ.

κ.λ.π.), με την οποία αυτοί προσέβαλαν τη νομιμότητα της άνω οικοδομικής αδείας. Η αίτηση ακύρωσης απορρίφθηκε με την με αριθ. 147/2006 απόφαση του Α2 Ακυρωτικού Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου …... Οι εργασίες ανοικοδόμησης συνεχίσθηκαν κανονικά από 1-11-2006 δυνάμει του υπ'αριθ. πρωτ. Π 19273/16081-11-2006 εγγράφου της άνω Δ/νσης Πολεοδομίας προς το Α/Τ Δ., το οποίο εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος και στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι έπαυσαν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε η άνω διακοπή οικοδομικών εργασιών.

Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι η αναστολή των οικοδομικών εργασιών δυνάμει της άνω αίτησης ακύρωσης διήρκεσε μέχρι τις 30-4-2007, οπότε εκδόθηκε η με αριθ. 756/2007 απόφαση του Α1 Ακυρωτικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιά που την απέρριψε. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός, τον οποίο αμφισβήτησαν και πρωτόδικα οι εναγόμενοι, κρίνεται αβάσιμος, καθώς δεν τεκμηριώνεται με σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Δ/νσης Πολεοδομίας περί διακοπής των οικοδομικών εργασιών από 1-11-2006 έως 30-4-2007, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ή ανταπόδειξης, ενώ αναιρείται από την προαναφερθείσα υπ'αριθ.

πρωτ. Π 19273/1608/1-11-2006 βεβαίωση της αρμόδιας Δ/νσης Πολεοδομίας περί συνέχισης εργασιών από 1-11-2006 έως 30-4-2007, οπότε φέρεται να εκδόθηκε η επικαλούμενη με αριθ. 756/2007 απόφαση, η οποία, σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίζεται. Ενόψει των στοιχείων αυτών η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αναφορά των εναγομένων στην από 28-11-2008 εξώδικη επιστολή τους προς αυτόν ότι "Κατόπιν μιας δικαστικής διαμάχης η οποία άρχισε με την από 28.2.2005 αίτηση ακύρωσης των Ζ.Ψ.

και λοιπών με την οποία προσέβαλαν τη νομιμότητα της με αριθμό 11/12.1.2… οικοδομικής αδείας της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιά που είχε εκδοθεί για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής, και έληξε με την έκδοση της με αριθμό 756/2007 αποφάσεως του Α1 Ακυρωτικού Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς η οποία και απέρριψε την ως άνω αίτηση των αντιδίκων, όπως ήταν επόμενο η πρόοδος του έργου είχε ανασταλεί σημαντικά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, οπότε και οι ως άνω προθεσμίες ανεστάλησαν.

Ήδη όμως έως σήμερα μετά την πάροδο τόσο μηνών από την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως στις 30/4/2007, και ενώ έχει τελεσιδικήσει και οι εργασίες συνεχίσθηκαν κανονικά ...", δεν αρκεί προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι " οι προθεσμίες εκτέλεσης του έργου ξεκίνησαν την 1-5-2009, με συνέπεια το χρονικό διάστημα των 24 μηνών που προβλέπεται από το εργολαβικό να λήγει τη 30- 4-2009 και των 26 μηνών αντίστοιχα την 30-6-2009 " , λαμβανομένου υπόψη και του ότι, με την άνω εξώδικη επιστολή προσδιορίζεται μεν χρονικά η δικαστική διαμάχη του ενάγοντος με τους τρίτους που προσέβαλαν τη νομιμότητα της οικοδομικής άδειας του επίδικου ακινήτου, χωρίς, όμως, να ταυτίζεται η διάρκεια της διαμάχης αυτής με τη διάρκεια αναστολής των σχετικών οικοδομικών εργασιών, για την οποία γίνεται απλώς γενικόλογη αναφορά ότι ήταν σημαντική και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται επακριβώς...

Σύμφωνα δε με τα παραπάνω, χωρίς να υπολογίζεται το χρονικό διάστημα της αναστολής των οικοδομικών εργασιών από 3-2-2005 έως 1-11-2006 ο ενάγων έπρεπε να είχε περαιώσει προσηκόντως και παραδώσει τις περιερχόμενες στους εναγομένους οριζόντιες ιδιοκτησίες έτοιμες προς χρήση την 10-10-2008 και τους κοινόχρηστους χώρους, μετά λειτουργούσης της κεντρικής θερμάνσεως και του προβλεπομένου ανελκυστήρος, την 10-12-2008.

Ωστόσο, χωρίς υπαιτιότητα των εναγομένων εργοδοτών αλλά από αποκλειστικά δική του υπαιτιότητα επιβράδυνε τον ρυθμό εκτέλεσης του συμφωνηθέντος έργου, με συνέπεια να καταστεί ανέφικτη η έγκαιρη αποπεράτωση και παράδοσή του κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο , χωρίς να αποδεικνύεται ότι συνέτρεχε κάποιος σοβαρός λόγος ή κάποιο τυχαίο γεγονός για το οποίο αυτός δεν έφερε ευθύνη.

Σημειωτέον ότι ο ενάγων οφειλέτης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψης της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του για μη εκτέλεση της σύμβασης... Ο τελευταίος από την πλευρά του ισχυρίζεται ότι κατά το συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης είχε αποπερατωμένο το έργο, του οποίου η μη παραλαβή οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και επικαλείται και προσκομίζει έγγραφα με ημερομηνίες 9-9-2008, 30-11-2008, 3-12-2008, 12-12-2008, 17-12-2008, 14-1-2009, 18-2-2009, 26-2-2009, 6-3-2009 και 26-3-2009 τα οποία κατ'αυτόν αποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν πρόσθετες εργασίες, οι οποίες καθυστέρησαν το έργο και για τις οποίες δεν έχει ακόμη πληρωθεί.

Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, που αφορά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (συμπεριλαμβανομένων των άνω εγγράφων) δεν αποδεικνύεται συμφωνία του με τους εναγομένους για πρόσθετες εργασίες συγκεκριμένου είδους και κόστους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους και για την αναστολή της προθεσμίας παράδοσης του έργου μέχρι να περατωθούν οι εργασίες αυτές όπως απαιτούσε το εργολαβικό (άρθρο 9 παρ. 3) και η γενική συγγραφή υποχρεώσεων (άρθρο 5), πολύ δε περισσότερο δεν αποδεικνύεται ότι εκτέλεσε τέτοιες πρόσθετες εργασίες κατ'εντολή τους και μάλιστα επί πιστώσει.

Τα επικαλούμενα δε από αυτόν έγγραφα (σχετικά 11 έως 25 των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), τα οποία αφορούν αλλαγή διαρρύθμισης σε ντουλάπια κουζίνας και επένδυση με μάρμαρο των τζακιών στις ιδιοκτησίες των εναγομένων, με υλικά και έξοδα δικά τους, κατόπιν αδείας του, δεν φέρουν την υπογραφή του και δεν τον δεσμεύουν, ενώ δεν αποδεικνύουν και ότι αυτός εκτέλεσε τις σχετικές εργασίες και συνεπώς, δεν αρκούν, για να δικαιολογήσουν την άνω υπερημερία του στην παράδοση του έργου...".

Με τις ως άνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς απέρριψε τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, ισχυρισμό, ότι το χρονικό διάστημα από 03.02.2005 μέχρι 30.4.2007 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον προσδιορισμό της 24μηνης για τις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων και 26μηνης για τα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής συμβατικής προθεσμίας αποπεράτωσης αυτής.

Επίσης, απέρριψε και τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του ισχυρισμό ότι η καθυστέρηση στην παράδοση του ως άνω έργου δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητά του, αλλά στο ότι οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι του είχαν ζητήσει να εκτελέσει στις ιδιοκτησίες τους πρόσθετες τροποποιήσεις και διαρρυθμίσεις, και ότι το γεγονός αυτό προκύπτει από τα προσκομισθέντα από τον ίδιο οικεία έγγραφα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων, ως εργολάβος, κατέστη υπερήμερος προς την άνω συμβατική υποχρέωσή του της έγκαιρης παράδοσης του έργου και συνεπώς ότι η σε βάρος του εκ μέρους των εργοδοτών - αναιρεσιβλήτων έκπτωσή του από το έργο είναι νόμιμη.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 20, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων, αντίστοιχα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 28/11/2008 εξώδικης δηλώσεως επιστολής των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των εγγράφων με ημερομηνίες 9-9-2008, 30-11-2008, 3-12-2008, 12-12-2008, 17-12-2008, 14-1-2009, 18-2-2009, 26-2-2009, 6-3-2009 και 26-3-2009, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι αναιρεσίβλητοι του ανέθεσαν και ο ίδιος εκτέλεσε τροποιητικές εργασίες διαρρύθμισης των ιδιοκτησιών τους, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, στα οποία και στηρίχθηκε αποκλειστικά για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι ομολόγησαν αληθές γεγονός που βλάπτει τα συμφέροντά τους, τόσο στην ως άνω εξώδικη επιστολή τους όσο και στα προαναφερόμενα έγγραφα, και συγκεκριμένα αφενός μεν ότι η αναστολή εκτέλεσης των εργασιών της εν λόγω οικοδομής για την προαναφερόμενη αιτία (αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά) άρχισε από 03.02.2005 και έληξε στις 30.04.2007, οπότε και εκδόθηκε η 756/2007 απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, αφετέρου δε ότι οι οικοδομικές εργασίες ανεστάλησαν κατά το χρονικό διάστημα από 09.09.2008 μέχρι 30.04.2009, εξαιτίας της διενέργειας πρόσθετων τροποποιητικών εργασιών και εργασιών διαρρύθμισης στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες εκτέλεσε κατ'εντολή τους, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι πράγματι μεν ανεστάλησαν οι οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή αυτή λόγω της ως άνω αιτίας, αλλά ότι η αναστολή τους διήρκεσε μέχρι την 01.11.2006, καθώς και ότι από τα παραπάνω έγγραφα δεν αποδεικνύεται συμφωνία του αναιρεσείοντος με τους αναιρεσίβλητους για πρόσθετες εργασίες, συγκεκριμένου είδους και κόστους, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους και για την αναστολή της προθεσμίας παράδοσης του έργου, μέχρι να περατωθούν οι εργασίες αυτές, ούτε ότι ο αναιρεσείων εκτέλεσε τέτοιες πρόσθετες εργασίες κατ'εντολή τους, με συνέπεια να μην δικαιολογείται άρση της υπερημερίας του στην παράδοσή τους.

Διατείνεται, επίσης αντίστοιχα ο αναιρεσείων με τους ίδιους (πρώτο και δεύτερο) λόγους αναίρεσης, ότι το Εφετείο που απέρριψε τους άνω αγωγικούς ισχυρισμούς του, περί αναστολής των εργασιών της εν λόγω οικοδομής κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης επειδή άνευ αιτιολογίας, ή με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στο συμπέρασμα:

α) ότι η αναστολή των οικοδομικών εργασιών της ως άνω οικοδομής διήρκεσε μόνο μέχρι 01.11.2006, χωρίς να αιτιολογεί από που προέκυψε τέτοια συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι αναγνώρισαν και συνομολόγησαν με την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωσή τους ότι οι εργασίες της οικοδομής ανεστάλησαν κατά το το χρονικό διάστημα από 03.02.2005 έως 30.04.2007, αντιφατικά, δέχεται ότι το διάστημα αυτό δεν θα συνυπολογιστεί στην συμβατική προθεσμία περάτωσης του έργου, β) ότι τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, που αφορούν τις προαναφερόμενες αλλαγές στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων με υλικά και έξοδα δικά τους δεν τον δεσμεύουν, ούτε αποδεικνύεται ότι ο ίδιος εκτέλεσε τις εργασίες αυτές και δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν υπερημερία στην παράδοση του έργου.

Οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος τους που αφορά σε παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι διότι δεν αναφέρονται σε "διαγνωστικό λάθος" των ως άνω εγγράφων, ήτοι της εξώδικης δηλώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων και εκείνων που αφορούν στην διενέργεια εργασιών αλλαγής διαρρύθμισης σε ντουλάπια κουζίνας και σε επένδυση με μάρμαρο των τζακιών στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους ως αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό.

Δηλαδή, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναστολή των εργασιών της ως άνω οικοδομής δεν διήρκεσε από 03.02.2005 μέχρι 30.04.2007, αλλά έληξε την 01.11.2006, με το αιτιολογικό ότι στην άνω εξώδικη επιστολή προσδιορίζεται μεν χρονικά η δικαστική διαμάχη του ενάγοντος - αναιρεσείοντος με τους τρίτους που προσέβαλαν τη νομιμότητα της οικοδομικής άδειας του επίδικου ακινήτου, χωρίς, όμως, να ταυτίζεται η διάρκεια της διαμάχης αυτής με τη διάρκεια αναστολής των σχετικών οικοδομικών εργασιών, για την οποία γίνεται απλώς γενικόλογη αναφορά ότι ήταν σημαντική και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται επακριβώς, καθώς και ότι από τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα δεν αποδεικνύεται συμφωνία των διαδίκων για πρόσθετες εργασίες συγκεκριμένου είδους και κόστους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσειβλήτων και για αναστολή της προθεσμίας παράδοσης του έργου μέχρι να περατωθούν οι εργασίες αυτές, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα που ο αναιρεσείων προσβάλλει με την αιτίαση, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο τους, αλλά κατόπιν συνεκτίμησής τους με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως την προαναφερθείσα με αριθ.

πρωτ. Π 19273/1608/1-11-2006 βεβαίωση της αρμόδιας Δ/νσης Πολεοδομίας, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι έπαυσαν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε η άνω διακοπή οικοδομικών εργασιών, καθώς και στις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως. Οι ίδιοι (πρώτος και δεύτερος) λόγοι αναίρεσης , κατά το μέρος τους που αφορά παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠλΔ, με την επίκληση αντίστοιχα ότι καίτοι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αναφερόμενη αφενός μεν στην ως άνω εξώδικη επιστολή τους, αφετέρου δε στα προαναφερόμενα επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα, εντούτοις το Εφετείο παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή κρίσιμων γεγονότων, που αποτελούσε τη βάση των ισχυρισμών του, ότι η αναστολή των οικοδομικών εργασιών του έργου που είχε αναλάβει να εκτελέσει διήρκεσαν μέχρι 30.04.2007, καθώς και ότι από το χρονικό διάστημα από 9.9.2008 μέχρι 30.4.2009 διενεργούνταν πρόσθετες εργασίες αλλαγής διαρρύθμισης στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, χωρίς αυτό να υπολογίζεται στην συμβατική προθεσμία αποπεράτωσης της εν λόγω οικοδομής, είναι αβάσιμος, καθόσον το Τριμελές Εφετείο ...

όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη του και απέρριψε τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επί πλέον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη ως προς την σχετική με την εξώδικη ομολογία αιτίαση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές του, έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα ήτοι την περικοπή της από 28.11.2008 εξώδικης επιστολής των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα και εκείνα που αφορούσαν την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στις ιδιοκτησίες των διαδίκων και δέχθηκε ότι από τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύεται ότι η αναστολή εκτελέσεως του έργου που είχε αναλάβει ο αναιρεσείων διήρκεσε μέχρι 30.4.2007, και ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τον μη υπολογισμό του χρονικού διαστήματος από 09.09.2008 μέχρι 30.04.2009 στην συμβατική προθεσμία αποπεράτωσης της ως άνω οικοδομής, εξαιτίας εκτέλεσης εργασιών αλλαγής διαρρύθμισης στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων.

Η κρίση αυτή του Εφετείου η οποία υποδηλώνει ότι δεν συνήγαγε την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως περιεχόμενη στα έγγραφα αυτά εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, τα οποία έλαβε υπόψη του, ελεγχόμενη ορθώς από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η μη λήψη υπόψη ομολογίας ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη διότι αποτελεί κρίση περί τα πράγματα.

Ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια της παραβιάσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι , λόγω αοριστίας τους, εφόσον σε αυτούς δεν γίνεται, ως έδει, ενάριθμη μνεία της διάταξης ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ούτε μνεία του περιεχομένου αυτών.

IV. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.

Α.Π. 7/2006, ΑΠ 26/2004), ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 1595/2022).

Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 301/2022).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 3012022, ΑΠ 212/2022).

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 212/2022, ΑΠ 84/2020). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενών ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις. (ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 799//2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636//2018).

V. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι, με τη σύμβαση έργου, ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης και να παραδώσει τούτο, εκπληρώνοντας την κύρια συμβατική υποχρέωσή του και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, ήτοι την περιέλευση του έργου στη δική του σφαίρα εξουσίασης.

Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί οικοπέδου του πρώτου οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου - εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ" αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).

Ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, έχει, έναντι του κυρίου του έργου, υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση, η οποία, βάσει συμβατικού όρου (άρθρο 361 ΑΚ), ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, δηλαδή υποχρεούται σε προεκπλήρωση.

Μόλις δε προβεί σε εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του, δικαιούται να ζητήσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 1135//2022). Από τότε που θα καταρτιστεί η σύμβαση έργου, υφίσταται αμοιβαία υποχρέωση του εργολάβου και του εργοδότη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από αυτή και αντίστοιχη αξίωση καθενός τούτων, έναντι του ετέρου.

Η αλλοίωση της μεταξύ αυτών υφιστάμενης σχέσης και η μη εξακολούθηση της υποχρέωσης σε εκπλήρωση της παροχής, συμβαίνει όταν συντρέξουν συγκεκριμένες καταστάσεις που καθορίζονται στο νόμο. Έτσι, τα αποτελέσματα της σύμβασης μπορούν να ανατραπούν με διαφορετική συμφωνία των συμβληθέντων, με βάση την οποία θα καταργήσουν τη σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ).

Επίσης, αιτία κατάργησης της σύμβασης αποτελεί και η άσκηση δικαιώματος υπαναχώρησης από αυτή. Η άσκηση υπαναχώρησης μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων στη σύμβαση ως δικαίωμα κάποιου των συμβληθέντων (ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 793/2015), δηλαδή να επιφύλαξε κάποιος από τους συμβαλλόμενους για τον εαυτό του το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, κατά τα άρθρα 389 επ.

ΑΚ, ακόμη και χωρίς λόγο, όπως το συμβατικό δικαίωμα στη σύμβαση έργου να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο (συμβατική υπαναχώρηση), οπότε για την άσκηση αυτής δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης (ΑΠ 1051/2020, 699/2019), αλλά και για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, στην οποία (μη εκπλήρωση) περιλαμβάνονται και οι τρεις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης, δηλαδή η αδυναμία παροχής, η υπερημερία και η πλημμελής εκπλήρωση (ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 699/2019, ΑΠ 793/2015).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ, αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα, θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης (συμβατική υπαναχώρηση). Πρόκειται για κανόνα ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών, ο οποίος όμως είναι ενδοτικού χαρακτήρα (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1484/2009) και μπορεί επομένως να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση αθετήσεως της υποχρεώσεως του οφειλέτη, η οποία εν αμφιβολία πρέπει, κατά το άρθρο 397 ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση από τον δανειστή δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, (ex nunc) οπότε θα πρόκειται για καταγγελία της συμβάσεως. (ΑΠ. 17082017, ΑΠ 886/2011, ΑΠ 274/2008).

Δικαίωμα υπαναχώρησης προβλέπεται επίσης από το νόμο, δηλαδή άσκηση νόμιμης υπαναχώρησης, η οποία μπορεί να ασκηθεί με τη συνδρομή συγκεκριμένων όρων και προϋποθέσεων που καθορίζονται στις σχετικές διατάξεις. Τέτοια πρόβλεψη γίνεται στο άρθρο 686 εδ. α' ΑΚ σύμφωνα με την οποία, αν ο εργολάβος, ο οποίος έχει υποχρέωση έγκαιρης και προσήκουσας εκτέλεσης του έργου, δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει την εκτέλεσή του, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το αν η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε πταίσμα του εργολάβου.

Επίσης, υπαναχώρηση του εργοδότη από τη σύμβαση έργου, προβλέπεται και από τις διατάξεις του άρθρου 686 εδ. 2 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου για την παράδοση του έργου στο χρόνο που είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση, ο εργοδότης έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 383 επ.

ΑΚ, να επιλέξει, εκτός των άλλων δικαιωμάτων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αφού πρώτα τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο αυτής αποκρούει την παροχή (άρθρο 387 ΑΚ), εκτός της περίπτωσης συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 παρ. 1 ΑΚ οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, να δηλώσει υπαναχώρηση και να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση.

Τέλος, δικαίωμα υπαναχώρησης παρέχεται στον αντισυμβαλλόμενο και στην περίπτωση που η παροχή του άλλου είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός έχει ευθύνη (άρθρο 382 ΑΚ). Η υπαναχώρηση του εργοδότη ασκείται με άτυπη διαπλαστική δήλωση αυτού προς τον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου, η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, και δεν απαιτείται να περιέχει τη λέξη "υπαναχώρηση".

Η άσκηση της υπαναχώρησης έχει ως συνέπεια την άμεση διάλυση της σύμβασης με ενέργεια αποκλειστικά ενοχική. Η σύμβαση καταργείται αναδρομικά (ex tunk) από τη στιγμή της κατάρτισής της, η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχώρησης, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων προς παροχή, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση.

Έτσι, από την υπαναχώρηση δεν έχει πλέον κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη καμία αξίωση εναντίον του άλλου για εκπλήρωση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία που έληξε (ΟλΑΠ 568/1975, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1051/2020, 445/2019).

Επομένως, με την υπαναχώρηση αποσβένεται και η υποχρέωση του εργοδότη για πληρωμή της αμοιβής του εργολάβου, σε περίπτωση δε που έχει καταβληθεί έχει αξίωση απόδοσης κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Διάφορη της κατά τα ανωτέρω κατάργησης της σύμβασης με υπαναχώρηση, συνιστά η, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, καταγγελία της σύμβασης έργου.

Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης, που μπορεί να γίνει και σιωπηρά, συναγόμενη σαφώς από συντρέχοντα περιστατικά, κατά την οποία ο εργοδότης έχει δικαίωμα, μέχρι την αποπεράτωση του έργου, να καταγγείλει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο τη σύμβαση, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον (ex nunc), με συνέπεια να οφείλει αυτός να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Η κρίση, δε, του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης του εργοδότη συνιστά υπαναχώρηση κατά το άρθρο 686 ΑΚ ή καταγγελία κατά το άρθρο 700 ΑΚ, με βάση τα κατ' ουσία γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 957/2019, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 697/2018, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 121/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στη συνέχεια των παραπάνω παραδοχών του δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, με τις από 18-11-2008 και 13-4-2009 εξώδικες διαμαρτυρίες τους, που κοινοποίησαν στον ενάγοντα στις 24-11-2008 και 15-4-2009 αντίστοιχα, οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν για την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου, καθώς και για κακοτεχνίες και αυθαίρετες κατασκευές και προσθήκες στους χώρους της οικοδομής και τον κάλεσαν να τους παραδώσει άμεσα τις ιδιοκτησίες τους, μετά των παραρτημάτων τους, έτοιμες προς χρήση, καθώς και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, όπως συμφωνήθηκε με το άνω εργολαβικό και τη γενική συγγραφή υποχρεώσεων και επί πλέον να τους καταβάλει τις προβλεπόμενες ποινικές ρήτρες για την καθυστέρηση, άλλως του δήλωσαν ότι θα ασκήσουν το δικαίωμά τους να τον κηρύξουν έκπτωτο από το άνω έργο.

Ο ενάγων, αντί άλλου, με την από 27-4-2009 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή του, που κοινοποίησε στους εναγομένους την 30-4-2009, μαζί με την συγκοινοποιούμενη από 10-4-2009 υπεύθυνη δήλωσή του ως επιβλέποντος μηχανικού, δήλωσε αναληθώς ότι η εκ μέρους του αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους μετά των παραρτημάτων τους είχε ολοκληρωθεί κατά τα συμφωνηθέντα και ότι απέμενε μόνο η παράδοση των κοινοχρήστων χώρων και τους κάλεσε, αφενός να του μεταβιβάσουν σε εκτέλεση του άνω προσυμφώνου εργολαβικού, συνολικά 159/1000 εξ αδιαιρέτου επί του άνω οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων έργων και αφετέρου να παραλάβουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής, αφού προηγουμένως του καταβάλουν πρόσθετα ποσά που τους ενημέρωσε ότι τους χρέωσε κατόπιν επιμετρήσεων πρόσθετων οικοδομικών εργασιών που εκτέλεσε κατ'εντολή τους για τη διαφοροποίηση της διαρρύθμισης των διαμερισμάτων τους σε σχέση με τα σχέδια του εργολαβικού, της σύστασης και της άδειας οικοδομής (ειδικότερα ζήτησε να του καταβάλουν 8.521,08 ευρώ οι ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας Β1, 10.894,45 οι ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας Γ1 και 10.184,45 ευρώ οι ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας Γ2).

Ωστόσο, ...από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι κατά το χρόνο της άνω εξώδικης δήλωσής του ο ενάγων είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της παροχής του... Περαιτέρω ο ενάγων δεν απέδειξε ότι υλοποίησε, κατ'εντολή των εναγομένων συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις στη διαρρύθμιση των διαμερισμάτων τους, κατά παράβαση των προβλεπομένων στα σχέδια του εργολαβικού , της σύστασης και της άδειας οικοδομής, ώστε να μπορούν να δικαιολογηθούν τα αναφερόμενα άνω ποσά πρόσθετης αμοιβής του (τα οποία, σημειωτέον, ουδέποτε διεκδίκησε δικαστικά, δεν επικαλείται ότι ήταν ληξιπρόθεσμα και δεν προσκομίζει γι'αυτά φορολογικά παραστατικά), αφού δεν προσκόμισε έγγραφο υπογεγραμμένο από αυτόν, με το οποίο να ανέλαβε σχετική υποχρέωση, ούτε εγκεκριμένα από την πολεοδομία σχέδια μηχανικού, που εφήρμοσε για διαφοροποιήσεις στη διαρρύθμιση των διαμερισμάτων, ενώ, πέραν του μάρτυρος των εναγομένων Κ.

Δ. και ο μάρτυράς του Π. Π., ο οποίος έκανε τα ξυλουργικά στην άνω οικοδομή, δεν επιβεβαίωσε τον άνω ισχυρισμό του. Σε διαφορετική κρίση δεν οδηγεί το επικαλούμενο από τον ενάγοντα 2-6-2008 έγγραφο - δήλωση των εναγομένων, στο οποίο οι τελευταίοι αναφέρουν (η δεύτερη με πάσα επιφύλαξη παντός δικαιώματος της) ότι κατόπιν επιθυμίας και παραγγελίας τους έγιναν τροποποιήσεις στα διαμερίσματά τους σε σχέση με τα σχέδια του εργολαβικού , της σύστασης και της άδειας οικοδομής και ότι αυτούς μόνο βαρύνουν οι συνέπειες των τροποποιήσεων αυτών , καθώς το άνω έγγραφο - που δεν έχει βέβαιη χρονολογία και είναι προφανές εκ του περιεχομένου του ότι συντάχθηκε από τον ενάγοντα εργολάβο - επιβλέποντα αρχιτέκτονα μηχανικό που κατασκεύασε την άνω οικοδομή - είναι εντελώς αόριστο ως προς το είδος των επικαλούμενων διαφοροποιήσεων στη διαρρύθμιση των διαμερισμάτων των εναγομένων και ως προς το κόστος υλοποίησης αυτών και συνακόλουθα κρίνεται ότι εγχειρίστηκε προσχηματικά στους εναγομένους προς υπογραφή, ως δήθεν τυπικό προαπαιτούμενο, ώστε ο ενάγων να αποπερατώσει και παραδώσει σ' αυτούς τα διαμερίσματά τους, μετά και τις πολεοδομικές παραβάσεις στις οποίες προέβη κατά την ανέγερση της οικοδομής εν αγνοία τους, ώστε να υφαρπάξει εκ των υστέρων τη συναίνεσή τους στις άνω αποκλίσεις του από τα εγκεκριμένα από την Πολεοδομία σχέδια και να μπορέσει αργότερα να δικαιολογήσει την καθυστέρησή του στην αποπεράτωσή της και να αποτρέψει την έκπτωσή του από το έργο λόγω καθυστέρησης και ταυτόχρονα να αυξήσει το εργολαβικό του αντάλλαγμα και να αποφύγει την ευθύνη του για πολεοδομικές παραβάσεις...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, προς απάντηση του από 27-4-2009 άνω εξωδίκου του ενάγοντος, οι εναγόμενοι την 8-5-2009 του κοινοποίησαν την από 7-5-2009 εξώδικη πρόσκληση - δήλωσή τους, με την οποία του γνωστοποίησαν την άρνησή τους για την αιτούμενη μεταβίβαση συνολικά 159/1000 εξ αδιαιρέτου επί του άνω οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής, αφενός διότι η εκτέλεση του έργου δεν έγινε κατά τα συμφωνημένα, ήτοι σύμφωνα με τις προδιαγραφές της οικοδομικής άδειας, τα σχέδια ανεγέρσεως της οικοδομής, τη σύσταση και τους όρους του άνω προσυμφώνου και μάλιστα επέσυραν σε βάρος τους, ως οικοπεδούχων, διοικητικές και ποινικές κυρώσεις και τους στερούσαν τη δυνατότητα συνδέσεως των διαμερισμάτων τους με τα δίκτυα της Δ.Ε.Η.

και της Ε.Υ.Δ.Α.Π., καθώς και της αποχετεύσεως και αφετέρου διότι δεν είχε αποπερατώσει ο ενάγων την οικοδομή, όπως ανακριβώς ισχυριζόταν, αφού δεν είχε ολοκληρώσει τους ελαιοχρωματισμούς, δεν είχε τοποθετήσει τα ντουλάπια και τις ντουλάπες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους από βακελίτη σύμφωνα με τη Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων, δεν είχε χωροθετήσει τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου του ακαλύπτου της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, όπως προβλεπόταν στα σχέδια της συστάσεως, δεν είχε συνδέσει την οικοδομή με τα δίκτυα Δ.Ε.Η., Ε.Υ.Δ.Α.Π., αποχετεύσεως, κ.ά.

Παράλληλα, κάλεσαν τον ενάγοντα να αποκαταστήσει άμεσα τις αυθαίρετες κατασκευές και προσθήκες στους χώρους της εν λόγω οικοδομής, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με την άδεια οικοδομήσεως και τους ισχύοντες κατά την εκτέλεση του έργου πολεοδομικούς κανονισμούς και του δήλωσαν ότι θα του μεταβίβαζαν τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου τους, σύμφωνα με τους όρους του ως άνω εργολαβικού προσυμφώνου , μόλις τους χορηγούσε βεβαίωση της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής περί της ανοικοδομήσεως σύμφωνα με την οικοδομική άδεια.

Την ίδια εξώδικη απάντηση - γνωστοποίηση - πρόσκληση - δήλωσή τους κοινοποίησαν και στη συμβολαιογράφο …. Ε.- Δ.- Κ. στις 8-5-2009, προς ενημέρωσή της ότι για τους προαναφερθέντες λόγους δεν προτίθενται να μεταβιβάσουν τα άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου τους που ζητούσε ο ενάγων..." Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι "Παρά την ανωτέρω γνωστοποίηση της αρνητικής απάντησης των εναγομένων οικοπεδούχων, στην οποία οι τελευταίοι προέβησαν εντός της 10ήμερης προθεσμίας του άρθρου 22 του εργολαβικού, ο ενάγων στις 28-5-2009 προέβη μονομερώς, με αυτοσύμβαση, παριστάμενος για μεν το εαυτό του ατομικά, το δε ως πληρεξούσιος των εναγομένων, επικαλούμενος την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα που του παρασχέθηκε με το άνω προσύμφωνο και σε εκτέλεση αυτού, στη σύνταξη του υπ'αριθ. 26.036/28-5-2….

πωλητηρίου 158/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου κατά Ν. 3741/ 1929, της συμβολαιογράφου … Ε.Δ.-Κ., που έχει καταχωρηθεί στα τηρούμενα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Δ., με αριθμό καταχώρησης 3…, στις 29-5-2009,με το οποίο μεταβίβασε προς τον εαυτό του, λόγω πώλησης, τα 158/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή (λόγω εργολαβικού ανταλλάγματος), με τις αντιστοιχούσες στα ποσοστά αυτά και αποτελούσες αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, για τη σύνταξη δε του άνω συμβολαίου δήλωσε αναληθώς, με υπεύθυνη δήλωσή του ως επιβλέπων μηχανικός, την οποία κατέθεσε στην άνω συμβολαιογράφο, ότι η εκ μέρους του ανέγερση και αποπεράτωση της οικοδομής είχε ολοκληρωθεί σύμφωνα με το άνω εργολαβικό και απέμενε μόνο η παράδοση των κοινοχρήστων.

Κατόπιν τούτων οι εναγόμενοι, κάνοντας χρήση του διαπλαστικού δικαιώματος υπαναχώρησης που τους παρείχε η συνομολογηθείσα στο εργολαβικό "ρήτρας έκπτωσης" του ενάγοντος εργολάβου σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησής του να παραδώσει το έργο για περισσότερες από 160 ημέρες από την τασσόμενη προθεσμία εκτέλεσής του (άρθρο 14 II εργολαβικού) με την από 25-5-2010 εξώδικη δήλωσή τους κατ'άρθρο 390 Α.

Κ., την οποία του κοινοποίησαν στις 4-6-2010..., υπαναχώρησαν από τη σύμβαση ως προς το μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου και τον κήρυξαν έκπτωτο, καλώντας τον όπως, εντός τριημέρου από της άνω κοινοποιήσεως, τους παραδώσει το χώρο εκτέλεσης του έργου ελεύθερο, καθώς και το φάκελο της άδειας οικοδομής (σχεδιαγράμματα και μελέτες).

Η κοινή αυτή δήλωση των εναγομένων ασκήθηκε,... πριν την παράδοση σ'αυτούς του έργου προσηκόντως εκτελεσμένου και εντός της προβλεπόμενης άνω προθεσμίας του άρθρου 1411 του εργολαβικού, περιείχε δε το λόγο της υπαναχώρησης (καθυστέρηση παράδοσης του έργου που δικαιολογεί έκπτωση του εργολάβου από το μη εκτελεσθέν τμήμα του, με βάση σχετική ρήτρα του εργολαβικού) και μάλιστα προηγήθηκε αυτής η άνω όχληση του ενάγοντος δεκατρείς μήνες νωρίτερα (συγκεκριμένα στις 15-4-2009), η οποία επιβάλλονταν από την αρχή της καλής πίστης.

Να σημειωθεί εδώ ότι η άνω υπαναχώρηση των εναγομένων εργοδοτών, η οποία θεμελιώνεται στη συμβατική βούληση των μερών (399 Α.Κ.), λειτουργεί εν προκειμένω ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ενεργεί για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέστηκε έως την άσκησή της, το οποίο (εκτελεσθέν μέρος του έργου) παραμένει προς όφελος του ενάγοντος εργολάβου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του εργολαβικού...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης 747/2018 απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, ως προς τα άνω ζητήματα, και είχε καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι από υπαιτιότητα του ενάγοντος εργολάβου υπήρξε επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου, αντίθετα με τη σύμβαση, με τελικό επακόλουθο τη μη έγκαιρη παράδοση αυτού, χωρίς υπαιτιότητα των εναγομένων.

Ακολούθως, δε διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι "...η εκκαλουμένη εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση των εναγομένων περιέχει και έγκυρη δήλωση υπαναχώρησης κατ'άρθρο 690 ΑΚ, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του (και δεν αποδείχθηκε) δήλωση νόμιμης υπαναχώρησης των εναγομένων (επικαλείται μόνο συμβατική τους υπαναχώρηση , η οποία στηρίζεται στα άρθρα 389, 396, 399 Α.Κ.).

Πλην όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ'αποτέλεσμα δεν έσφαλε, αφού έκρινε στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, ότι, με βάση το εργολαβικό προσύμφωνο ρητά συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης των εναγομένων από την επίδικη σύμβαση γεννάται με μόνη την παρέλευση της προαναφερθείσας προθεσμίας, χωρίς να απαιτείται τήρηση οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας και ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της υπαναχώρησης η οικοδομή δεν είχε αποπερατωθεί, ότι από υπαιτιότητα του εργολάβου υπήρξε επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου αντίθετα με τη σύμβαση, με τελικό επακόλουθο τη μη έγκαιρη παράδοση αυτού χωρίς υπαιτιότητα των εναγομένων και επομένως η εξώδικη δήλωση των εναγομένων ασκήθηκε στα πλαίσια των νομίμως και συμβατικώς καθοριζομένων από το εργολαβικό προσύμφωνο δικαιωμάτων τους..." .

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων , υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι είναι έγκυρη η υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων εργοδοτών από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου εξαιτίας της υπερημερίας αυτού ως εργολάβου, ως προς τον χρόνο παράδοσης των ιδιοκτησιών τους και των κοινοχρήστων χώρων της εν λόγω οικοδομής, καθώς και ότι η υπαναχώρηση αυτή, η οποία θεμελιώνεται στη συμβατική βούληση των μερών λειτουργεί στην ένδικη υπόθεση ως καταγγελία της σύμβασης, εφόσον λειτουργεί για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση για το μέρος που εκτελέσθηκε ως την άσκησή της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681, 686 παρ. 2, 336, 341, 342, 363, 389 έως 397 και 399 και ΑΚ, και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επί πλέον , επικαλείται ο αναιρεσείων παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε έμμεσα την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων στην ως άνω σύμβαση έργου διαδίκων, σχετικά με τον όρο 14 του 2163/23.5.2002 εργολαβικού προσυμφώνου, χωρίς να προσφύγει στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι με τον όρο αυτό διατήρησαν το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση με βάση το άρθρο 389 ΑΚ, κρίνοντας συγχρόνως ότι η υπαναχώρηση αυτή συνιστά καταγγελία της σύμβασης και ενεργεί για το μέλλον.

Όπως ήδη εκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία περιλαμβάνεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου όρου 14 του ως άνω εργολαβικού προσυμφώνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, έγινε δεκτό: α) ότι ο αναιρεσείων ως εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση εντός προθεσμίας 24 μηνών από της λήψεως της αδείας οικοδομήσεως να περαιώσει προσηκόντως και παραδώσει τις περιερχόμενες στους οικοπεδούχους ιδιοκτησίες πλήρως περαιωμένες και έτοιμες προς χρήση και εντός προθεσμίας 26 μηνών από της λήψεως της ως άνω αδείας να περαιώσει προσηκόντως και παραδώσει τους κοινόχρηστους χώρους, μετά λειτουργούσης της κεντρικής θερμάνσεως και του τυχόν προβλεπόμενου ανελκυστήρος, καθώς και ότι για καθυστερήσεις περαίωσης οικοδομικών εργασιών και παραδόσεως των αντιπαρεχομένων ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους, συνομολογείται υπέρ αυτών και σε βάρος του εργολήπτη η καθοριζόμενη κατά περίπτωση στο εργολαβικό προσύμφωνο ποινική ρήτρα, επί πλέον δε ότι σε περίπτωση που η υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης υπερβεί τις 160 εργάσιμες ημέρες από της τασσόμενης προθεσμίας του έργου οι οικοπεδούχοι δικαιούνται όπως, δια μονομερούς δηλώσεως, κοινοποιούμενης νομίμως στον εργολήπτη, κηρύξουν αυτόν έκπτωτο και συνεχίσουν επιμελεία και μερίμνη τους την αποπεράτωση της οικοδομής, με δαπάνες όμως του εργολήπτη.

β) ότι ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, χωρίς να υπολογίζεται το χρονικό διάστημα της αναστολής των οικοδομικών εργασιών από 3.2.2005 μέχρι 1.11.2006 έπρεπε να περατώσει προσηκόντως και να παραδώσει στους αναιρεσίβλητους τις περιερχόμενες σε αυτούς οριζόντιες ιδιοκτησίες έτοιμες προς χρήση την 10.10.2008 και τους κοινόχρηστους χώρους, μετά λειτουργούσης κεντρικής θερμάνσεως και του προβλεπόμενου ανελκυστήρος, την 10.12.2008, ο ίδιος όμως από αποκλειστικά δική του ευθύνη και χωρίς υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων δεν αποπεράτωσε εγκαίρως το ως άνω έργο, γ) ότι οι αναιρεσίβλητοι , με την από 25.5.2010 κοινή εξώδικη δήλωσή τους, κατά το άρθρο 390 Α.Κ., που κοινοποίησαν στον αναιρεσείοντα στις 4.6.2010, ήτοι πριν την παράδοση σε αυτούς του έργου προσηκόντως εκτελεσμένου και εντός της προβλεπόμενης άνω προθεσμίας του άρθρου 14.

ΙΙ του εργολαβικού και η οποία περιείχε το λόγο της υπαναχώρησης (καθυστέρηση παράδοσης του έργου που δικαιολογεί έκπτωση του εργολάβου από το μη εκτελεσθέν τμήμα του, με βάση σχετική ρήτρα του εργολαβικού), κάνοντας χρήση του διαπλαστικού δικαιώματος υπαναχώρησης που τους παρείχε η συνομολογηθείσα στο εργολαβικό "ρήτρα έκπτωσης" του ίδιου ως εργολάβου σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησής του να παραδώσει το έργο για περισσότερες από 160 ημέρες από την τασσόμενη προθεσμία εκτέλεσής του (άρθρο 14 II εργολαβικού) υπαναχώρησαν από τη σύμβαση ως προς το μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου και τον κήρυξαν έκπτωτο, καλώντας τον όπως, εντός τριημέρου από της άνω κοινοποιήσεως, τους παραδώσει το χώρο εκτέλεσης του έργου ελεύθερο, καθώς και το φάκελο της άδειας οικοδομής (σχεδιαγράμματα και μελέτες), δ) ότι είχε προηγηθεί της κοινοποιήσεως της ως άνω εξώδικης δήλωσης των αναιρεσιβλήτων όχληση του αναιρεσείοντος δεκατρείς μήνες νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 15-4-2009, η οποία επιβάλλονταν από την αρχή της καλής πίστης.

Με βάση τα παραπάνω έγινε επίσης δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν ότι η άνω υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων εργοδοτών, η οποία θεμελιώνεται στη συμβατική βούληση των μερών (399 Α.Κ.), λειτουργεί εν προκειμένω ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ενεργεί για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέστηκε έως την άσκησή της, το οποίο (εκτελεσθέν μέρος του έργου) παραμένει προς όφελος του ενάγοντος εργολάβου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του εργολαβικού, αφετέρου δε ότι με το εργολαβικό προσύμφωνο ρητά συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης των αναιρεσιβλήτων από την επίδικη σύμβαση γεννάται με μόνη την παρέλευση της προαναφερθείσας προθεσμίας, χωρίς να απαιτείται τήρηση οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας, καθώς και ότι η μη έγκαιρη παράδοση του επίδικου έργου οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, χωρίς υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341, 681, 397, 389, 390 και 399 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, και μάλιστα με σαφή αναφορά στις διατάξεις που αφορούν στην συμβατική υπαναχώρηση από σύμβαση έργου, ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση οι αναιρεσίβλητοι εργοδότες με την ως άνω εξώδικη δήλωσή τους προέβησαν σε υπαναχώρηση από τη μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος εργολάβου σύμβαση έργου, όπως είχαν δικαίωμα, εξαιτίας μη έγκαιρης αποπεράτωσης και παράδοσης σε αυτούς των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής και έχοντας επιφυλάξει για τον εαυτό τους το δικαίωμα έκπτωσης του αναιρεσείοντος εργολάβου στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την ρητή μνεία στην σχετική ρήτρα του εργολαβικού ότι η έκπτωση αυτή θα λειτουργεί για το μέλλον, ήτοι για το μη εκτελεσθέν έργο, το οποίο έκτοτε θα αποπερατωθεί από τους αναιρεσίβλητους.

Επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 336 και 342 ΑΚ, που αφορούν την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα μη επέλευση της υπερημερίας του στην έγκαιρη αποπεράτωση του έργου ως οφειλόμενη σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν είχε ευθύνη. Επί πλέον, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 363 και 686 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι η μεν πρώτη από αυτές αφορά στην απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωση αδύνατης παροχής, εφόσον κατά τη συνομολόγηση της παροχής αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα ότι αυτή ήταν αδύνατη, η δε δεύτερη στα δικαιώματα του εργοδότη από τη νόμιμη υπαναχώρηση από το έργο, περιστάσεις που δεν συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνονται περιστατικά υπαγόμενα στις ως άνω διατάξεις, περί συνομολόγησης από τον αναιρεσείοντα αδύνατης παροχής αγνοώντας χωρίς υπαιτιότητά του, ότι αυτή ήταν αδύνατη, και περί εφαρμογής των διατάξεων της νόμιμης υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου.

Αντιθέτως, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται σαφής μνεία ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων αφορά σε συμβατική υπαναχώρηση, την οποία και μόνο επικαλέσθηκε με την αγωγή του ο αναιρεσείων και όχι σε νόμιμη υπαναχώρηση την οποία, άλλωστε, ο ίδιος δεν επικαλέσθηκε, αλλά ούτε αποδείχθηκε.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, εκτίθενται σε αυτήν όλα τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν με βάση τα οποία οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι εργοδότες, με τον συγκεκριμένο όρο 14 του μεταξύ τους εργολαβικού προσυμφώνου, είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους το δικαίωμα υπαναχώρησης από την μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος σύμβαση έργου σε περίπτωση μη έγκαιρης παραδόσεως σε αυτούς των αντιπαρερχομένων στους ίδιους οριζοντίων ιδιοκτησιών καθώς και των κοινοχρήστων μερών της ως άνω οικοδομής και της κήρυξης του αναιρεσείοντος εκπτώτου, (ρήτρα έκπτωσης) με την ρητή μνεία στον όρο αυτό με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση της παρελεύσεως 160 ημερών από τις τασσόμενες προθεσμίες για την παράδοση του έργου "οι οικοπεδούχοι δικαιούνται όπως, δια μονομερούς δηλώσεως, κοινοποιούμενης νομίμως στον εργολήπτη, κηρύξουν αυτόν έκπτωτο και συνεχίσουν επιμελεία και μερίμνη τους την αποπεράτωση της οικοδομής, με δαπάνες όμως του εργολήπτη.".

Επιπροσθέτως, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στον όρο 14 του ως άνω εργολαβικού προσυμφώνου, ώστε να έχει ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δηλαδή στην αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθόσον δέχθηκε ότι η ως άνω ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου, με βάση το άρθρο 389 ΑΚ επέχει θέση συμφώνου επιφύλαξης από τους αναιρεσίβλητους δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται την κατάργηση της σύμβασης για το μέλλον (ex nunc), από τη στιγμή της επίδοσης της δήλωσης αυτής στον εργολάβο αναιρεσείοντα, όπως με πλήρη σαφήνεια αναφέρονταν στον ως άνω συμβατικό όρο και ότι συνεπώς η εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε στο πλαίσιο των νομίμως και συμβατικώς καθοριζομένων από το εργολαβικό προσύμφωνο δικαιωμάτων τους.

Από την αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η υπαναχώρηση αυτή συνιστά καταγγελία της σύμβασης και ενεργεί για το μέλλον, δεν δημιουργείται αντίφαση με τα όσα παραπάνω έγιναν δεκτά από την ίδια περί συμβατικής υπαναχώρησης των αναιρεσιβλήτων από το έργο, με βάση τον όρο 14 του εργολαβικού προσυμφώνου, ούτε ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε έμμεσα κενό ή ασάφεια σε αυτόν, κρίνοντας συγχρόνως ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται η προβλεπόμενη από το άρθρο 686 ΑΚ καταγγελία της συμβάσεως έργου, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, καθόσον η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 686 ΑΚ αναφέρεται στην νόμιμη υπαναχώρηση, την ύπαρξη της οποίας, κατά τα προαναφερόμενα, δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και δεν δέχθηκε ότι συντρέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από τις μετέπειτα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες κρίθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου "... εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση των εναγομένων περιέχει και έγκυρη δήλωση υπαναχώρησης κατ'άρθρο 690 ΑΚ, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του (και δεν αποδείχθηκε) δήλωση νόμιμης υπαναχώρησης των εναγομένων (επικαλείται μόνο συμβατική τους υπαναχώρηση, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 389, 396, 399 Α.Κ.)..." αλλά ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' αποτέλεσμα δεν έσφαλε, αφού έκρινε στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, ότι, με βάση το εργολαβικό προσύμφωνο ρητά συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης των εναγομένων από την επίδικη σύμβαση γεννάται με μόνη την παρέλευση της προαναφερθείσας προθεσμίας, χωρίς να απαιτείται τήρηση οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας.

Με βάση τα παραπάνω η ρήση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων από τη σύμβαση συνιστά καταγγελία αυτής και ενεργεί για το μέλλον, αποτελεί περιττή επεξηγηματική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης για τα αποτελέσματα της εξώδικης δήλωσης των αναιρεσιβλήτων με την οποία αυτοί κήρυξαν έκπτωτο τον αναιρεσείοντα, όπως είχαν συμβατικό δικαίωμα, με αποτέλεσμα την κατάργηση της σύμβασης για το μέλλον και όχι παραδοχή που υποδηλώνει διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στον επίμαχο όρο του ως άνω εργολαβικού συμφώνου.

Συνεπώς είναι αβάσιμος στο σύνολο του ο τρίτος λόγος αναίρεσης.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 686 (στην πραγματικότητα του άρθρου 681 ΑΚ όπως προκύπτει από τη μνεία στον λόγο αυτό του περιεχομένου της φερομένης ως παραβιασθείσας διάταξης, αλλά και με τη ρητή αναφορά της παραβίασης του άρθρου αυτού στο τέλος του ίδιου λόγου) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 158 ΑΚ και ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του περί κατάρτισης μεταξύ αυτού και των αναιρεσιβλήτων συμβάσεων έργου εκτέλεσης πρόσθετων τροποποιητικών εργασιών και εργασιών διαρρυθμίσεως στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, με βάση τα προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από τον ίδιο ως άνω έγγραφα του χρονικού διαστήματος από 9.9.2008 μέχρι 26.3.2009, από τα οποία προέκυπτε, κατά την άποψή του, ότι η υποχρέωσή του για την αποπεράτωση των ιδιοκτησιών αυτών και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής δεν έληξε, κατά τα προαναφερόμενα στις 10.10.2008 και 10.12.2008 αντίστοιχα, αλλά αργότερα, τουλάχιστον στις 30.04.2009, οπότε ολοκληρώθηκαν οι πρόσθετες εργασίες, στις οποίες αφορούσε το τελευταίο από 26.3.2009 συμφωνητικό.

Με τον λόγο αυτό (τέταρτο) αναίρεσης πλήττονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως άνω έγγραφα, τα οποία αφορούν αλλαγή διαρρύθμισης σε ντουλάπια κουζίνας και επένδυση με μάρμαρο των τζακιών στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων με έξοδα και υλικά δικά τους, κατόπιν αδείας του, δεν φέρουν την υπογραφή του και δεν τον δεσμεύουν , καθώς και ότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτός εκτέλεσε τις σχετικές εργασίες και συνεπώς δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την υπερημερία του στην παράδοση του έργου.

Ειδικότερα, διατείνεται ο αναιρεσείων ως προς την επικαλούμενη από αυτόν ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 681 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 158 ΑΚ, ότι ενώ η σύμβαση έργου είναι κατά κανόνα άτυπη σύμβαση, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν καταρτίσθηκαν οι ως άνω πρόσθετες συμβάσεις για τη διενέργεια πρόσθετων εργασιών και εργασιών διαρρύθμισης στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, επειδή δεν έφεραν την υπογραφή του, απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις αυτές, ήτοι απαίτησε έγγραφο τύπο για κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων.

Επίσης, αιτιάται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα περί μη συνάψεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων έργου για εκτέλεση από αυτόν πρόσθετων εργασιών και εργασιών διαρρύθμισης στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων. με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και συγκεκριμένα, ότι ενώ η προβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι μεταξύ του ίδιου και των αναιρεσιβλήτων δεν συνάφθηκαν οι εν λόγω συμβάσεις έργου για την παροχή πρόσθετων εργασιών, στη συνέχεια αποφαίνεται ότι αυτός δεν εκτέλεσε τις περιγραφόμενες στα προαναφερόμενα έγγραφα εργασίες, δηλαδή ότι δέχεται αντιφατικά ότι συνάφθηκαν πρόσθετες συμβάσεις έργου, αλλά ο αναιρεσείων δεν εκτέλεσε τις εργασίες αυτές.

Το Εφετείο που δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκαν πρόσθετες συμβάσεις έργου για την εκτέλεση επί πλέον εργασιών στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων και ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων εκτέλεσε τέτοιες εργασίες, οι οποίες περιγράφονται στα ως άνω έγγραφα, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 681 και 158 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με σαφείς πλήρεις και χωρίς τις επικαλούμενες αντιφάσεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί μη συνάψεως μεταξύ των διαδίκων πρόσθετων συμβάσεων έργου για την εκτέλεση από τον αναιρεσείοντα των περιεχομένων στα παραπάνω έγγραφα πρόσθετων εργασιών και εργασιών διαρρύθμισης στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων καθώς και περί μη εκτελέσεως αυτών από τον ίδιο.

Με την αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι εκτέλεσε πρόσθετες εργασίες στις ως άνω ιδιοκτησίες, δεν φέρουν την υπογραφή του και δεν τον δεσμεύουν, το Εφετείο δεν απαίτησε έγγραφο τύπο προκειμένου να δεχθεί ότι ο ίδιος συνήψε με τους αναιρεσίβλητους πρόσθετες επί μέρους συμβάσεις έργου εκτέλεσης τροποποιητικών εργασιών και εργασιών διαρρυθμίσεως στις οριζόντιες ιδιοκτησίες αυτών, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Αντίθετα, η παραπάνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, με το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το χρονικό διάστημα από 09.09.2008 μέχρι 30.04.2009, στο οποίο αφορούν οι πρόσθετες εργασίες στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, δεν θα πρέπει να υπολογιστεί στο χρόνο που είχε υποχρέωση να τις αποπερατώσει και να τις παραδώσει σε αυτούς, καθώς και στο χρόνο που είχε υποχρέωση να παραδώσει τα κοινόχρηστα μέρη της ως άνω οικοδομής.

Με βάση τα παραπάνω, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ανεξάρτητα από το ότι είναι και απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., καθόσον με την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

VI.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου.

Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση, η υποχρέωσή του δε αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (Α.Π.1114/2019). Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός, αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος, όπως στην περίπτωση συμβάσεως έργου εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, οπότε στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη (Α.Π.1114/2019, ΑΠ 2208/2013).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τα άρθρα 1 και 19 πλημμέλειες παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 374 Α.Κ., ισχυριζόμενος ότι με αυτήν κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο εκ του άρθρου αυτού προβληθείς αγωγικός ισχυρισμός του, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων - εργοδοτών, τον οποίο επανέφερε παραδεκτά με σχετικό λόγο εφέσεως.

Πιο συγκεκριμένα, αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι ενώ ισχυρίσθηκε με την αγωγή του καθώς και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι με την από 27.4.2019 εξώδικη όχληση - δήλωση του που επιδόθηκε σε όλους τους αναιρεσίβλητους, γνωστοποίησε σε αυτούς, μεταξύ άλλων, ότι το έργο είχε αποπερατωθεί προσηκόντως, όπως και οι πρόσθετες εργασίες που του είχαν ανατεθεί, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους, και τους κάλεσε να του μεταβιβάσουν τα τελευταία 159/1000 της οικοδομής ως συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα, και να του καταβάλλει ο καθένας από τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο εξ αυτών, ιδιοκτήτες αντίστοιχα των Β1, Β2 και Γ1 οριζοντίων ιδιοκτησιών και οι τέταρτη και πέμπτος, ιδιοκτήτες κατά το εξ αδιαιρέτου της Γ2 οριζόντιας ιδιοκτησίας, για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε σε αυτές, τα αντίστοιχα ποσά των 8.521.08 ευρώ, 10.894, 45 ευρώ, 7.569,08 ευρώ και 10.18,45 ευρώ, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ως άνω ισχυρισμός του, που συνιστά ένσταση μη εκπλήρωσης συναλλάγματος, καίτοι ο ίδιος άσκησε εκ της διατάξεως του άρθρου 374 ΑΚ δικαίωμά του, πριν την εξώδικη έκπτωσή του από τη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω πέμπτο αναιρετικό λόγο μέρος της έγιναν δεκτά τα εξής: "...Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος στην αγωγή του (προς θεμελίωση του αιτήματος της να αναγνωριστεί η ακυρότητα της έκπτωσής του ως εργολάβου λόγω συμβατικής υπαναχώρησης των εναγομένων) ότι δεν παρέδωσε στους τελευταίους τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους που είχε αποπερατώσει, επειδή αυτοί δεν πλήρωναν την αντιπαροχή τους για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, κατ'ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εκ του άρθρου 374 Α.Κ., είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι την άνω ένσταση δύναται να προβάλλει μόνο ο εναγόμενος σε περίπτωση που ενάγεται από αμφοτεροβαρή σύμβαση που διατηρεί την ισχύ της..., περίπτωση που δεν ισχύει εν προκειμένω και επί πλέον διότι η άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στη σχέση που δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων αμφοτεροβαρούς σύμβασης με την υπαναχώρηση του ενός...

Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος στην αγωγή του ότι η υπαναχώρηση του ενάγοντος από τη σύμβαση ήταν μη νόμιμη, επειδή ο ίδιος είχε ολοκληρώσει εμπρόθεσμα το συμφωνηθέν έργο, χωρίς να υπολογίζεται χρονικό διάστημα αναστολής οικοδομικών εργασιών από 3-5-2005 έως 1-5-2007 είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον εσφαλμένα υπολαμβάνεται ότι κατά το τελευταίο αυτό διάστημα υπήρξε αναστολή των οικοδομικών εργασιών του έργου, γεγονός που δεν αποδείχθηκε , κατά τα προαναφερθέντα".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος- εκκαλούντος-ενάγοντος, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του ότι την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ ένσταση μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, στην οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός αυτού ως εργολάβου, δύναται να προβάλλει μόνο ο εναγόμενος από αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία διατηρεί την ισχύ της και ότι η ένσταση αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην σχέση μεταξύ συμβαλλομένων σε σύμβαση έργου, από την οποία έχει υπαναχωρήσει το ένα μέρος, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 374 ΑΚ.

Τούτο δε, διότι, κατά το χρόνο που ασκήθηκε η από 5.7.2010 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος -εργολάβου με αίτημα να αναγνωρισθεί άκυρη η από τους εναγομένους - αναιρεσίβλητους - εργοδότες του προς αυτόν με την από 4.6.2010 εξώδικη δήλωσή τους ασκηθείσα υπαναχώρησή τους από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, από 2.5.2002 σύμβαση εργολαβίας ανέγερσης σε οικόπεδο τους πολυώροφης οικοδομής, στην οποία (αγωγή) περιλήφθηκε και ο εξετασθείς από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ασκήσεως της ενστάσεως του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, επειδή οι αναιρεσίβλητοι δεν του κατέβαλαν την αμοιβή του για πρόσθετες εργασίες που υποστήριξε ότι είχε εκτελέσει κατ'εντολή τους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, η μεταξύ των διαδίκων αμφοτεροβαρής σύμβαση είχε ήδη λήξει με την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση των αντισυμβαλλομένων του, περί υπαναχώρησής τους από αυτήν.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος , με τις οποίες επιχειρεί να μεταθέσει την άσκηση της ενστάσεως του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, σε προγενέστερο χρόνο, πριν από την υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων από την μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι αυτή ασκήθηκε με την από 27.4.2010 (εκ παραδρομής στο αναιρετήριο αναφέρεται 27.4.2019) ως άνω εξώδικη δήλωσή του, είναι αβάσιμες, καθόσον, με την εξώδικη αυτή δήλωση - όχληση, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, ζήτησε μεν την αμοιβή του για πρόσθετες εργασίες που ισχυρίσθηκε ότι είχε εκτελέσει στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, κατ'εντολή τους, χωρίς να γίνεται μνεία ότι με αυτήν τους δήλωσε παράλληλα ότι κατ'ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εκ του άρθρου 374 ΑΚ, δεν τους παραδίδει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους μέχρις ότου του καταβάλλουν την αντιπαροχή τους για τις πρόσθετες αυτές εργασίες.

Αντιθέτως, με την ως άνω εξώδικη δήλωση όχληση, η οποία, σημειωτέον, κοινοποιήθηκε στους αναιρεσίβλητους, όταν ήδη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες οικείες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την παράδοση σε αυτούς των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο ίδιος τους κάλεσε να παραλάβουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους υποστηρίζοντας ότι είχαν αποπερατωθεί, χωρίς να συνδέει την παράδοσή τους με την προηγούμενη καταβολή αμοιβής .

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι αβάσιμος, ενώ ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος καθόσον ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας , απέρριψε αγωγικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο, όπως συνέβη στην προκειμένη υπόθεση, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις ήτοι ανεπαρκείς αιτιολογίες ή αντιφάσεις στην περιγραφή τους. (ΑΠ 76/2023, ΑΠ 1485/2022, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 200/2021, ΑΠ 213/2020).

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "... στις 7-7-2009 πραγματοποιήθηκε η διενέργεια αυτοψίας στην άνω οικοδομή από αρμόδιους υπαλλήλους της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιά και διαπιστώθηκε ότι κατά τον άνω χρόνο η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των χρωματισμών στο υπόγειο, την πυλωτή και στους Α', Β', Γ' και Δ' ορόφους, στο στάδιο των εσωτερικών διαρρυθμίσεων στους Ε' και ΣΤ' ορόφους και στο δώμα ήταν σε εξέλιξη τοποθέτηση μηχανολογικού εξοπλισμού κολυμβητικής δεξαμενής και ο περιβάλλων χώρος ήταν σε εξέλιξη (βλ.

σχετ. το με αριθ. πρωτ. Π 785...-7-2009 έγγραφο του Προϊσταμένου Τ.Ε.Κ. Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά...). Στις 10-9-2009 διενεργήθηκε αυτοψία στην άνω οικοδομή από τον διορισθέντα από τους εναγομένους πολιτικό μηχανικό Κ. Δ., η οποία όμως περιορίσθηκε στο επίπεδο του ισογείου - πυλωτής και στα εμφαινόμενα επί των όψεων του κτιρίου, διότι ο ενάγων δεν επέτρεψε την είσοδο του άνω πολιτικού μηχανικού στους εσωτερικούς χώρους της οικοδομής.

Σύμφωνα δε με την από 3-11-2009 τεχνική έκθεση του τελευταίου διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι " δεν έχει κατασκευαστεί κεντρικό φρεάτιο ακαθάρτων υδάτων, το οποίο να είναι έτοιμο να συνδεθεί με το δίκτυο της Ε.Υ.Δ.Α.Π., ως φαίνεται στην εγκεκριμένη υδραυλική μελέτη. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει δυνατότητα σύνδεσης του εσωτερικού δικτύου της πολυκατοικίας με το κεντρικό αποχετευτικό δίκτυο του οικείου δήμου, άρα και λειτουργία της πολυκατοικίας.

Εναλλακτικά και σε περίπτωση μη ύπαρξης δημοσίου δικτύου απορροής ακαθάρτων υδάτων, επιβάλλεται η κατασκευή σηπτικού βόθρου εντός του νομίμου περιγράμματος του οικοπέδου, το οποίο να εξασφαλίζει την αποχετευτική λειτουργία και την υγιεινή της πολυκατοικίας. Αντιθέτως, στην εν λόγω πολυκατοικία, το εσωτερικό δίκτυο ακαθάρτων υδάτων συνδέεται με το δημόσιο δίκτυο ομβρίων, κάτι το οποίο απαγορεύεται αυστηρά από τους ισχύοντες κανονισμούς ".

Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν μεταγενέστερα από το με αρ. πρωτ. 394188/13-12-2011 έγγραφο της Ε.Υ.Δ.Α.Π., με θέμα " Αποχέτευση ακινήτου Αναλήψεως 2Α στο Δήμο Δ. " , το οποίο αναφέρει , εκτός άλλων ,ότι " συνεργείο της υπηρεσίας έκανε έρευνα- αυτοψία στις 31-10-11 και διαπίστωσε ότι: 1) Έμπροσθεν από το εν θέματι ακίνητο δεν διέρχεται οριστικό δίκτυο ακαθάρτων αλλά διέρχεται ένας αγωγός ομβρίων (προφανώς κατασκευής Δήμου Δ.) και το ακίνητο είναι συνδεδεμένο σε αυτόν, με φρεάτιο ελέγχου στο πεζοδρόμιο και χωρίς δικλείδα ασφαλείας. " .

Επί πλέον , σύμφωνα με την ίδια άνω τεχνική έκθεση " Επί του ακάλυπτου του ισογείου έχουν χωροθετηθεί παράπλευρα οι ανοικτές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με στοιχεία ΑΧΣ 5 και ΑΧΣ 6. Σύμφωνα με την εγκεκριμένη αρχιτεκτονική μελέτη η πρόσβαση στις συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης εξασφαλίζεται σε συνολικό πλάτος 4,50 μέτρων (2 Χ 2,25 μέτρα / θέση στάθμευσης) και μεταξύ δύο υποστυλωμάτων του ισογείου.

Κατά την αντιπαραβολή της θέσης των συγκεκριμένων υποστυλωμάτων στην αρχιτεκτονική μελέτη με την εγκεκριμένη στατική μελέτη και την υλοποιημένη κατάσταση δεν προκύπτει, όπως αυτό επιβάλλεται, ταύτιση. Το πλάτος πρόσβασης περιορίζεται στα 3,50 περίπου μέτρα, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η στάθμευση δύο αυτοκινήτων" .

Σε συνέχεια της άνω αυτοψίας και κατόπιν έκδοσης της με αριθ. 3386/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων να επιτρέψει την είσοδο των μηχανικών των εναγομένων στις οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας, συντάχθηκε η από 11-2-2011 τεχνική έκθεση του άνω μηχανικού..., καθώς και του μηχανολόγου μηχανικού Χ.

Μ., σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε πέραν των ανωτέρω, ότι σε τμήμα του ισογείου χωροθετούνταν, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, δύο κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, οι οποίες είχαν μετατραπεί σε χώρο κύριας χρήσης (διαμέρισμα κατοικίας) και στο διαμέρισμα Α-1 του Α' ορόφου είχε προσαρτηθεί ως χώρος παταριού τμήμα του Α' ορόφου το οποίο στην αρχιτεκτονική μελέτη χαρακτηρίζεται ως "κενός χώρος" και είναι χώρος άβατος και κοινόχρηστος.

Επίσης, διαπιστώθηκε ως προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγομένων και όσον αφορά στα μπάνια και τα w.c., ότι τα είδη υγιεινής δεν ήταν, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, της φίρμας I.S. αλλά της φίρμας H. και οι ξυλουργικές εργασίες (πόρτες των ντουλαπών των κοιτώνων και των ερμαρίων των κουζινών) δεν ήταν κατασκευασμένες σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων από βακελίτη αλλά από μελαμίνη...".

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους έκτο και όγδοο λόγους αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681 , 686 παρ. 2, 341 και 342 ΑΚ. Με αμφότερους τους αναιρετικούς αυτούς λόγους ο αναιρεσείων πλήττει τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος τους, με το οποίο έγινε δεκτό, ότι από αυτοψίες που διενεργήθηκαν στην εν λόγω οικοδομή, τόσο από τον διορισθέντα από τους αναιρεσίβλητους πολιτικό μηχανικό, όσο και από την υπηρεσία της Ε.Υ.Δ.Α.Π.

διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν προέβη στη σύνδεση της αποχέτευσης της οικοδομής με το δημόσιο δίκτυο υποδομής ακαθάρτων υδάτων , ή στην περίπτωση που δεν υφίστατο τέτοιο δημόσιο δίκτυο, δεν προέβη στην κατασκευή σηπτικού βόθρου. Συγκεκριμένα, στον έκτο λόγο αναίρεσης αναφέρεται ο αναιρεσείων στο άρθρο 6 του εργολαβικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων με το οποίο συμφωνήθηκε ότι: "...

όλες οι δαπάνες των παροχών των γνωμόνων ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος ως και οι τοιαύται συνδέσεως προς τυχόν υφιστάμενο δίκτυο αποχετεύσεως και οι σχετικές εγγυήσεις οι αφορώσες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των οικοπεδούχων βαρύνουν αποκλειστικώς και μόνον τους οικοπεδούχους κατ'αναλογία, τους οποίους βαρύνει επίσης και η δαπάνη θερμοσίφωνος..." και αιτιάται ότι ενώ αυτός, κατά τα προαναφερόμενα, δεν είχε αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση να διενεργήσει με δικές του δαπάνες τη σύνδεση της κεντρικής αποχέτευσης της οικοδομής με το κεντρικό αποχετευτικό δίκτυο του οικείου δήμου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, κατά παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο ίδιος κατέστη υπερήμερος ως προς τη συμβατική του υποχρέωση να παραδώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως τις περιερχόμενες στους αναιρεσιβλήτους ιδιοκτησίες, εξαιτίας του ότι δεν προέβη στη σύνδεση της αποχέτευσης της οικοδομής με το δημόσιο δίκτυο υποδομής ακαθάρτων υδάτων, ή στην περίπτωση που δεν υφίστατο τέτοιο δημόσιο δίκτυο, στην κατασκευή σηπτικού βόθρου, χωρίς να διερευνήσει αν οι αντισυμβαλλόμενοι του αναιρεσίβλητοι είχαν καταβάλλει τις αντίστοιχες δαπάνες προς τούτο, οι οποίες βάρυναν τους ίδιους.

Επίσης, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αναφερόμενος στα ίδια ως άνω περιστατικά για τη μη σύνδεση της αποχέτευσης της οικοδομής με το κεντρικό δημόσιο δίκτυο κατά τον ως άνω χρόνο, αιτιάται ότι ο ίδιος δεν έχει ευθύνη για τη μη έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής αυτής εξαιτίας του ότι το δημόσιο δίκτυο αποχέτευσης δεν είχε κατασκευασθεί από την ΕΥΔΑΠ, η οποία είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα για την κατασκευή του.

Οι ως άνω έκτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, όσον αφορά την παραβίαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, περί υπερημερίας του αναιρεσείοντος ως προς την εμπρόθεσμη περάτωση των περιερχομένων στους αναιρεσίβλητους ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων μερών της συγκεκριμένης οικοδομής, εξαιτίας της μη σύνδεσης αυτής με το δημόσιο δίκτυο ακαθάρτων υδάτων, ή εφόσον αυτό δεν υφίστατο, της κατασκευής σηπτικού βόθρου, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε έκπτωτος από την εργολαβική σύμβαση εξαιτίας της υπερημερίας του ως προς την συμβατική του υποχρέωση της παράδοσης των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων και των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, σε συγκεκριμένο χρόνο, ήτοι στις 10.10.2008 και 10.12. 2008 αντίστοιχα.

Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί της διαπιστώσεως της μη σύνδεσης της αποχέτευσης της οικοδομής με το δημόσιο δίκτυο υποδομής ακαθάρτων υδάτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα που συντάχθηκαν κατόπιν αυτοψιών που διενεργήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο (7.7.2009, 10.10.2009), αποτελούν επιχείρημα του δικαστηρίου προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος ,ότι ο αναιρεσείων δεν περάτωσε στον ορισθέντα συμβατικό χρόνο το έργο που είχε αναλάβει και ότι συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι νόμιμα υπαναχώρησαν από τη σύμβαση και τον κήρυξαν έκπτωτο.

Επί πλέον, με τον ως άνω όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του, τον οποίο πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου ότι δεν έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της παροχής αυτής της σύνδεσης της εν λόγω οικοδομής με το δημόσιο αποχετευτικό δίκτυο, για τους προαναφερόμενους λόγους.

Ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο όγδοος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν ιδρύουν τον ερευνώμενο αυτό λόγο αναίρεσης, καθόσον ο παραπάνω φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμός του, είναι αλυσιτελής ,ως στηριζόμενος, κατά τα προαναφερόμενα, σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως τέτοιος δεν αποτελεί "πράγμα" ήτοι δεν αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής και του αντίστοιχου λόγου έφεσης , περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπαναχώρησης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων από την μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση και έτσι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτόν, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη περί της μη ιδρύσεως του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

VIII. Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και απώλεια των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν η παράβαση αφορά συμβατικούς κανόνες συναπτόμενης σύμβασης, διότι αυτοί δεν περιέχουν κανόνες δικαίου (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 232/2008). Επί πλέον στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους έβδομο, ένατο και δέκατο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αναφερόμενος στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης της αποδίδει παραβίαση των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων: α) με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των άρθρων 3, 8 και 12 της μεταξύ των διαδίκων εργολαβικής σύμβασης και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στερούμενη νόμιμης βάσης, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός κατέστη υπερήμερος, ως προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι των αναιρεσιβλήτων, όσον αφορά στην εμπρόθεσμη παράδοση των λοιπών πλην των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής που θα περιέρχονταν σε αυτούς (Β1, Β2, Γ1, Γ2), και δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθέντα στο Εφετείο ισχυρισμό του, ότι όλες οι λοιπές αυτές ιδιοκτησίες , όπως και οι δύο κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων περιέρχονται στον ίδιο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, χωρίς να υφίσταται στην επίδικη εργολαβική σύμβαση συμβατική υποχρέωση του ίδιου για αποπεράτωση εντός ορισμένης προθεσμίας των ιδιοκτησιών αυτών και των κλειστών θέσεων στάθμευσης, παρά μόνο υποχρέωσή του για περάτωση εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας των αντιπαρερχομένων στους αναιρεσιβλήτους οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων, β) με τον ένατο λόγο αναίρεσης, ότι ενώ από καμία διάταξη του μεταξύ των διαδίκων συναφθέντος εργολαβικού προσυμφώνου, ούτε από το συγκεκριμένο αναφερόμενο σε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) άρθρο 14 τούτου, παρέχεται το δικαίωμα στους αναιρεσίβλητους εργοδότες του να τον κηρύξουν έκπτωτο σε περίπτωση που μεταβιβάσει από τα χιλιοστά που περιέρχονται σε αυτόν ως εργολαβικό αντάλλαγμα με αυτοσύμβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο, το Εφετείο, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 14 της εργολαβικής σύμβασης, χωρίς αιτιολογία και με πλήθος αντιφατικών αιτιολογιών, δέχθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση εκπτώσεώς του από το λόγο αυτό, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και χωρίς να λάβει υπόψη του τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα ενώπιον του ισχυρισμό αυτού ότι εκ της ως άνω αιτίας ήτοι της μεταβίβασης χιλιοστών εκ των περιερχομένων στον ίδιο ως εργολαβικό αντάλλαγμα με αυτοσύμβαση, δεν συνέτρεχε λόγος έκπτωσής του από την εργολαβική σύμβαση, γ) με τον δέκατο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ίδιου ως άνω άρθρου 14 της εργολαβικής σύμβασης, χωρίς αιτιολογία και με πλήθος αντιφατικών αιτιολογιών, για να αχθεί στην κρίση ότι αυτός είχε καταστεί υπερήμερος ως προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι των αναιρεσιβλήτων και ότι εντεύθεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος υπαναχώρησής τους από την μεταξύ τους σύμβαση και για την κήρυξη του ίδιου ως έκπτωτου, διέλαβε στις προαναφερόμενες παραδοχές της, ότι για τις ανοικτές θέσεις στάθμευσης ΑΧΣ 5 και ΑΧΣ 6, που έχουν χωροθετηθεί επί του ακαλύπτου του ισογείου δεν έχει εξασφαλισθεί πρόσβαση συνολικού πλάτους 4,50 μέτρων όπως προβλέπονταν στην σχετική εγκεκριμένη αρχιτεκτονική μελέτη αλλά το πλάτος πρόσβασης στις θέσεις αυτές περιορίζεται σε 3,50 μέτρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η στάθμευση δύο αυτοκινήτων, χωρίς να εξειδικεύει ποιόν από τους αναιρεσιβλήτους αφορούν οι ως άνω θέσεις στάθμευσης, και για ποια θέση υφίσταται το κατασκευαστικό ελάττωμα, διότι, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ακόμη και στην περίπτωση που ευσταθεί το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί ύπαρξης λόγου να κηρυχθεί ο ίδιος έκπτωτος από την εργολαβική σύμβαση από την ως άνω αιτία, το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση και της κηρύξεως εκπτώτου του ίδιου δεν έχουν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, αλλά μόνο εκείνος στον οποίο αφορά η συγκεκριμένη θέση στάθμευσης , που παρουσιάζει το αναφερόμενο κατασκευαστικό ελάττωμα.

Με τον ίδιο λόγο προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του τον οποίο πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου ότι δεν έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της παροχής που τον βαρύνει έναντι των αναιρεσιβλήτων "ως προς τις ιδιοκτησίες του Α', Δ', Ε' και Στ' ορόφους και όχι όλους από τους Β' και Γ' ορόφους , αλλά και τις κλειστές θέσεις στάθμευσης που άλλαξαν χρήση σε κύρια και συνενώθηκαν με τμήμα του Α' ορόφου".

Ωστόσο, οι έβδομος, ένατος και δέκατος αναιρετικοί λόγοι όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας τους, καθόσον δεν αναφέρεται σε κανένα από αυτούς, ως έδει, η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Με την αναφορά από τον αναιρεσείοντα της παραβίασης από την προσβαλλόμενη απόφαση των άρθρων 3, 8, 12 και 14 της εργολαβικής σύμβασης δεν στοιχειοθετούνται οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, διότι, όπως εκτέθηκε στην σχετική μείζονα σκέψη, οι συμβατικοί κανόνες συναπτόμενης σύμβασης, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των οποίων και μόνο στοιχειοθετεί τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε έκπτωτος : α) για τον λόγο ότι προέβη με αυτοσύμβαση σε μεταβίβαση χιλιοστών της οικοδομής που αποτελούσαν εργολαβικό του αντάλλαγμα, β) για τη μη έγκαιρη παράδοση των ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα , γ) για την αλλαγή χρήσης σε κύρια κατοικία των κλειστών θέσεων στάθμευσης, που επίσης αποτελούσαν εργολαβικό του αντάλλαγμα και τη συνένωσή τους με τμήμα του Α' ορόφου της πολυκατοικίας, καθώς και το κατασκευαστικό ελάττωμα στις κλειστές θέσεις στάθμευσης, ενώ, με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται δεκτό, ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε έκπτωτος από την εργολαβική σύμβαση, εξαιτίας της υπερημερίας του ως προς την συμβατική του υποχρέωση της παράδοσης των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων και των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, σε συγκεκριμένο συμβατικό χρόνο.

Συνεπώς, ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι έβδομος, ένατος και δέκατος λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και δεν ιδρύουν τον ερευνώμενο αυτό λόγο αναίρεσης καθόσον οι παραπάνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, είναι αλυσιτελείς, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως τέτοιοι δεν στηρίζουν το αίτημα της αγωγής και των αντίστοιχων λόγων έφεσης, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της υπαναχώρησης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων από την μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση, οπότε δεν αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς που ασκούν επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης και έτσι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτούς.

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ότι ο αναιρεσείων προέβη με αυτοσύμβαση σε μεταβίβαση χιλιοστών της οικοδομής που αποτελούσαν εργολαβικό του αντάλλαγμα, στην αλλαγή χρήσης σε κύρια κατοικία των κλειστών θέσεων στάθμευσης, που επίσης αποτελούσαν εργολαβικό του αντάλλαγμα και τη συνένωσή τους με τμήμα του Α' ορόφου της πολυκατοικίας, καθώς και στο συγκεκριμένο κατασκευαστικό ελάττωμα στις ως άνω κλειστές θέσεις στάθμευσης, αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες και επιχειρήματα του δικαστηρίου τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις, που δεν στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί νόμιμης υπαναχώρησης των αναρεσιβλήτων από τη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση εξαιτίας αποκλειστικά της υπερημερίας του αναιρεσείοντος ως προς τη συμβατική του υποχρέωση της σε συμφωνημένο χρόνο παράδοσης σε αυτούς αποπερατωμένων μόνο των περιερχομένων στους ίδιους οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής.

Προσέτι με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν. (ΑΠ 6872024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2021, ΑΠ 551/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σε αυτόν ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα αυτά και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επίσης πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας και η ορθή, κατά τον αναιρεσείοντα έννοια κανόνα δικαίου που προκύπτει από αυτά (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 770/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020). Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του περί του ότι τουλάχιστον μέχρι 30.4.2009 είχε αποπερατώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων και ότι ουδέποτε κατέστη υπερήμερος ως προς την περάτωσή τους.

Αναφέρεται δε στο περιεχόμενο της από 7.5.2009 εξώδικης απάντησης - γνωστοποίησης - πρόσκλησης - δήλωσης των αναιρεσιβλήτων προς αυτόν, παραθέτοντας στο λόγο αυτό του αναιρετηρίου την ακόλουθη περικοπή της : "Επίσης η εκτέλεση των εργασιών στις οριζόντιες ιδιοκτησίες μας δεν έγινε σύμφωνα με την από Μαΐου 2002 Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων και συγκεκριμένα και ενδεικτικά σας αναφέρουμε ότι δεν έχετε τοποθετήσει στις οριζόντιες ιδιοκτησίες μας (διαμερίσματα) τις πόρτες στις ντουλάπες των υπνοδωματίων και τα πορτάκια στα ντουλάπια της κουζίνας από βακελίτη (άρθρο 3. 6 της από Μαΐου 2002 γενικής συγγραφής υποχρεώσεων) αλλά τοποθετήσατε βακελιτικό υλικό, όπως ο ίδιος ομολογείται με το άνω εξώδικο σας.

Επιπλέον διαπιστώσαμε δεν έχουν ολοκληρωθεί οι ελαιοχρωματισμοί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες μας τουλάχιστον την τελευταία φορά που τις επισκεφθήκαμε, ούτε άλλωστε μας καλέσατε να διαπιστώσουμε την δήθεν ολοκλήρωσή τους και να τις παραλάβουμε εφόσον όπως ισχυρίζεστε είναι αποπερατωμένες..." Ακολούθως, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι από την παραπάνω εξώδικη δήλωση, η οποία αποτελεί, κατά τον ίδιο, ομολογία των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι τουλάχιστον μέχρι 7.5.2009 είχαν τοποθετηθεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους οι ντουλάπες και όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, πράγμα που σημαίνει ότι των τοποθετήσεων αυτών είχαν προηγηθεί οι χρωματισμοί των οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Με βάση τα παραπάνω μέμφεται με τον ενδέκατο αυτό αναιρετικό λόγο την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1β, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος, κατ'αρχήν, ότι ενώ αυτή αναφέρθηκε με τις παραδοχές της στην ως άνω εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων, την οποία δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο, στη συνέχεια διέλαβε σε αυτές ότι κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε στις 7.7.2009 στην άνω οικοδομή από υπαλλήλους της αρμόδιας Πολεοδομίας διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον άνω χρόνο η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των χρωματισμών στο υπόγειο, την πυλωτή και τους Α', Β', Γ' και Δ' ορόφους, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό με την παράλειψη χρησιμοποίησής τους, άλλως με εσφαλμένη χρησιμοποίηση αυτών, τα σχετικά με την κατασκευή οικοδομών διδάγματα της κοινής πείρας , σύμφωνα με τα οποία ,όπως είναι κοινώς γνωστό, προϋπόθεση για να τοποθετηθούν τα ξύλινα κουφώματα είναι η ολοκλήρωση των χρωματισμών, για λόγους προστασίας των ξύλινων κουφωμάτων, αλλά και διότι στα σημεία που αυτά θα τοποθετηθούν καλύπτουν τοιχία, τα οποία προϋποτίθεται ότι έχουν χρωματισθεί.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς την παραβίαση του αριθμού 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, ως έδει για το ορισμένο αυτού, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή κατά παράλειψή δεν χρησιμοποιήθηκαν αυτά, ανεξαρτήτως του ότι είναι και αβάσιμος, διότι τα παραπάνω φερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και λογικής δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν ή παραλείφθηκε να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία μη κατονομαζομένου ουσιαστικού κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, υπό την επίφαση δε της παραβίασής τους, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα ίδια ισχύουν και για την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559, ως προς την οποία ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος , εφόσον δεν γίνεται μνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως εκ πλαγίου παραβιασθείς, επί πλέον δε ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης δικονομικών κανόνων δικαίου (ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 415/2021, ΑΠ 667/2020, όπως είναι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα δικονομικές διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ, που αφορούν στις προϋποθέσεις λήψης υπόψη του αποδεικτικού μέσου της εξώδικης ομολογίας.

Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ελλιπών και ασαφών αιτιολογιών που στέρησαν την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, με τους ισχυρισμούς ότι δεν καθίσταται σαφές αν με αυτή έγινε τελικά δεκτό ότι στις 7.5.2009 είχαν τοποθετηθεί ή όχι τα ξύλινα κουφώματα στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, στοιχείο που οδηγεί στο αποδεικτικό πόρισμα της περάτωσης ή μη στον ως άνω χρόνο των οριζοντίων αυτών ιδιοκτησιών και συνακόλουθα της μη περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε υπερημερία, και ότι, επί πλέον, από καμία από τις διατάξεις του ως άνω μεταξύ των διαδίκων εργολαβικού προσυμφώνου, όπου ορίζονται οι τμηματικές προθεσμίες εκτέλεσης του έργου, δεν συνδέεται με την εκτέλεση χρωματισμών, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η συνδεόμενη με την ανέλεγκτη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας, που κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής δεν είχαν αποπερατωθεί στον ορισθέντα με την εργολαβική σύμβαση χρόνο, με αποτέλεσμα να είναι νόμιμη η υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων - εργοδοτών από αυτήν και η κήρυξη του αναιρεσείοντος - εργολάβου ως εκπτώτου.

Ως προς την παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τις αιτιάσεις του αναίρεσείοντος ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες ενώπιον αυτού ισχυρισμούς του περί παραβίασης των προαναφερομένων διδαγμάτων κοινής πείρας, οι οποίοι, όπως διατείνεται αυτός, είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον στηρίζουν το αίτημα της αγωγής του περί προσήκουσας και εμπρόθεσμης περαίωσης των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου του παράνομου, αντισυμβατικού και καταχρηστικού χαρακτήρα της εκπτώσεώς του, ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τούτο δε, διότι, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας και λογικής είναι αόριστοι κατά τα προαναφερόμενα, οπότε δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό αυτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη νόμιμους, ορισμένους και λυσιτελείς ισχυρισμούς.

Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι τα όσα αναφέρει ο αναιρεσείων σχετικά με τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ισχυρισμών του περί διδαγμάτων κοινής πείρας, σχετίζονται με εκτιμήσεις, συμπεράσματα και επιχειρήματα του ίδιου, από τα οποία, κατά την άποψή του προκύπτει, ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων ήταν αποπερατωμένες την 7.5.2009 και ότι έτσι δεν κατέστη υπερήμερος ως προς την περάτωση και παράδοσή τους, οπότε δεν ήταν νόμιμη η υπαναχώρηση των τελευταίων από την εργολαβική σύμβαση, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, και συνεπώς οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Ακολούθως, με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττονται και πάλι οι προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες έγινε δεκτό, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε αναλάβει να εκτελέσει και ότι πράγματι εκτέλεσε πρόσθετες εργασίες κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους.

Στον αναιρετικό αυτό λόγο ο αναιρεσείων αναφέρεται στην επισήμανση που έγινε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα 02-6-2008 έγγραφο - δήλωση των αναφεριβλήτων, στο οποίο οι τελευταίοι αναφέρουν (η δεύτερη με πάσα επιφύλαξη παντός δικαιώματος της) ότι κατόπιν επιθυμίας και παραγγελίας τους έγιναν τροποποιήσεις στα διαμερίσματα τους σε σχέση με τα σχέδια του εργολαβικού, της σύστασης και της άδειας οικοδομής και ότι αυτούς μόνο βαρύνουν οι συνέπειες των τροποποιήσεων αυτών.

Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν υπέδειξε υπαίτια καθυστέρηση στην περαίωση των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, αλλά ότι αντιθέτως αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι του ανέθεσαν και ο ίδιος εκτέλεσε τροποιητικές εργασίες διαρρύθμισης των ιδιοκτησιών τους, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, στο οποίο και στηρίχθηκε αποκλειστικά για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα.

Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι στο ως άνω έγγραφο ρητά δήλωσαν αποδέχθηκαν και συνομολόγησαν αληθές γεγονός που βλάπτει τα συμφέροντά τους, ήτοι ότι αυτοί απαίτησαν και συμφώνησαν να εκτελεσθούν τροποποιητικές αλλαγές στα αρχικά κατασκευαστικά σχέδια των ιδιοκτησιών τους, τις οποίες και πράγματι εκτέλεσε ο ίδιος κατ'εντολή τους, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από τα περιλαμβανόμενα στο έγγραφο αυτό, ήτοι ότι εκ του περιεχομένου του είναι προφανές ότι το ως άνω έγγραφο συντάχθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ο οποίος κατασκεύασε ως εργολάβος την εν λόγω οικοδομή, ότι αυτό είναι εντελώς αόριστο ως προς το είδος των επικαλούμενων διαφοροποιήσεων στη διαρρύθμιση των διαμερισμάτων των αναιρεσιβλήτων και ως προς το κόστος υλοποίησής τους και συνακόλουθα κρίθηκε ότι το παραπάνω έγγραφο εγχειρίστηκε προσχηματικά στους αναιρεσίβλητους προς υπογραφή, ως δήθεν τυπικό προαπαιτούμενο, ώστε ο αναιρεσείων να αποπερατώσει και να τους παραδώσει τα διαμερίσματά τους, μετά και τις πολεοδομικές παραβάσεις στις οποίες προέβη κατά την ανέγερση της οικοδομής εν αγνοία τους, ώστε να υφαρπάξει εκ των υστέρων τη συναίνεσή τους στις άνω αποκλίσεις του από τα εγκεκριμένα από την Πολεοδομία σχέδια και να μπορέσει αργότερα να δικαιολογήσει την καθυστέρησή του στην αποπεράτωσή της και να αποτρέψει την έκπτωσή του από το έργο λόγω καθυστέρησης και ταυτόχρονα να αυξήσει το εργολαβικό του αντάλλαγμα και να αποφύγει την ευθύνη του για πολεοδομικές παραβάσεις.

Ο δωδέκατος λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω οικείο μέρος του που αφορά σε παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε "διαγνωστικό λάθος" του προαναφερόμενου εγγράφου, ήτοι των όσων δηλώνουν οι αναιρεσίβλητοι στο έγγραφο αυτό , το οποίο περιλήφθηκε αυτούσιο στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του ως αποδεικτικού μέσου, από το οποίο το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό.

Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων για πρόσθετες εργασίες συγκεκριμένου είδους και κόστους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσειβλήτων και για αναστολή της προθεσμίας παράδοσης του έργου μέχρι να περατωθούν οι εργασίες αυτές, στηριζόμενη σε πλείστα αποδεικτικά στοιχεία, των οποίων έγινε μνεία στα πλαίσια των προαναφερομένων πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε παραμόρφωση άλλων εγγράφων, με τις αιτιάσεις, ότι από αυτά αποδεικνύονταν η εκτέλεση από τον ίδιο πρόσθετων εργασιών στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, και η εξ αυτού του λόγου αναστολή της συμβατικής προθεσμίας περατώσεώς τους.

Αντιθέτως η μνεία στο φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο, έγινε στην προσβαλλόμενη απόφαση προς επίρρωση του προαναφερόμενου αποδεικτικού της πορίσματος, εφόσον στις συγκεκριμένες παραδοχές της αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετικό πόρισμα από το περιεχόμενου του εγγράφου αυτού.

Ο ίδιος (δωδέκατος) λόγος αναίρεσης: α) κατά το μέρος του που αφορά παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που εισάγουν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, κατά τα προεκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, όταν, το δικαστήριο μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, προϋποθέσεις που δεν υφίστανται στην παρούσα περίπτωση, καθόσον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης δεν πλήττεται το περιεχόμενο δικαιοπραξίας ή σύμβασης, στην οποία η βούληση των μερών χρήζει ή δεν χρήζει ερμηνείας, αλλά το περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου, ήτοι του ως άνω εγγράφου, που δεν αποτελεί σύμβαση, β) κατά το μέρος του που αφορά παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠλΔ, με την επίκληση, ότι καίτοι ο αναιρεσείων προέβαλε τον παραπάνω ισχυρισμό περί απαίτησης και συμφωνίας του με τους αναιρεσίβλητους για εκτέλεση κατασκευαστικών αλλαγών και διαρρυθμίσεων στις ιδιοκτησίες αυτών και της εκ του λόγου αυτού καθυστέρησης στην περαίωσή τους, συνεπαγομένης την ανυπαρξία υπερημερίας του ως προς την παράδοση τους, εντούτοις το Εφετείο παρέλειψε να τον εκτιμήσει και να τον λάβει υπόψη του, είναι απαράδεκτος καταρχήν εφόσον ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Επί πλέον οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου αποδεικνύεται η βασιμότητα του φερομένου ως μη ληφθέντος υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμού του, είναι απαράδεκτες καθόσον αναφέρονται σε εκτιμήσεις, συμπεράσματα και επιχειρήματα του ίδιου, οι οποίες δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού αυτού μέσου, γ) κατά το μέρος του που αφορά στην παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος διότι με αυτό ο αναιρεσείων πλήττει και πάλι την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Προσέτι, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 1751/2023, ΑΠ 1741/2023, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 1741/2023, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός , αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο. (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021, 477/2019, ΑΠ 174/2019).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018).

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα , ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα , για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ. (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019). Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά , την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ' και επικουρικά από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό, το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα με αριθμούς πρωτοκόλλου Π..../02.10.2010 και Π..../08.3.2011 έγγραφα της Πολεοδομίας Δ. ,με τα οποία βεβαιώνεται ότι στην επίδικη οικοδομή οι σε εξέλιξη εργασίες είναι η τοποθέτηση μηχανολογικού εξοπλισμού κολυμβητικής δεξαμενής στο δώμα και η διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου , ενώ σε κανένα σημείο των εγγράφων αυτών δεν αναφέρεται ύπαρξη αυθαίρετων κατασκευών.

Διατείνεται, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, κατά τα προαναφερόμενα, ότι ο ίδιος κατά την κατασκευή της οικοδομής είχε υποπέσει στις προαναφερόμενες πολεοδομικές παραβάσεις, οι οποίες αναφέρονται στην από 3.11.2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ.Δ. και την συμπληρωματική αυτής από 11-2-2011 τεχνική έκθεση του Χ.Μ., οπότε, παρά τη διαβεβαίωση αυτής ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως έγγραφα από τους διαδίκους υφίσταται αμφιβολία αν λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης όσον αφορά την παραβίαση του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν αυτοί, εκτός δε από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις τους, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 155/2020) χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο τους.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και διότι τα παραπάνω έγγραφα δεν είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον αυτή αφορούσε στη νομιμότητα ή μη της δήλωσης υπαναχώρησης των αναιρεσιβλήτων από τη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση, διότι από το περιεχόμενο τους αφενός μεν δεν προκύπτει άνευ ετέρου ότι στην επίδικη οικοδομή δεν υπήρχαν πολεοδομικές παραβάσεις, εφόσον σε αυτά γίνεται μνεία μόνο των εργασιών που ήταν σε εξέλιξη σε αυτήν, αφετέρου δε τα συγκεκριμένα έγγραφα εκδόθηκαν ενώ ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε καταστεί ήδη προ ικανού χρόνου υπερήμερος ως προς την περάτωση των περιερχομένων στους αναιρεσίβλητους οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, σύμφωνα με την μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση, αλλά και μετά την υπαναχώρηση των ιδίων από αυτήν για το μέλλον και την κήρυξη του αναιρεσείοντος ως εκπτώτου.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει επικουρικά ότι ενώ τα προαναφερόμενα έγγραφα της Πολεοδομίας Δ. είναι δημόσια έγγραφα και παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς το ότι στην επίδικη οικοδομή δεν διαπιστώθηκαν πολεοδομικές παραβάσεις, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι αυτός είχε προβεί στις πολεοδομικές παραβάσεις στις οποίες αναφέρονται οι ως άνω τεχνικές εκθέσεις που διέλαβε στις παραδοχές του και οι οποίες αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ,ήτοι απέδωσε αυξημένη αξία στα ιδιωτικά έγγραφα, ενώ αντιθέτως δεν απέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχουν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καταρχήν, διότι τα παραπάνω έγγραφα της Πολεοδομίας Δ. αποτελούν μεν γενικώς δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία , συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση, σχετικά με τις εργασίες που ήταν σε εξέλιξη στην οικοδομή (τοποθέτηση μηχανολογικού εξοπλισμού κολυμβητικής δεξαμενής στο δώμα και διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου).

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, από τα παραπάνω έγγραφα, που εκδόθηκαν σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο από εκείνον που σύμφωνα με τη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση ο αναιρεσείων υποχρεούταν να περατώσει και παραδώσει στους αναιρεσίβλητους τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους και τα κοινόχρηστα μέρη της ως άνω οικοδομής, ουδέν βεβαιώνεται περί μη ύπαρξης πολεοδομικών παραβάσεων στην ως άνω οικοδομή, ενώ, άλλωστε, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι από τη μη αναφορά στα παραπάνω δημόσια έγγραφα περί ύπαρξης οποιωνδήποτε πολεοδομικών παραβάσεων συνάγεται ότι δεν υπήρξαν τέτοιες παραβάσεις, είναι αλυσιτελής καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε στα πλαίσια και προηγούμενων αναιρετικών λόγων, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί νομίμου υπαναχωρήσεως των αναιρεσιβλήτων από την μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση και της κηρύξεως του αναιρεσείοντος εκπτώτου, εξαιτίας της υπαίτιας υπερημερίας του ως προς την περάτωση και παράδοση των περιερχομένων σε αυτούς οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων μερών της συγκεκριμένης οικοδομής και όχι εξαιτίας πολεοδομικών παραβάσεων.

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, δεν παρέλειψε να αποδώσει στα παραπάνω δημόσια έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που έχουν από το νόμο, ούτε απέδωσε σε άλλα ιδιωτικά αποδεικτικά έγγραφα αποδεικτική δύναμη που δεν έχουν από το νόμο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επί πλέον, όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019).

Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής συμφωνίας τους, καθόσον οι διατάξεις για έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1287/2018).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρο 374 ΑΚ), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ., 383 επ.

σε συνδυασμό με τα άρθρα 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω ρυθμίσεως.

Στην περίπτωση δε, κατά την οποία οι ελλείψεις του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος έργου, οι οποίες ανάγονται τόσον σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσον και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί αναστροφής ή μειώσεως της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός, ότι ο εργολάβος υπαιτίως δεν ανταποκρίθηκε στις από την σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα .

Ήτοι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, οι οποίες καθορίζουν λεπτομερώς και σε λογική αλληλουχία και ενότητα την ευθύνη του εργολάβου ανάλογα με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέστηκε απ' αυτόν, σαφώς προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής (688 ΑΚ), β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή έλλειψης συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών την αναστροφή της σύμβασης (689 ΑΚ) και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται τόσο σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνηθείσες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί αναστροφής ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαίτια δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.

Διαγράφεται, δηλαδή, από τα άρθρα αυτά διαζευκτική συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έτσι έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παρεχόμενα σ' αυτόν δικαιώματα, αλλά όταν κάνει την επιλογή του, ασκώντας το ένα απ' αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί απ' αυτό και να ασκήσει άλλο, με την έννοια ότι η επιλογή του ενός αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς (ΟλΑΠ 50/2005, ΑΠ 935/2019, ΑΠ 774/2015).

Με τον δέκατο τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι στα μπάνια και τα w.c., των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, τα είδη υγιεινής δεν ήταν, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, της φίρμας I.

S. αλλά της φίρμας H. και οι ξυλουργικές εργασίες (πόρτες των ντουλαπών των κοιτώνων και των ερμαρίων των κουζινών) δεν ήταν κατασκευασμένες σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων από βακελίτη αλλά από μελαμίνη...". Υποστηρίζει δε ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο, που ουσιαστικά δέχθηκε ότι η τοποθέτηση στα μπάνια και τα w.c.

των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων ειδών υγιεινής διαφορετικών των προβλεπομένων στη συγγραφή υποχρεώσεων της μεταξύ των διαδίκων εργολαβικής σύμβασης, καθώς και, ότι η κατασκευή των ξύλινων πορτών των ντουλαπών των κοιτώνων και των ερμαρίων των κουζινών αυτών με διαφορετικό υλικό του προβλεπομένου στην συγγραφή υποχρεώσεων της ίδιας εργολαβικής σύμβασης, συνιστά ουσιώδες ελάττωμα, το οποίο παρέχει τους αναιρεσίβλητους ως εργοδότες του το δικαίωμα να τον κηρύξουν έκπτωτο λόγω υπερημερίας του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 688 και 689 ΑΚ και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση.

Κατά τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί το συμπέρασμά της περί ύπαρξης στην προκειμένη περίπτωση ουσιώδους ελαττώματος στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, ούτε αν από το ελάττωμα αυτό το έργο καθίσταται άχρηστο, ή αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή, στην αντίθετη περίπτωση, δεν αιτιολογεί γιατί δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ούτε διαλαμβάνει αιτιολογίες σχετικά με το εάν αυτός παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και αν τα υλικά που τοποθετήθηκαν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων ήταν εφάμιλλα ή μη των προβλεπομένων στην συγγραφή υποχρεώσεων της εργολαβικής σύμβασης.

Επίσης αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους προταθέντες στο και επαναφερθέντες ενώπιον του ουσιώδεις ισχυρισμούς του για την έκβαση της δίκης, ήτοι ότι η τοποθέτηση των διαφορετικών ως άνω υλικών στα συγκεκριμένα είδη των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά αντισυμβατική του υποχρέωση, ούτε ουσιώδες ελάττωμα κατά την έννοια του άρθρου 689 ΑΚ, ούτε καθιστά το έργο άχρηστο, διότι τα υλικά που τοποθετήθηκαν είναι εφάμιλλα με τα προβλεπόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων στη συμβατική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αφορά στην επικαλούμενη παραβίαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι είναι νόμιμη η υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων - εργοδοτών από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου και η κήρυξη του αναιρεσείοντος - εργολάβου ως εκπτώτου, εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ., οι οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη, καθορίζουν λεπτομερώς και σε λογική αλληλουχία και ενότητα την ευθύνη του εργολάβου ανάλογα με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, που φέρει το έργο που εκτελέστηκε απ' αυτόν και την διαζευκτική συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έτσι έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παρεχόμενα σ' αυτόν από το νόμο δικαιώματα.

Με την προσβαλλόμενη όμως απόφαση έγινε δεκτό, όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, ότι η υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων - εργοδοτών από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου και η κήρυξη του αναιρεσείοντος - εργολάβου ως εκπτώτου έγινε εξαιτίας της υπερημερίας του, οφειλόμενης στην παραβίαση από αυτόν της συμβατικής του υποχρέωσης για την περάτωση και παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων - εργοδοτών και των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής στον συμφωνημένο χρόνο, καθόσον αυτοί με τον συγκεκριμένο όρο 14 του μεταξύ τους εργολαβικού προσυμφώνου είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους το δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση σε περίπτωση μη έγκαιρης παραδόσεως σε αυτούς των αντιπαρερχομένων στους ίδιους οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθώς και των κοινοχρήστων μερών της ως άνω οικοδομής και της κήρυξης του αναιρεσείοντος εκπτώτου, (ρήτρα έκπτωσης), και όχι εξαιτίας ελαττωμάτων ή ελλείψεων του έργου, ώστε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες φέρεται ότι παραβίασε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ευθέως και εκ πλαγίου, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας της έλλειψης των ως άνω επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα ελλειπών αιτιολογιών.

Επί πλέον, όπως ήδη αναφέρθηκε στα πλαίσια ελέγχου του τρίτου αναιρετικού λόγου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό με ρητή παραδοχή της, ότι στην επίδικη υπόθεση δεν πρόκειται για περίπτωση δήλωσης των αναιρεσιβλήτων περί νόμιμης υπαναχώρησής τους από τη σύμβαση, κατ'άρθρο 690 ΑΚ, την οποία άλλωστε δεν επικαλείται ο αναιρεσείων στην αγωγή του, ούτε και αποδείχθηκε, αλλά περί της επικαλούμενης από τον ίδιο συμβατικής υπαναχώρησης αυτών στηριζόμενης στα άρθρα 389, 396, 399 Α.Κ.

Οι αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στα μπάνια και τα w.c. των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων ειδών υγιεινής διαφορετικών των προβλεπομένων στη συγγραφή υποχρεώσεων της μεταξύ των διαδίκων εργολαβικής σύμβασης, καθώς και, ότι η κατασκευή των ξύλινων πορτών των ντουλαπών των κοιτώνων και των ερμαρίων των κουζινών αυτών με διαφορετικό υλικό του προβλεπομένου στην συγγραφή υποχρεώσεων της ίδιας εργολαβικής σύμβασης, είναι πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της, καθόσον δεν συνδέονται με οποιαδήποτε κρίση της, περί ύπαρξης εξαιτίας τους ουσιώδους ελαττώματος, που να παρέχει στους αναιρεσίβλητους οποιοδήποτε από τα διαγραφόμενα από τα άρθρα 688 - 690 ΑΚ δικαιώματα.

Ο ίδιος (δέκατος τέταρτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠλΔ, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η τοποθέτηση των διαφορετικών ως άνω υλικών στα συγκεκριμένα είδη των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά αντισυμβατική του υποχρέωση, ούτε ουσιώδες ελάττωμα κατά την έννοια του άρθρου 689 ΑΚ, ούτε καθιστά το έργο άχρηστο, διότι τα υλικά που τοποθετήθηκαν είναι εφάμιλλα με τα προβλεπόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων στη συμβατική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, δεν αποτελούν "πράγμα" με την προαναφερόμενη έννοια, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτού που στηρίζουν το αίτημα της αγωγής του ή λόγου εφέσεώς του, αλλά πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτούς.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 07.12.2020 αίτηση του Κ.Ο. του Γ. για αναίρεση της 747/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3). Τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 177, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξαιτίας του ότι η ερμηνεία των νομικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.12.2020 αίτηση του Κ. Ο. του Γ. για αναίρεση της 747/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη

της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου