Legislator Case Law & Legislation
1914/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company, remanding case due to error in statute of limitations calculation regarding permanent disability.

Case Number 1914/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment, finding a procedural error in the application of the statute of limitations. The court held that the lower court incorrectly applied Article 937 of the Civil Code by failing to account for the appellant's knowledge of his permanent disability status when calculating the limitation period. Consequently, the case was remanded to a different judge for further proceedings, and the insurance company was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937 of the Civil Code; Article 1 of the Law 4335/2015: The statute of limitations for personal injury claims commences from the date of knowledge of the permanent disability, not merely the initial injury, requiring courts to distinguish between temporary and permanent incapacity when assessing limitation periods.

Keywords

AI generated
statute of limitations permanent disability personal injury claim Civil Code Article 937 remand for retrial insurance liability knowledge of injury

Cited Legislation

AI generated
Article 937 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of the third article of Law 4335/2015
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1914 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1914/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δημητρίου Μπόζη του Αντωνίου, κατοίκου Λυγιδέ Βαρυπέτρου Χανίων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 13-1-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 25-5-2020 αίτηση αναιρέσεως (αριθμ. καταθ. 8/2020), κατά της 69/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων, τραυματίστηκε σοβαρά στις 8-8-2005 σε αυτοκινητικό ατύχημα στην επαρχιακή οδό ..., ενώ οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Κ. Π., ιδιοκτησίας του Μ. Π. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, άσκησε, σε βάρος των ως άνω οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, την αρχική από 19-1-2007 (αριθμ. εκθ. καταθέσεως 37/2007), αγωγή, με την οποία αξίωνε, να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 154.071,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και με την οποία του επιδικάστηκε και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από 8-8-2005 έως 16-7-2007, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την 204/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία έκρινε με ισχύ δεδικασμένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος ήταν ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και με την οποία επιδικάστηκε στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 77.669,11 ευρώ.

Στη συνέχεια, ο παθών και ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από 3-8-2010 (αριθμ. εκθ. καταθέσεως 648/3-8-2010) δεύτερη αγωγή ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, επικαλούμενος ότι μετά την άσκηση της προαναφερθείσας αγωγής του και μετά το οριοθετούμενο με την εκδοθείσα επ' αυτής απόφαση χρονικό διάστημα, έχει υποστεί τις προσδιοριζόμενες στην αγωγή του περαιτέρω ζημίες, λόγω μεταγενέστερης δυσμενούς και απρόβλεπτης εξέλιξης της υγείας του, ζήτησε, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 59.920,50 ευρώ, εφάπαξ, για απώλεια εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 17-7-2007 έως 17-7-2011.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 146/2014 οριστική - ως προς το κεφάλαιο αυτό - απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 48.000 ευρώ, καθόσον κρίθηκε ότι οι γενικευμένες επιληπτικές του κρίσεις, με επεισόδιο απώλειας συνείδησης στις 5-12-2007, η φλοϊκή ατροφία του εγκεφάλου και οι βλάβες στους μετωπιαίους λοβούς, καθώς και η μείωση της ακοής του στο αριστερό αυτί, κατά 70 db περίπου, που χαρακτηρίζεται ως μεγάλου βαθμού βαρηκοϊα, συνιστούν μεταγενέστερη σε σχέση με το χρόνο συζήτησης της πρώτης αγωγής του, απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, συνδεόμενη με το τροχαίο ατύχημα και με την υπ' αριθμ. ...

γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νόμου Χανίων και την όμοια από 12-7-2010 ιατρική γνωμάτευση, κρίθηκε, λόγω της ως άνω επιδείνωσης της υγείας του, ανάπηρος σε ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα (πέραν αυτού που είχε κριθεί με την 204/2011τελεσίδικη απόφαση) από 17-7-2007 έως 17-7-2011. Η ως άνω απόφαση, ως προς το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ (που δεν ενδιαφέρει την παρούσα δίκη), διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε δε, μετά την διενέργεια αυτής η 409/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Μετά από την από 15-3-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της ως άνω αποφάσεως εκδόθηκε η 92/2017 απόφαση του Εφετείου Κρήτης η οποία δημοσιεύτηκε στις 6-7-2017 και με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και κατέστη τελεσίδικη η ως άνω 146/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων .

Ο παθών-ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στη συνέχεια, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, την ένδικη, από 14-11-2014 (αριθμ. εκθ. καταθέσεως 84/29-1-2015) τρίτη κατά σειρά αγωγή, κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία, επικαλούμενος, ότι το ατύχημα εξακολούθησε να αναδύει δυσμενείς συνέπειες, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 17-7-2011 έως 14-10-2015 ως αποζημίωση, λόγω απώλειας των εισοδημάτων του από την εργασία του, την οποία αδυνατούσε να ασκήσει κατά το χρονικό αυτό διάστημα, εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, το ποσό των 65.050,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, με την 29/2017 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 4-4-2018 (αριθμ. εκθ. καταθέσεως 53/16-4-2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και δικάζοντας την από 14-11-2014 αγωγή απέρριψε αυτήν, αφού δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος υπέπεσε σε παραγραφή, καθόσον από τότε που γεννήθηκε η ως άνω αξίωσή του και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη (7-8-2008) έως την επίδοση της ένδικης αγωγής στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία (18-2-2015), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών κατά την βάσιμη ένσταση της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είχε προβληθεί με τις από 10-5-2017 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε, με τις από 25-3-2019 προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων [ΑΠ 14/2021, ΑΠ 698/2020].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Ειδικότερα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμη ότι το δεδικασμένο προκύπτει από την ίδια την απόφαση και όχι από το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της, ή το υπερέβη, ή απομακρύνθηκε από αυτό, διότι δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις.

Συνεπώς, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως που εκδίδεται επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, δυσμενείς συνέπειες που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως, που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν ότι θα επέλθουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 274/2019, ΑΠ 51/2011).

Βέβαια, δεν δικαιολογεί τις περαιτέρω αξιώσεις κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας, δηλαδή, λόγου χάριν, δεν αρκεί μια ανανεωθείσα, βάσει των συνεπειών του τραυματισμού, ασθένεια, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο επέρχεται χειροτέρευση των συνεπειών τούτων, αλλά σημασία έχουν μόνο οι μεταγενέστερες συνέπειες και περιπλοκές, τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο εκδόσεως της προηγούμενης αποφάσεώς του, δεν έλαβε υπόψη του, γιατί η επέλευσή τους δεν έπρεπε σοβαρά να αναμένεται.

Κατά πόσο δε, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης αποφάσεώς του. Επομένως, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ` όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 15/1998, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 416/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, η, από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την 92/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα της αξίωσης του αναιρεσείοντος καταβολής ποσού 65.050,90 ευρώ, λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, την οποία αδυνατούσε να ασκήσει κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2011 έως 14-10-2015, καθόσον το ένδικο ατύχημα εξακολουθούσε να αναδύει δυσμενείς συνέπειες, κρίνοντας, εσφαλμένως, ότι στις 7-8-2008 έλαβε αυτός πλήρη και θετική γνώση της μόνιμης αναπηρίας του, διέγνωσε δηλαδή δεδικασμένο που δεν υφίστατο, άλλως ότι προσέδωσε στην ως άνω απόφαση και στο απορρέον από αυτήν δεδικασμένο μεγαλύτερη έκταση και διαφορετικό περιεχόμενο από το απορρέον από αυτήν.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προς διακρίβωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα, που αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλομένης 69/2019 αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα: ''........

Οι διάδικοι ομολογούν ότι ο ενάγων-παθών είχε ασκήσει (και) κατά της εναγομένης, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, την από 3-8-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 648/3-8-2010 προηγούμενη αγωγή του - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων - με αίτημα να υποχρεωθεί (και) η εναγομένη να του καταβάλει (και) αποζημίωση συγκεκριμένου ποσού για να αποκατασταθεί μέλλουσα αποθετική ζημία, την οποία είχε υποστεί κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2007 έως και 17-7-2011 από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Κ.

Π. του Α., κατοίκου ..., σε βάρος του, επειδή η ασφαλίστρια ενεχόταν έναντί του εις ολόκληρον με τον υπαίτιο οδηγό (άρθρα 914, 297, 298, 330 εδάφιο β, 346, 481 επ., 2, 4, 9, και 10 ν. ΓΠΝ/1911 και 10 ν. 489/1976). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, εξέδωσε την υπ' αριθμό 146/2014 οριστική - ως προς το κεφάλαιο αυτό - απόφαση, με την οποία δέχθηκε ότι :

α) ο Κ. Π. του Α., στις 8-8-2005, στα Χανιά, από αμέλειά του κατά την οδήγηση αυτοκινήτου ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου, προκάλεσε παράνομα σωματική βλάβη στον ενάγοντα, Δ. Μ. του Α., β) ότι η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του οδηγού προκάλεσε αργότερα στον παθόντα μόνιμη αναπηρία, η οποία δεν ήταν αντικειμενικά δυνατόν να προβλεφθεί, όταν συνέβη το ατύχημα στις 8-8-2005, γ) ότι ο ενάγων έλαβε πλήρη και θετική γνώση του γεγονότος αυτού στις 7-8-2008 και ότι, συνεπώς, δ) μπορεί να αξιώσει και από την (συν)εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία, αποζημίωση για την επιπλέον αποθετική αυτή ζημία που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε από την αδικοπραξία σε βάρος του, επειδή η ασφαλίστρια ενέχεται εις ολόκληρον έναντί του με τον υπαίτιο οδηγό (άρθρα 914, 297, 298, 330 εδάφιο β, 346, 481 επ., 2, 4, 9, και 10 ν.

ΓΠΝ/1911 και 10 ν. 489/1976). Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη (βλ. την υπ' αριθμό 92/6-7-2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Η παρούσα δίκη έχει αντικείμενο να διαγνωσθεί αν ο παθών-ενάγων έχει ή όχι όμοια αξίωση κατά της εναγομένης για καταβολή διαφυγόντων κερδών από την ίδια αδικοπραξία για μεταγενέστερο όμως χρονικό διάστημα και, ειδικότερα, από 17-7-2011 έως και 14-10-2015.

Οι υπό "α" έως και "γ" παραδοχές επομένως της τελεσίδικης απόφασης που προαναφέρθηκε δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, επειδή πρόκειται για προδικαστικά ζητήματα της επίδικης διαφοράς (άρθρα 914, 297, 298, 330 εδάφιο β, 346, 481 επ., 2, 4, 9, και 10 ν. ΓΠΝ/1911, 10 ν. 489/1976, 321, 322, 324, 325 αριθμός 1, 331 και 332 ΚΠολΔ) ......''. Με την 92/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσίβλητης και κατέστη τελεσίδικη η ως άνω 146/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα του αν απορρέει δεδικασμένο από αυτήν ως προς την μόνιμη αναπηρία του αναιρεσείοντος, καθώς και του χρόνου κατά τον οποίο κατέστη γνωστή σε αυτόν, πλην άλλων, με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι: ''.......

Με δύναμη δεδικασμένου, επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι ο ενάγων υπέστη, συνεπεία του ως άνω ατυχήματος, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά μετωπιαία, ενδοκοιλιακή αιμορραγία, πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, ττνευμονοθώρακα άμφω, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, ρωγμώδες κάταγμα 04 και κάταγμα αριστερού μηριαίου, για το οποίο χειρουργήθηκε.

Για την αντιμετώπιση των παραπάνω σωματικών βλαβών νοσηλεύτηκε αρχικά από τις 8.8.2005 έως τις 6.9.2005 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", στην οποία εισήχθη αμέσως μετά το ατύχημα, εν συνεχεία δε στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του ανωτέρω Νοσοκομείου, όπου μεταφέρθηκε από τη Μ.Ε.Θ.

και παρέμεινε έως τις 11.10.2005. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Μ.Ε.Θ. βρισκόταν διασωληνομένος σε μηχανικό αερισμό μέσω τραχειοτομίας, παρουσίασε λοιμώξεις, λιπώδη εμβολή και ερεθισμό του παγκρέατος, ενώ του τοποθετήθηκε εξωτερική ενδοκοιλιακή παροχέτευση εντός των πλαγίων κοιλιών του εγκεφάλου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ενδοκοιλιακή αιμορραγία.

Εν συνεχεία, δια ευρείας κρανιοτομίας αφαιρέθηκε εξολοκλήρου το επισκληρίδιο αιμάτωμα. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του απογαλακτίστηκε σταδιακά από τον ρινογαστρικό καθετήρα και την τραχειοτομία, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα παρουσίαζε σοβαρότατα προβλήματα και βαριά διαταραχή της συμπεριφοράς, της μνήμης, κεφαλαλγίες, ζάλη και διπλωπία.

Μέχρι τις 22.5.2007 η κατάσταση του παρέμεινε στάσιμη, χωρίς καμία βελτίωση, ενώ κρίθηκε ότι θα παραμείνει ανίκανος για εργασία έως το Μάιο του 2008. Επιδικάστηκε δε σε αυτόν, μεταξύ άλλων και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του ως πτυχιούχος ηλεκτρολόγος - ηλεκτρονικός, ελεύθερος επαγγελματίας με μηνιαίο εισόδημα 1.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 8.8.2005 έως 16.7.2007, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον προαναφερόμενο τραυματισμό του.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, προς αντιμετώπιση της διπλωπίας, οφειλόμενης σε πάρεση των οφθαλμοκινητικών μυών, λόγω της προαναφερθείσας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, υποβλήθηκε τον Μάιο του 2010 σε χειρουργική επέμβαση στραβισμού, για την διενέργεια της οποίας και τον συναφή μετεγχειρητικό έλεγχο δαπάνησε το ποσό των 1.500 ευρώ (βλ.

σχετ. την υπ' αριθ. ... απόδειξη του χειρουργού οφθαλμίατρου Ι. Χ.). Η ανωτέρω αδικοπραξία όμως εξακολούθησε και μετά το χρόνο συζήτησης της πρώτης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (18-10-2007) να αναδύει επιζήμιες συνέπειες. Συγκεκριμένα, ο ενάγων, παρουσίασε στις 5-12-2007, ήτοι 2,5 έτη μετά τον τραυματισμό του στο τροχαίο ατύχημα, αιφνίδιο επεισόδιο απώλειας συνείδησης με γενικευμένους τονικοκλωνικούς σπασμούς με μετακρητική σύγχυση, αντιδρούσε δε με οργανωμένες κινήσεις απόσυρσης σε κάθε επώδυνο ερέθισμα.

Αποδόθηκε το επεισόδιο αυτό σε γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις ανθεκτικές στην χορήγηση αντιεπιληπτικής αγωγής, για τις οποίες νοσηλεύτηκε στην Νευρολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" για (3) ημέρες. Του συστήθηκε επανεξέταση μετά από 15 ημέρες και του χορηγήθηκε θεραπευτική αγωγή.

Από την τελευταία δε αξονική τομογραφία του εγκεφάλου του διαπιστώθηκε φλοιϊκή ατροφία και βλάβες στους μετωπιαίους λοβούς (διαταραχές συμπεριφοράς). Όπως προκύπτει ιδίως από την με ημερομηνία 12-7-2010 Ιατρική βεβαίωση του ιατρού-επιμελητή Α' της ανωτέρω νευροχειρουργικής κλινικής Ξ. Κ., η παραπάνω επιληπτική κρίση ήταν αποτέλεσμα της παλαιάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης λόγω του τροχαίου ατυχήματος .............

Περαιτέρω, σύμφωνα ιδίως με την υπ' αριθ. ... γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομού Χανίων, που έκρινε τον ενάγοντα ανάπηρο σε ποσοστό 67% για δύο έτη και την ίδια ως άνω από 12-7-2010 ιατρική βεβαίωση, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη, συνεπεία των απότοκων του τροχαίου ατυχήματος σωματικών του βλαβών, ανίκανος για εργασία κατά το χρονικό διάστημα (πέραν αυτού που κρίθηκε με τη προαναφερομένη τελεσίδικη απόφαση) από 17-7-2007 έως 17-7-2011...

Οι προαναφερθείσες δυσμενείς συνέπειες στην υγεία του ενάγοντος και συγκεκριμένα οι γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις με επεισόδιο απώλειας συνείδησης στις 5-12-2007, η φλοιϊκή ατροφία του εγκεφάλου και οι βλάβες στους μετωπιαίου λοβούς, που διαπιστώθηκαν στην τελευταία αξονική τομογραφία του εγκεφάλου του και η μείωση της ακοής του στο αριστερό αυτί κατά 70% περίπου, που χαρακτηρίζεται ως μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (βλ.

σχετ. την από 17-6-2009 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού χειρουργού ωτορινολαρυγγολόγου Ι. Ζ.) συνιστούν μεταγενέστερη σε σχέση με το χρόνο συζήτησης της πρώτης αγωγής του απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, συνδεόμενη αιτιωδώς με το τροχαίο ατύχημα, στο οποίο τραυματίσθηκε, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικάζων επ' αυτής δικαστήριο κατά την επιδίκαση του ποσού των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γιατί τα περιστατικά αυτής δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης Τούτο συνάγεται ιδίως από το γεγονός ότι το πρώτο επιληπτικό επεισόδιο εμφανίστηκε στις 5-12-2007, δηλαδή 2,5 χρόνια μετά το τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό του, καθώς και από την προαναφερομένη από 12-7-2010 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Ξ.

Κ., ο οποίος χαρακτηρίζει το περιστατικό αυτό "αιφνίδιο".......... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ιδίως δε από τις υπ' αριθ. 34/2014 και ... ιατρικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ιατρών Μ. Π., νευροχειρουργού και Ε. Ξ., πλαστικής χειρούργου, αντίστοιχα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Ο νευροχειρουργός Μ. Π. στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε στις 11-11-2014 μετά από κλινική εξέταση του ενάγοντος και εξέταση όλων των στοιχείων (εξετάσεις, γνωματεύσεις ιατρών, θεραπευτική αγωγή) των φακέλων νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, γνωματεύει ότι ο τελευταίος πάσχει από φλοιϊκή ατροφία, απότοκο των εγκεφαλικών θλάσεων που είχε σε διάφορα σημεία του εγκεφάλου (μετωπιαίο άμφω - ιδίως αριστερά - βρεγματικά δεξιά, βασικά γάγγλια) και του εγκεφαλικού οιδήματος, παρουσιάζει δε διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχές μνήμης, συναισθηματικές διαταραχές και διαταραχές όρασης, που εξηγούνται από την τοπογραφική κατανομή των θλάσεων.

Επίσης ο ενάγων παρουσιάζει ιδιοψυχαναγκαστικές συμπεριφορές (μαζεύει και αποθηκεύει συγκεκριμένα άχρηστα ως επί το πλείστον αντικείμενα χωρίς λόγο, αποσυναρμολογεί ηλεκτρικές συσκευές χωρίς να χρειάζεται και χωρίς να του έχει ζητηθεί, κάνει επαναλαμβανόμενες κινήσεις), ενώ παραπονείται και για συχνούς πονοκεφάλους και ζάλη, καθώς και μόνιμο συριγμό από το αριστερό αυτί και μείωση ακουστικής οξύτητας από αυτό, η οποία τεκμηριώνεται από το ακουόγραμμα που διενήργησε ο ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος Ι.

Ζ. στις 17-6-2009, με το οποίο διαγνώστηκε μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα από το αριστερό αυτί. Επιπλέον, παρά την διενέργεια χειρουργικής επέμβασης στις 22-7-2010 για τη διπλωπία, αυτή παραμένει, ιδίως σε ορισμένες βλεμματικές θέσεις. Παρουσιάζει, επίσης ανισοσκελία στα κάτω άκρα, καθώς το δεξί πόδι είναι κατά 2 εκατοστά κοντύτερο από το αριστερό, χωρίς όμως η ανισοσκελία αυτή να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την κινητικότητά του.

Επιπροσθέτως, αυτός λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή λόγω κρίσεων επιληψίας, οι οποίες οφείλονται στον τραυματισμό του φλοιού του εγκεφάλου, την οποία (φαρμακευτική αγωγή) θα συνεχίσει να λαμβάνει εφ' όρου ζωής. Ο ως άνω πραγματογνώμονας συμπεραίνει στην έκθεσή του ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν καταστάσεις που είναι μόνιμες και συνήθως επιδεινώνονται με τον χρόνο (ατροφία εγκεφάλου) ή στην καλύτερη περίπτωση μένουν στάσιμες.

Επίσης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν δύναται και δεν θα δύναται στον μέλλον να εξασκήσει κάποιο επάγγελμα και η κοινωνική και οικογενειακή του ζωή θα είναι όλο και πιο αρνητικά εξελισσόμενη λόγω της αδυναμίας του να έχει μια δομημένη σχέση με το άλλο φύλο ή να έχει σταθερούς δεσμούς και δεσμεύσεις, που είναι αναγκαίες για να λειτουργήσει κάποιος σε μια οργανωμένη κοινωνική ομάδα, μικρή ή μεγαλύτερη, με βασικές αιτίες την αδυναμία του να συγκρατεί στην μνήμη του πρόσφατα γεγονότα και πρόσωπα και την αλλοίωση του συναισθηματικού του κόσμου λόγω των μετωπιαίων θλάσεων.

Εξάλλου σύμφωνα με τη γνωμάτευση της πραγματογνώμονος Ε. Ξ., πλαστικού χειρουργού, που περιέχεται στην υπ' αριθμ. ... έκθεσή της, ύστερα από εξέταση του ενάγοντος στο ιατρείο της στις 30-6-2014, αυτός φέρει ρικνωτική ουλή υπεράνω της σφαγιτικής εντομής του στέρνου λόγω τραχειοστομίας, μετεγχειρητική ουλή στην αριστερή βρεγματοκροταφική χώρα συνολικού μήκους 19εκ., μετατραυματική ουλή στην δεξιά βρεγματική χώρα διαστάσεων 3X2εκ., τέσσερις μετατραυματικές ουλές της ινιακής χώρας διαστάσεων 5X2, 2X4, 4X1 και 2X1εκ.

αντίστοιχα, ευμεγέθη ρικτωτική ουλή στην ιεροκογγυγική χώρα διαστάσεων 4X5εκ., οφειλομένη στην κατάκλιση, ρικνωτική ουλή διαστάσεων 2X3εκ. στην οσφυϊκή χώρα από την κατάκλιση, μετεγχειρητική ουλή στον αριστερό γλουτό μήκους 10εκ. και δεύτερη μετεγχειρητική ουλή στην ίδια περιοχή μήκους 4εκ., μετεγχειρητική ουλή στην έξω περίμετρο του αριστερού γόνατος, διαστάσεων 4X1εκ., καθώς και μετεγχειρητική ουλή στην δεξιά πλευρική χώρα διαστάσεων 4X2εκ.

λόγω της τοποθέτησης παροχέτευσης. Οι ανωτέρω περιγραφείσες βλάβες του δέρματος αλλοιώνουν την εικόνα του σώματος και θεωρούνται μόνιμες, είναι δε πιθανόν να βελτιωθούν οι μεγαλύτερες από αυτές μετά από χειρουργική επέμβαση, σε ποσοστό όμως που δεν υπερβαίνει το 40%, όπως συμπεραίνει η ανωτέρω πραγματογνώμονας στην έκθεση της.

Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι ο ενάγων έχει υποστεί συνεπεία του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και του τραυματισμού του απ' αυτό μόνιμη, ήτοι μη αναστρέψιμη, αναπηρία, με τις προκύπτουσες από αυτή σοβαρές συνέπειες, την οποία ο πραγματογνώμονας Μ. Π. προσδιορίζει σε ποσοστό άνω του 80%, καθώς και παραμόρφωση, ήτοι ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφάνισης, όχι μόνο κατά την επιστημονική άποψη της πραγματογνώμονας Ε.

Ξ., αλλά και κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει για την αξιοπιστία της ιατρικής γνώμης που διατυπώνουν οι ως άνω πραγματογνώμονες, ενώ αυτή δεν αναιρείται από το υπ' αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομού Χανίων, όπου η αναπηρία του ενάγοντος προσδιορίζεται σε ποσοστό 67% για δύο έτη, καθώς αυτό είναι προγενέστερο κατά 6 έτη και δεν έχει ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του ........''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, η ως άνω 92/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, έκρινε ότι η μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν διαγνώσθηκε στις 7-8-2008 και ότι αυτός δεν έλαβε πλήρη και θετική γνώση του γεγονότος αυτού στις 7-8-2008, αλλά δέχθηκε ότι στον ως άνω χρόνο [7-8-2008] διαγνώστηκε με την ...

γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Χανίων αναπηρία του σε ποσοστό 67% για δύο μόνο έτη δηλαδή μέχρι 7-8-2010, ενώ επιπρόσθετα δέχθηκε ότι μετά την 7-8-2008 υπέστη επιδείνωση της υγείας του, η οποία δικαιολογεί την μεταγενέστερη διάγνωση της μόνιμης αναπηρίας του, την οποία τοποθετεί μετά την 12-7-2010, αφού δέχεται ότι η ως άνω γνωμάτευση αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν.

Χανίων, είναι προγενέστερη κατά 6 έτη και δεν έχει ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του. Επομένως, το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 του ΚΠολΔ δέχτηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του δεδικασμένου κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της τελεσίδικης ως άνω απόφασης συνιστάμενο στο γεγονός ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της μόνιμης αναπηρίας του στις 7-8-2008 και δεν δέχθηκε ότι και μετά την 7-8-2008 υπέστη επιδείνωση της υγείας του και συνεπώς, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ` αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.

Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 21/2012).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 10 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ/γμα 237/1986), όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του ΑΚ η διετής δε παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος και δεν εφαρμόζεται για την απρόβλεπτη ζημία, που μπορεί να συμβεί σε επιδείνωση της υγείας απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα.

Και για την διετή αυτή παραγραφή ισχύουν τα περί διακοπής αναστολής και επιμήκυνσης της παραγραφής (ΑΠ 401/2020). Η ως άνω υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα υπόκειται επίσης σε πενταετή παραγραφή, όταν συνδυάζεται με σωρευτική αναδοχή χρέους στο πλαίσιο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 477 του ΑΚ, με βάση τις οποίες ο ασφαλιστής ευθύνεται όπως και ο ασφαλισμένος-οφειλέτης ζημιώσας απ` αυτόν κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, η από τις οποίες αντίστοιχη υποχρέωση υπόκειται στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ (ΑΠ 1178/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1582/2017, ΑΠ 155/2014).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' ΑΚ (ήδη παρ.1 εδάφ. α`, μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 101 παρ.1 ν. 4139/2013) και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία (ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 996/2014, ΑΠ 1993/2013).

Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως π.χ. για διαφυγόντα κέρδη ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης ή διαφυγόντων κερδών για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.

Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία ή διετία από την επόμενη του ατυχήματος, αναφορικά με τον ασφαλιστή, η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή. Όπως έχει προεκτεθεί, μόνο αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν, όταν καθορίστηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 747/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην ερευνώμενη υπόθεση, αναφορικά με την προταθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ένσταση της παραγραφής της ένδικης αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του ως ηλεκτρολόγου για το χρονικό διάστημα από 17-7-2011 έως 14-10-2015, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.....

Το γεγονός ότι ο ενάγων έλαβε πλήρη και θετική γνώση στις 7-8-2008 ότι από την αδικοπραξία του τρίτου σε βάρος του υπέστη βαριά σωματική πάθηση που δεν μπορούσε να προβλεφθεί νωρίτερα αποδεικνύεται και ............ από την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Χανίων. Η Επιτροπή αναφέρει με σαφήνεια στο δημόσιο αυτό έγγραφο ότι ο ενάγων υπέστη το έτος 2005 βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

Γνωματεύει μάλιστα ότι η πάθηση αυτή τον καθιστά ανίκανο για εργασία σε ποσοστό 67% για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών. Η ίδια Επιτροπή εξέδωσε στη συνέχεια το υπ' αριθμό ... δεύτερο έγγραφό της, στο οποίο εξειδικεύει τις παθήσεις του ενάγοντος, επιβεβαιώνει ότι αποτελούν βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που έλαβε χώρα το έτος 2005 και γνωματεύει πάλι ότι κρίνεται με όμοιο ποσοστό ανίκανος για εργασία για επιπλέον χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών.

Το δεύτερο έγγραφο συνεπώς ως προς τις παθήσεις του ενάγοντος δεν προσθέτει κάτι νέο στο περιεχόμενο του πρώτου από αυτά. Ο ισχυρισμός επομένως που προβάλλει ο ενάγων ότι έλαβε γνώση των παθήσεών του στις 14-10-2010 και όχι στις 7-8-2008 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η διαπίστωση περαιτέρω που κάνει η Επιτροπή και στις δύο (2) περιπτώσεις ότι ο παθών αδυνατεί να εργασθεί για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα δεν είναι κρίσιμη για την έναρξη της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, επειδή εκείνο που ενδιαφέρει είναι πότε ο ενάγων πληροφορήθηκε τις παθήσεις του και όχι πότε έλαβε γνώση των συνεπειών τους στην ψυχοσωματική του κατάσταση και στην ικανότητά του για εργασία.

Οι συνέπειες μάλιστα αυτές μπορεί να είναι διαρκείς και να επιδεινώνονται στο μέλλον .........''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή, επειδή από τότε που γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη (7-8-2008) έως και την επίδοση της ένδικης αγωγής στην εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία (18-2-2015), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, υπό τις ως άνω παραδοχές, την αγωγή παραγεγραμμένη, παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, με το να την εφαρμόσει, ενώ δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε, ότι στις 7-8-2008 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έλαβε γνώση της πάθησής του δηλαδή ότι υπέστη από το ένδικο ατύχημα βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξαιτίας της οποίας με την ... γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Χανίων καθίσταται ανίκανος για εργασία, σε ποσοστό 67%, για χρονικό διάστημα δύο ετών και με την ...

γνωμάτευση της ίδιας Επιτροπής καθίσταται, με το ίδιο ποσοστό, ανίκανος για εργασία για επιπλέον χρονικό διάστημα πέντε ετών, χωρίς να αποφανθεί ότι έλαβε γνώση και της μόνιμης αναπηρίας του ή ότι αυτή ήταν προβλεπτή κατά τον ως άνω χρόνο, ερμήνευσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ, αρκούμενο για την εφαρμογή της και πιο συγκεκριμένα για την έναρξη της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος από μόνιμη αναπηρία, την γνώση του είδους της παθήσεως (βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση), αγνοώντας την γνώση της μόνιμης αναπηρίας του και του προβλεπτού αυτής κατά την 7-8-2008.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων των ως άνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). Η αναιρεσίβλητη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 69/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη,

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ