1914/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1914/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το αναιρεσίβλητο με την από 8-12-2014 κλήση του επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1914 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1914/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: Π. (Π.) Δ. του Π., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5205/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 467/2009 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21/6/2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 924/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Το αναιρεσίβλητο με την από 8-12-2014 κλήση του επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.
Η υπόθεση λόγω εκλογών δεν συζητήθηκε και επανήλθε με την από 27-5-2016 κλήση του αναιρεσίβλητου να εκδικασθεί.
Εκδόθηκε η 303/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Η υπόθεση επανήλθε με την από 22-5-2017 κλήση αναιρεσίβλητου να εκδικασθεί στη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεση του αποχωρήσαντος, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, χωρίς να απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα εισάγεται για συζήτηση με την από 22/5/2017 κλήση του αναιρεσίβλητου η από 21/6/2010 αίτηση για αναίρεση της 467/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, μετά την έκδοση της 303/2017 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, εξαιτίας της μη νόμιμης κλήτευσης του απολειπόμενου αναιρεσείοντα.
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18/10/2017), ο αναιρεσείων - καθού η κλήση και πάλι δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την .../17.7.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Π., που επικαλείται και προσκομίζει το παριστάμενο αναιρεσίβλητο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της παραπάνω κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα-καθού η κλήση.
Επομένως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία του τελευταίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 506 ΑΚ ο κληρονόμος του δωρητή έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος ενεργώντας με πρόθεση, θανάτωσε τον δωρητή ή τον εμπόδισε να ανακαλέσει τη δωρεά, κατά δε το άρθρο 507 ΑΚ, ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά.
Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι επί ανάκλησης της συμφωνηθείσας δωρεάς υπό τρόπο απόκειται στο δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και να αποδείξει προς απαλλαγή του είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ, τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπλήρωσης λόγω του συμβατικού χαρακτήρα της εκ του τρόπου ενοχής και γι’ αυτό το βάρος της απόδειξης της ανυπαίτιας μη εκπλήρωσης φέρει ο δωρεοδόχος.
Τρόπος, κατά την έννοια του άρθρου 503 ΑΚ, είναι ο όρος υπό τον οποίο παρέχεται η δωρεά, με τον οποίο ο δωρητής επιβάλλει στο δωρεοδόχο υποχρέωση προς παροχή (πράξη ή παράλειψη). Ο τρόπος δεν είναι απαραίτητο να έχει περιουσιακή αξία, πρέπει όμως να μην αντιτίθεται προς το νόμο ή τα χρηστά ήθη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με δήλωση προς τον δωρεοδόχο.
Αφού γίνει η ανάκληση αποσβήνεται η υποχρέωση του δωρητή για παροχή και αναζητείται η παροχή που εκπληρώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η ανάκληση δωρεάς λόγω υπαίτιας μη εκτέλεσης του τρόπου δεν γίνεται με δικαστική απόφαση μετά από άσκηση διαπλαστικής αγωγής του δωρητή, αλλά με μονομερή δήλωση του τελευταίου, η οποία είναι άτυπη, έστω και αν αφορά ακίνητο και επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο.
Μετά τη δήλωση αυτή ο δωρητής δικαιούται να αναζητήσει το δωρηθέν πράγμα, εγείροντας αγωγή με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ) και ειδικότερα λόγω λήξεως της αιτίας για την οποία δόθηκε το πράγμα. Η αγωγή αυτή είναι προσωπική (ενοχική) και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του άνευ αιτίας κατεχομένου πράγματος μετά την ανάκληση της δωρεάς.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ’ αριθ. .../1970 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Ύδρας Μ.
Κ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. χήρα Π. Δ. μεταβίβασε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία " ..." την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου των παρακάτω ακινήτων: 1) ενός Μοναστηριού ονομαζομένου "Η ...", μετά παρακειμένων έξι κελλίων και ετέρων δύο κελλίων μετά της υπ’ αυτών γης, αυλής, δεξαμενής (στέρνας) και του συνεχομένου περιβόλου εκτάσεως 16 τ.μ.
κείμενο στην "… στη θέση "...", συνορευόμενο με δρόμο και συνεχόμενο κτήμα ιδίας ως άνω δικαιοπαρόχου και 2) ενός αγροκτήματος κειμένου στη θέση "..." …, εκτάσεως δύο στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον ή όσης εκτάσεως και αν είναι, μετά την σ’ αυτό ερειπωμένων κτισμάτων και δένδρων, οριζομένου γύρωθεν με δρόμο, Μ. Σ., Ν.
Β. και Ιερά Μονή .... Η παραπάνω δωρεά έγινε με τον όρο - τρόπο (σκοπό όπως διατυπώνεται κατά λέξη στο ως άνω συμβόλαιο), " όπως χρησιμοποιηθώσι τα άνω ακίνητα δια την εγκατάστασιν Μοναστικής Αδελφότητος ανδρώας και Γυναικείες ως έκπαλαι συνέβαινε, δια να υμνήται εκεί απαύσεως το όνομα του Μεγάλου Θεού και της πολιούχου Ιεράς Μονής ...".
Στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο τα συμβαλλόμενα μέρη δήλωσαν επίσης ότι η δωρήτρια έχει δικαίωμα οικήσεως στο δωρηθέν ακίνητο εφ’ όρου ζωής της. Η ως άνω δωρήτρια, με την υπ’ αριθ. ...30-8-1986 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε στην προαναφερόμενη συμ/φο, εγκαθιστούσε μοναδικό της κληρονόμο τον ενάγοντα ανηψιό της, ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομίο δυνάμει της υπ’ αριθ. ...12-8-1987 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω σμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Η δωρήτρια απεβίωσε στις 15-9-1986 στην …, χωρίς να έχει αποκτήσει τέκνο από το γάμο της με τον προαποβιώσαντα σύζυγο της Π. Δ.. Στις 28-8-1987, ο ενάγων, με την ιδιότητα του μοναδικού κληρονόμου της ως άνω θανούσας θείας του (δωρήτριας), προέβη, με την από 28-8-1987 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο (βλ.
αριθ. .../22-12-1987 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ε. Κ.), στην ανάκληση της προαναφερόμενης δωρεάς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μη εκπλήρωση του τρόπου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται το εναγόμενο (ανυπαίτια αδυναμία) και ειδικότερα στο ότι δεν κατέστη δυνατό να ευρεθεί μέχρι το χρόνο θανάτου της δωρήτριας το απαραίτητο ανθρώπινο για τη δημιουργία της αναγκαίας (για τη στελέχωση του μοναστηρίου) μοναστικής αδελφότητας.
Όπως κατέθεσε χαρακτηριστικά ο πρώτος των μαρτύρων ανταποδείξεως πατήρ Ι. Κ. "παρότι ο Μητροπολίτης έκανε επανειλημμένες προσπάθειες με την αποστολή διαφόρων μεμενωμένων μοναχών, δεν μπόρεσε να συσταθεί μοναστική αδελφότητα και να λειτουργήσει ως μοναστήρι. Εκ μέρους της Μητροπόλεως δεν υπήρξε παρελκυστική τακτική, αλλά η μοναδική δυσκολία ήταν ότι δεν μπόρεσε να συσταθεί αδελφότης για να επανδρώσει το Μοναστήρι..., για να γίνει το Μοναστήρι πρωτίστως χρειάζεται το έμψυχο υλικό, δηλαδή οι μοναχοί...
Συνεπώς δεν ήταν εύκολο πράγμα να συγκροτηθεί σε μοναστήρι εν λειτουργία ο ..., παρά ταύτα κατεβλήθησαν μεγάλες προσπάθειες από το Σεβασμιότατο προς τούτο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι επισκέφθηκαν το μοναστήρι προς εγκαταβίωσή τους οι μοναχές Γ. και Ε., η μεν πρώτη πήγε τελικά στην Αίγινα, η δε δεύτερη στον ......
Η Μητρόπολη … δεν αμέλησε για να εκπληρώσει την υποχρέωση που είχε αναλάβει από το συμβόλαιο, να κάμει δηλαδή τον ... ενεργό μοναστήρι, αλλά δεν έγινε μέχρι σήμερα το μοναστήρι, διότι δεν προέκυψαν οι κατάλληλες συνθήκες, δηλ. το έμψυχο υλικό". Τα ίδια ανέφερε και ο έτερος μάρτυρας ανταποδείξεως Αρχιμανδρίτης Ε.
Σ. - Ε. του Γ., που σημείωσε την αδυναμία ανευρέσεως αδελφότητας παρά τις προς τούτο προσπάθειες εκ μέρους του Μητροπολίτη και από κληρικούς της Μητροπόλεως. Οι ως άνω καταθέσεις είναι σαφείς και εμπεριστατωμένες, κρίνονται δε πειστικότερες από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, που ασαφώς και με γενικότητες καταλογίζουν στους εκπροσώπους του εναγομένου αδιαφορία και ολιγωρία σχετικά με την εκτέλεση του ως άνω τρόπου, υπό τον οποίο τελούσε η προαναφερθείσα δωρεά της θείας του ενάγοντος προς το εναγόμενο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η μη εκπλήρωση του τρόπου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται το αναιρεσίβλητο και κατόπιν τούτου, αφού δέχτηκε τη σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ανυπαίτιας αδυναμίας του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή για ανάκληση της αναφερόμενης δωρεάς, λόγω υπαίτιας μη εκπλήρωσης του τρόπου που είχε τεθεί στο δωρητήριο συμβόλαιο, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 507, 509 και 904 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 506 ΑΚ, και περαιτέρω δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η μη εκπλήρωση του τρόπου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο (ανυπαίτια αδυναμία) και ειδικότερα στο ότι δεν κατέστη δυνατό να ευρεθεί μέχρι το χρόνο του θανάτου της δωρήτριας το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για τη δημιουργία της αναγκαίας για τη στελέχωση του μοναστηρίου μοναστικής αδελφότητας και ότι ακόμη και οι μάρτυρες του αναιρεσείοντος ασαφώς και με γενικότητες καταλογίζουν στους εκπροσώπους του αναιρεσιβλήτου απλώς αδιαφορία και ολιγωρία σχετικά με την εκτέλεση του ως άνω τρόπου, ήτοι ότι το αναιρεσίβλητο δεν ενήργησε με πρόθεση, για να εμποδίσει την δωρήτρια να ανακαλέσει τη δωρεά.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου Κώδικα λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ότι όχι μόνο προσκομίσθηκαν στο Εφετείο, αλλά και ότι έγινε επίκληση των αποδεικτικών μέσων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη ισχυρισμού που προβλήθηκε από αυτόν και να αναφέρεται επίσης ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο πέραν από το άρθρο και τον αριθμό της αποδιδόμενης πλημμέλειας δεν αναφέρονται οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση.
Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 27-3-1996 ιατρική βεβαίωση που προσκόμισε πρωτοδίκως (και όχι στο Εφετείο) το αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομίστηκε το ως άνω έγγραφο ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα μάρτυρα σε σχέση με τους άλλους.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚπολΔ, όπως εκτιμάται κατ’ ορθή υπαγωγή, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έσφαλε εκτιμώντας εσφαλμένα τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου και δεν αναγνωρίστηκε η αποδεικτική δύναμη και όσα μετά γνώσεως κατέθεσαν οι δικοί του μάρτυρες.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/6/2010 αίτηση του Π. Δ. για αναίρεση της 467/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ