Legislator Case Law & Legislation
1914/2008 AI generated

Appeal dismissed for vagueness; appellant failed to state material facts required to review substantive law violation.

Case Number 1914/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision to partially accept the plaintiff's claim. The appellants alleged a direct and oblique violation of substantive law regarding the validity of the claim and the interpretation of the Civil Code. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellants failed to fully state the material facts accepted by the lower court, which are necessary to verify the alleged legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 111(2), 118(4), 216(1), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging a direct or oblique violation of substantive law is inadmissible if the appellant fails to state the material facts accepted by the court of first instance, as these facts are indispensable for verifying the correctness of the judgment's operative part.

Keywords

AI generated
substantive law violation inadmissible appeal material facts requirement Code of Civil Procedure vagueness of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 21(2), (3), (4) of Law 10447/1971
Article 914 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 27
OLAP 1/1999
OLAP 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1914 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1914/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια .

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φίλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Απριλίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 715/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3629/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Οκτωβρίου 2006 αίτησή των. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 § 4, 216 § 1, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το ουσιαστικά βάσιμο ή μη της αγωγής.

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης απόφασης, διότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών τους προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο δηλαδή είναι το στοιχείο που λείπει και είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στΙς πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 § 2, 3 και 4 του ν.δ. 1.0447/1971 και 914 του ΑΚ και, αφού έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την ερήμην τους εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ενώ, όμως, στο αναιρετήριο εκτίθεται η πορεία της υπόθεσης, η άποψη των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης μή εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 21 § 2, 3 και 4 του ν.δ. 1.044/1971 και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, ενώ κατ' εφαρμογή της πρώτης διατάξεως έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 του Α Κ.

την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν παρατίθενται: 1) με πληρότητα, αλλά. κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο. επιλεκτικά, και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και 2) ούτε εκτίθενται περαιτέρω σε τί συνίστανται οι ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και τί λείπει, που ήταν αναγκαίο για την επάρκειά τους.

Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε από την άποψη της ευθείας, αλλά ούτε και από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και συνεπώς οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, οι μεν πρώτος και δεύτερος εκ του αριθ. 1 και ο τρίτος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι και ως τέτοιοι απαράδεκτοι.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ