Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's evidence evaluation and cost allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by BATLES A.E. and others against the District Court of Western Macedonia's decision. The appellants argued the lower court failed to properly evaluate specific witness testimonies and documentary evidence, while also claiming excessive legal costs violated European human rights standards. The court rejected these claims, finding the appellate court had duly considered all submitted evidence and determined the cost allocation was legally sound and proportionate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(14), 559(11), 559(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellate court has duly considered all evidence and the cost allocation complies with statutory provisions and does not violate human rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1914 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1914/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΙΝΔΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "BATLES A.E." που εδρεύει στη θέση … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ε. χήρας Δ. Χ. - Κ., 3)Γ. Χ. - Κ. του Δ., 4)Φ. Χ. - Κ. του Δ., κατοίκων ..., 5)Ε. χήρας Γ. Τ., 6)Δ. Τ. του Γ., 7)Δ. Τ. του Γ., κατοίκων ... και 8)Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Πισσάνη.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Γ. Τ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσης το αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ 8 και 14 ΚΠολΔ.
εξάλλου κάθε αγωγή, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου που ορίζουν τα άρθρα 117-118 ΚΠολΔ: α) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικά τώρα, όπως προκύπτει από το άρθρο 70 ΚΠολΔ, η αναγνωριστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων έχει άμεσο έννομο συμφέρον (ΑΠ 1312/1989 ΕΕΝ 57. 546) ν' αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας παρούσας έννομης σχέσης που τελεί σε αβεβαιότητα. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος, το οποίο μπορεί να είναι και υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις, υφίσταται δε γενικά όταν πρόκειται για αβεβαιότητα της σχέσης, από την οποία δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα του ενάγοντος, είτε άμεσος, είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, σε αποτροπή κινδύνου του οποίου τείνει η αιτούμενη αναγνώριση.
Η έρευνα για την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος, που εξετάζεται μάλιστα αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), δεν είναι συνήθως ανεξάρτητη από την έρευνα του υπαρκτού ή ανυπάρκτου του ουσιαστικού δικαιώματος εκείνου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη. Έτσι το έννομο συμφέρον προορίζεται να περιορίσει τη δικαστική προστασία σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις που η απόφαση που θα ζητηθεί είναι ικανή να συμβάλει στην προστασία των δικαιωμάτων εκείνου που ζητά τη δικαστική προστασία.
Ταυτόχρονα επίσης συμβάλλει εδώ στην πραγμάτωση του δικαίου και στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης, με άρση της αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή κινδύνου βλάβης των συμφερόντων του ενάγοντος. Ακόμη, ως έννομη σχέση εδώ νοείται η βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη, άρα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, διότι δεν είναι έννομες σχέσεις, η βεβαίωση απλών πραγματικών γεγονότων, η διαπίστωση νομικών γεγονότων και ο νομικός τους χαρακτηρισμός, όπως και η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων χωρίς σύνδεση τους με συγκεκριμένη έννομη σχέση της οποίας ζητείται με την αγωγή η προστασία.
Τα δικαστήρια δεν έχουν γνωμοδοτική εξουσία, η άσκηση της οποίας έχει ανατεθεί σε άλλες δημόσιες αρχές και για ορισμένο μόνο κύκλο θεμάτων. Παρέπεται, ότι η αναγνωριστική αγωγή είναι αόριστη και απαράδεκτη, αν δεν γίνεται στο δικόγραφο καθόλου επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, που εξειδικεύουν το έννομο συμφέρον.
Όμως η κρίση του δικαστηρίου για έλλειψη στο δικόγραφο κάποιου ή κάποιων από τα στοιχεία της βάσης της αγωγής που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του πραγματικού του κανόνα δικαίου δεν καθιστά την αγωγή αυτή αόριστη, αλλά αβάσιμη κατά το νόμο. Τέλος, η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί, κατά την πάγια Θέση της νομολογίας, να θεραπευθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής, ούτε και με δικαστική ομολογία.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ένδικης αίτησης τους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, με το να επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ η αγωγή αυτή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ειδικότερα λόγω παράλειψης μνείας στο δικόγραφο της αγωγής των προσαπαιτούμενων κατά νόμο στοιχείων και ειδικότερα ως προς την παθητική νομιμοποίηση αυτών, φερομένων ως μη κατόχων κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής του επιδίκου ακινήτου.
Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται απαραδέκτως, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί που τον στηρίζουν είχαν προταθεί στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχαν προταθεί νομίμως, παρεκτώς του ότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 26-2-2007 έφεσης των αναιρεσειόντων ο παραπάνω ισχυρισμός περί απαραδέκτου λόγου αοριστίας της αγωγής για την ως άνω αιτία, δεν προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Πλέον τούτου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 1-7-2005 ένδικης αγωγής, διαλαμβάνεται σ' αυτό ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες αμφισβητούν το δικαίωμα της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου, έχοντας μάλιστα προβεί στην κατάληψή του, εκδηλώνοντας έτσι αναμφίβολα την αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου και εντεύθεν στοιχειοθετείται η παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων -ήδη αναιρεσιβλήτων στην κρινόμενη αναγνωριστική μόνο αγωγή.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει οι δύο πρώτοι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο ...4 του ΑΚ, επί αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, στηριζομένης σε παράγωγο τρόπο, δεν απαιτείται κατ' αρχήν ο δια του δικογράφου της καθορισμός του τρόπου κτήσεως της κυριότητας του δικαιοπαρόχου, εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του, ο μεν ενάγων οφείλει, για τη συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του, η δε καταφάσκουσα το δικαίωμα δικαστική απόφαση να καθορίσει με σαφήνεια τα γεγονότα που συγκροτούν τον τρόπο κτήσεως του δικαιοπαρόχου, αλλά και των απωτέρων δικαιοπαρόχων, αν απαιτείται ενόψει των αμφισβητήσεων του εναγομένου, μέχρι του πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας αυτών.
Αν με την απόφαση γίνει δεκτή με επάλληλη αιτιολογία και η βάση της αγωγής περί αποκτήσεως της κυριότητας του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, να αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού οι υλικές πράξεις που ασκούσε αυτός στο ακίνητο με διάνοια κυρίου για μια εικοσαετία.
Από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απόκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. t ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Ακόμα, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου όρθρου, ανεπαρκής αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά τα ουσιώδη σημεία του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο πατέρας της ενάγουσας Γ. Κ., κάτοικος εν ζωή …, είχε στην κυριότητα του ένα αγρό, εκτάσεως εννέα (9) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Μ." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Πανοράματος του Δ.
Θ. Ζ. Γρεβενών. Ο ενιαίος αυτός αγρός συνόρευε βόρεια με κοινόχρηστη έκταση, νότια σε ημικυκλικό σχήμα με παλαιά ημιονική οδό ("βλαχόστρατα"), και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Γ. Τ. (δευτέρου εναγομένου, ήδη αποβιώσαντος) και Δ. Κ. (πρώτου εναγομένου), οι οποίοι, όπως αναφέρεται παρακάτω, τις μεταβίβασαν στη συνέχεια, σε τρίτους, ανατολικά με αγρό κληρονόμων Ι.
Τ. και δυτικά με αγρό Σ. Π.. Ο προαναφερόμενος νεμόταν τον εν λόγω αγρό ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, με καλή πίστη, ήδη πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (στις 23-2-1946) ειδικότερα τον επόπτευε και τον καλλιεργούσε με δημητριακά, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους. Μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, συνέχισε να τον νέμεται, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους, εξακολουθώντας να τον καλλιεργεί με δημητριακά.
Το έτος 1951 μεταβίβασε άτυπα τη νομή τούτου στην ενάγουσα, θυγατέρα του, προς αποκατάσταση της, ενόψει του γάμου της με το Γ. Μ. Τ., κάτοικο .... Έκτοτε, η ενάγουσα συνέχισε τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα της, ομοίως χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους, συνεπικουρούμενη στο έργο αυτό από το σύζυγο της, καλλιεργώντας τον ως άνω αγρό με δημητριακά.
Μετά το έτος 1955, οπότε και εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια των αγρών της περιοχής, λόγω του ασύμφορου της γεωργικής τους εκμεταλλεύσεως, η ενάγουσα συνέχισε να νέμεται τον εν λόγω αγρό, χρησιμοποιώντας τον ως βοσκότοπο του ποιμνίου από πρόβατα που διατηρούσε με το σύζυγο της. Κατά το έτος 1965 η διάνοιξη της επαρχιακής οδού Γρεβενών - Σμίξης - Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας διαχώρισε στο μέσον περίπου τον αρχικά ενιαίο αγρό των εννέα (9) περίπου στρεμμάτων, δημιουργώντας δύο τμήματα, το βόρειο, άνωθεν της επαρχιακής οδού και το νότιο, αφαιρώντας από τη συνολική έκταση περίπου ένα (1) στρέμμα, το οποίο κατέλαβε το οδόστρωμα της εν λόγω επαρχιακής οδού στο συγκεκριμένο σημείο.
Το νότιο τμήμα του διαχωρισθέντος αγρού, συνολικού εμβαδού 4.016 τ.μ., αποτελεί το επίδικο ακίνητο, το οποίο συνορεύει βόρεια με την επαρχιακή οδό Γρεβενών - Σμίξης-Βασιλίτσας, νότια σε ημικυκλικό τμήμα με παλαιά ημιονική οδό ("βλαχόστρατα") και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Γ. Τ. (δευτέρου εναγομένου, ήδη αποβιώσαντος) και Δ.
Κ. (πρώτου εναγομένου), οι οποίοι, όπως αναφέρεται παρακάτω τις μεταβίβασαν, στη συνέχεια, σε τρίτους, ανατολικά με αγρό κληρονόμων Ι. Τ. και δυτικά με αγρό Σ. Π. (βλ. το επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Λ., δασολόγου). Η ενάγουσα, μέχρι και την άνοιξη του έτους 2000 εξακολούθησε να νέμεται τα δύο (2) νέα τμήματα που δημιουργήθηκαν, μετά τη διάνοιξη, από τον αρχικό αγρό, ασκώντας, ειδικότερα, επί του επιδίκου, αδιαλείπτως τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο και στη φύση και τον προορισμό του, χωρίς αμφισβήτηση από τρίτους, συνεπικουρούμενη πάντοτε και από τον προαναφερόμενο σύζυγο της.
Έτσι, κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το είχε στη νομή της συνεχώς για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών....
Περαιτέρω το γεγονός ότι στην προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ' αρ 192/2000 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών ως και το προσκομιζόμενο από την ίδια υπ' αρ πρωτ 3112/2000 πιστοποιητικό του Δ. Θ. Ζ., αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου ο Γ. Μ. Τ., ουδόλως αναιρεί την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου.
Είναι δε γνωστό, ότι στις αγροτικές περιοχές ο σύζυγος φέρεται συνήθως ως δικαιούχος ενός δικαιώματος στα μάτια της μικρής κοινωνίας και παρά το γεγονός ότι δεν του ανήκει εν τούτοις αναγράφεται αυτός στις διάφορες βεβαιώσεις των αρχών, ενώ στην πραγματικότητα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, φορέας του δικαιώματος είναι η σύζυγος (δηλαδή η ενάγουσα).
Επίσης, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους και την παρεμβαίνουσα: α) Την από μηνός Μαΐου 2005 τεχνική έκθεση, φωτοερμηνείας των Ν. Ι. Δ. και Γ. Δ., δασολόγων, β)το από μηνός Αυγούστου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας της Π. συζ. Κ. Γ., που συντάχθηκε από το Γ.
Π., δασολόγο, στο οποίο αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτησία αυτής η ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, και όχι της ενάγουσας, το οποίο, όμως, όσον αφορά τα όρια, συντάχθηκε με υπόδειξη της ιδιοκτήτριας (βλ. το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα), γ) τα υπ' αριθ. 1344/1999 και 1345/1999 πιστοποιητικά του Δημάρχου του Δ. Θ. Ζ., στα οποία βεβαιώνεται η κυριότητα των δύο πρώτων εναγομένων επί των περιγραφομένων ακινήτων και τα οποία, όμως, εφόσον έχουν εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, αφού δεν αφορούν την προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση, εκτιμώνται μόνο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεδομένου ότι δεν έχουν δοθεί για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη, δ)την υπ'αριθ. .../18-5-2005 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Ε.
Τ., Δ. Τ. και Κ. Τ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γρεβενών, ως και τις υπ. αριθμ. …, … και …/1-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της παρεμβαίνουσας, Ν. Ε. Τ., Α. Κ. Κ. και Κ. Χ. Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά και ε) την υπ' αριθμ. πρωτ. 51/ΔΑΣ-5229/25-6-1999, πράξη χαρακτηρισμού, της Διεύθυνσης Δασών Γρεβενών, που αφορά τμήμα εκτάσεως 9.173,35 τ.μ.
του δευτέρου εναγομένου, σύμφωνα με την οποία η έκταση αυτή είναι γεωργική, καθόσον έχει την έννοια ότι αυτή δεν αποτελεί δημόσια δασική έκταση, κατά το ν. 998/1979. Εκτός τούτων, η ως άνω κρίση δεν αναιρείται από το ότι, με την υπ' αριθμ. 142/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 58/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, ο τρίτος εναγόμενος αναγνωρίσθηκε προσωρινώς νομέας του επιδίκου και διατάχθηκε η αποβολή της ενάγουσας και του συζύγου της από αυτό, καθόσον η με πιθανολόγηση κρίση του ως άνω Δικαστηρίου, στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο που ερευνά κατά την τακτική διαδικασία το ζήτημα της κυριότητας επί του επιδίκου.
Επίσης, δεν αναιρεί τα παραπάνω, το ότι η Α. Ι. Κ., μητέρα του δικαιοπαρόχου πατέρα της ενάγουσας, με την υπ' αριθμ. .../1950 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Τυρνάβου Δημήτριου Γιωτόπουλου, κατέλειπε στον πατέρα της ενάγουσας έτερο αγρό το οποίο βρίσκεται σε διαφορετική περιοχή από το επίδικο, χωρίς να κάνει λόγο για το τελευταίο.
Άλλωστε, ο μάρτυρας της ενάγουσας, υιός της, κατέθεσε ότι το επίδικο περιήλθε στον παππού του από αγορά, από κάποιον ονόματι Μ. και όχι από τη γιαγιά της ενάγουσας. Τέλος, ούτε η προσκομιζόμενη από την παρεμβαίνουσα από 28-2-2011 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση του Χ. Σ. Κ., που επιδόθηκε στην ενάγουσα μόλις μία ημέρα πριν από τη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης, ήτοι την 1-3-2011, με την οποία ο τελευταίος φέρεται να προβάλλει δικαιώματα κυριότητας όχι μόνο επί του επιδίκου αλλά και του τμήματος του εν λόγω ακινήτου που βρίσκεται βόρεια της ως άνω επαρχιακής οδού, ισχυρισμό τον οποίο υιοθετεί και η παρεμβαίνουσα (βλ.
και το από 23-11-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Μ., πολιτικού μηχανικού), μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση. Κατ' αρχήν, πρέπει να τονισθεί ότι η αντιδικία της ενάγουσας με τους δικαιοπαρόχους της παρεμβαίνουσας και στη συνέχεια με την ίδια χρονολογείται από το έτος 2000. Ωστόσο, ενώ η αντιδικία τους αυτή ήταν γνωστή σε όλη την Κοινότητα Πανοράματος και συνεπώς και στον προαναφερόμενο (Χ.
Κ.), ο τελευταίος ουδέν έπραξε. Ακόμη, από το τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Δ., τεχνολόγου δασοπονίας, που συντάχθηκε κατ' εντολή του Γ. Τ. (δευτέρου εναγομένου) και προσαρτάται στο υπ' αριθμ..../1998 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Γρεβενών Ευάγγελου Καρασίμου, με το οποίο ο Γ. Τ. πώλησε το εκεί αναφερόμενο ακίνητο του, προκύπτει ότι, το τμήμα του ως άνω ακινήτου, το ευρισκόμενο βόρεια του επαρχιακού δρόμου, φέρεται να ανήκει στον πατέρα της ενάγουσας και όχι στον προαναφερόμενο.
Εκτός τούτων, τα υπ' αριθμ. .../1999, .../2003 και .../2003 πωλητήρια συμβόλαια, της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, με τα οποία η παρεμβαίνουσα απέκτησε την έκταση, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της περιλαμβάνεται τμήμα του επιδίκου, έχουν ως όριο της ιδιοκτησίας της προς βορρά τον επαρχιακό δρόμο και όχι την ιδιοκτησία Χ.
Κ.. Επίσης, ουδείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες και τους βεβαιώσαντες ενόρκως και των δύο διαδίκων πλευρών, αναφέρει πουθενά ιδιοκτησία Χ. Κ. να συνορεύει με το επίδικο ή την ιδιοκτησία της παρεμβαίνουσας. Σε κάθε περίπτωση, ο Χ. Κ. μπορούσε ευχερώς να ασκήσει το όποια δικαιώματα του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως έπραξε και η παρεμβαίνουσα.
Από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν και τα παρακάτω: Την άνοιξη του έτους 2000, οι εναγόμενοι κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 4.016τ.μ., ισοπεδώνοντας το με μηχανικά μέσα, προκειμένου να ανεγερθεί ξενοδοχειακή μονάδα, όπως και πράγματι έγινε (επί μεγαλυτέρου ακινήτου), από την ανώνυμη εταιρία με την Επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΙΝΔΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "BATLES Α.Ε." (παρεμβαίνουσα).
Προηγουμένως, ο δεύτερος εναγόμενος, Γ. Τ. (ήδη αποβιώσας), με το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, που μεταγράφηκε νομίμως, εμφανίζοντας την όμορη του επιδίκου προς νότο ιδιοκτησία του να καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα τούτου (επιδίκου) και να συνορεύει πλέον αυτή βόρεια με την επαρχιακή οδό, μεταβίβασε τη συνολική έκταση των 29.351,29 τ.μ.
στον τρίτο εναγόμενο, Σ. Τ., ο οποίος, με το υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε στην παρεμβαίνουσα τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 9.713,35 τ.μ. Επίσης και ο πρώτος εναγόμενος, με το υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο, της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, εμφανίζοντας ομοίως την όμορη του επιδίκου προς νότο ιδιοκτησία του να καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα τούτου (επιδίκου) και να συνορεύει πλέον και αυτή βόρεια με την επαρχιακή οδό, μεταβίβασε, μεταξύ άλλων και την έκταση των 4.157,52 τ.μ., στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι ο δεύτερος εναγόμενος (Γ. Τ.) είναι γαμπρός σε αδελφή του πρώτου εναγομένου (Δ. Κ.), ενώ ο τρίτος εναγόμεγος (Σ. Τ.) είναι γαμπρός σε θυγατέρα του πρώτου, η οποία, κατά την υπογραφή των παραπάνω συμβολαίων εκπροσώπησε την άνω παρεμβαίνουσα εταιρία, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της.
Τονίζεται επίσης, ότι μοναδικοί μέτοχοι της παρεμβαίνουσας εταιρίας είναι ο τρίτος εναγόμενος και η σύζυγος του, Ι. Δ. Κ., η οποία επίσης είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ και ο πρώτος εναγόμενος είναι μέλος του Δ.Σ. αυτής (βλ. τα υπ' αριθμ. 3786/6-6-2005 και 1178/26-2-2008 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Παρόλα αυτά, ενώ ήταν γνωστή στους προαναφερόμενους η αντιδικία μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων, δεν ασκήθηκε η κρινόμενη παρέμβαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.
Εκτός τούτου, κατά τη διάρκεια της αντιδικίας η παρεμβαίνουσα εταιρία προχώρησε στην αγορά του επιδίκου και στην ανέγερση κτίσματος επί μεγαλυτέρου ακινήτου.
Με τις παραπάνω ενέργειες τους οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου και συνεπώς η τελευταία έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της αυτό, όπως απεφάνθη το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεχόμενο την αγωγή αναγνώρισε αυτήν κυρία του επιδίκου ακινήτου".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, ενόψει ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατέληξε στην κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας που εφάρμοσε, η δε πληττόμενη απόφασή του έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το Εφετείο και έτσι αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Συνακόλουθα οι από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικοί τέταρτος, όγδοος και δέκατος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή τα τοπογραφικά που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔ. Ενόψει δε του χαρακτήρα τους ως γνωμοδοτήσεων του άρθρου 390 ΚΠολΔ, τα τοπογραφικά διαγράμματα δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.20 του ιδίου Κώδικα, όπως τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και επομένως δεν ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 406/2006).
Κατ'ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια απ'το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ και ειδικότερα για παραμόρφωση του περιεχομένου του από 20-5-1996 τοπογραφικού διαγράμματος που συνέταξε η δασοπόνος Μ. Θ. για λογαριασμό του ιδιοκτήτη ομόρου ακινήτου επιδίκου Σ.
Π. και προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τον αρ 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 401 αρ 2 ΚΠολΔ έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος...έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή πλάγια γραμμή..." Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της ένδικης αίτησης διατείνονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια καθόσον έλαβε υπόψη του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τη μαρτυρική αντίθεση του γιου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Τ. του Γ.. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες δεν ζήτησαν την εξαίρεση να εξετασθεί ως μάρτυρας ο ανωτέρω, το δε δικαστήριο δεν εξαίρει ιδιαίτερα την ως άνω μαρτυρική κατάθεση για να καταλήξει στο ευνοϊκό για την ενάγουσα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση συναξιολόγησε και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να υπερβεί τους ορισμούς του νόμου σχετική με την δύναμη της προμνημονευόμενης μαρτυρικής κατάθεσης. Επομένως ο πέμπτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ 11 περ α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι1 αυτές διατυπώσεις (ΑΠ 554/2012).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ 2 εδ γ' του ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνοντας υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθεί στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Έτσι, αν τηρηθεί η πιο πάνω προϋπόθεση είναι έγκυρες οι ένορκες βεβαιώσεις, έστω και να δεν αναφέρεται ή αναφέρεται εσφαλμένα στη σχετική κλήση, η διαδικασία κατά την οποία αυτές θα χρησιμοποιηθούν (ΑΠ 519/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ 4 και 5 αυτής) γίνεται ορθή και σαφής διάκριση :
α)της συμβολαιογραφικής δήλωσης του Σ. Χ. Σ. που δεν λήφθηκε παντάπαση υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, β) των ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν υπόψη ως ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων και γ) των ενόρκων βεβαιώσεων που συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη και λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή απ1 αυτές δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως ο από τον αριθμ 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι συναφείς από τον αριθμ 12 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ προβαλλόμενοι πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης (με το δεύτερο αυτών προβάλλεται η αιτίαση ως προς το εσφαλμένο της εκτίμησης ως ιδιαίτερου ή συμπληρωματικού αποδεικτικού των προσκομισθεισών εκατέρωθεν ενόρκων βεβαιώσεων) είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του αριθμ 1 παρ 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνον εάν αυτό χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο χρησιμοποίησε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι "στις αγροτικές περιοχές ο σύζυγος φέρεται συνήθως ως δικαιούχος ενός δικαιώματος στα μάτια μιάς μικρής κοινωνίας και παρά το γεγονός ότι δεν του ανήκει εν τούτοις αναγράφεται αυτό στις διάφορες βεβαιώσεις των αρχών, ενώ στην πραγματικότητα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, φορέας του δικαιώματος είναι η σύζυγος" Με βάση αυτήν την παραδοχή το Εφετείο, κατά την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας της υπ' αρ 192/2000 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γρεβενών και του υπ' αριθμ.
πρωτ. 3112/2000 πιστοποιητικού του Δ. Θ. Ζ., έκρινε ότι τυπικά αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου ο Γ. Μ. Τ., σύζυγος της ενάγουσας, ενώ ουσιαστικά αυτό ανήκει στην ενάγουσα, όπως αυτό προκύπτει από την εκτίμηση, όλων των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως το Εφετείο καταφεύγοντας στο προμνημονευόμενο δίδαγμα κοινής πείρας προς εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν υπέπεσε στην από τον αριθ.1 εδαφ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Γι' αυτό ο σχετικός όγδοος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ενόψει της προαναφερόμενης παραδοχής με τη χρήση του διδάγματος της κοινής πείρας το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το αναφερόμενο τυπικά περιεχόμενο των δύο παραπάνω εγγράφων (ένορκης βεβαίωσης και πιστοποιητικό του Δ.
Θ. Ζ.), την οποία και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως του ότι αυτά και ιδιαίτερα η ένορκη βεβαίωση δεν εμπίπτουν στην έννοια των εγγράφων κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, ο ένατος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο από τον αριθμ. 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον ενδέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια καθόσον δεν έλαβε σοβαρά υπόψη και δεν εκτίμησε δεόντως άλλως εσφαλμένα ερμήνευσε τα στα λόγο αυτών της αναίρεσης αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (κατάθεση του μάρτυρα Σ.Π. την από Μάϊο 2005 τε, την από Αύγουστο 1994 ΤΔ, τα υπ' αρ.1344 και 1345/ πιστοποιητικά του Δ. Θ.Ζ., τις υπ'αρ..../2005 και 12641, 21642 και 12643 ένορκες βεβαιώσεις και την υπ'αρ.πρωτ.51/ΔΑΣ/1999 πράξη χαρακτηρισμού). Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την εκτίμηση στο αποδεικτικό πόρισμα του "τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα...τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ...",χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε και αυτά που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες που συνεκτιμώντας τα έκρινε κυριαρχικά και ανέλεγκτα ως προς την κρίση του αυτή την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Επομένως ο ενδέκατος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος με τον δωδέκατο λόγο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ προσδιόρισαν το δικαστικά έξοδα υπέρ της τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης συνολική στο ποσό των 3500 ευρώ (2500 ευρώ σε βάρος των πέντε πρώτων εκκαλουσών και 1000 ευρώ σε βάρος της έκτης εκκαλούσας), παραβιάζοντας το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον ο προσδιορισμός των ως άνω ποσών ως δικαστικά έξοδα έγινε συνοπτικά αλλά επαρκώς και σύμφωνα με όσα ορίζονται ως προς το ύψος τους από τις διατάξεις των άρθρων 180,182,183 και 189 ΚΠολΔ και 110 του Κώδικα Περί Δικηγόρων και χωρίς να παραβιασθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο από το δικαστήριο το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλου αυτής.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλο λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της μη καταθέσασας προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΙΝΔΟΥ Α.Ε." και των λοιπών ομοδίκων της για αναίρεση της υπ'αρ.79/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ