1914/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1914/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1914 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1914/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2061/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5690/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 .- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν ή η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να Θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αναίρεσείουσα προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από 17-3-1990, από την αναιρεσίβλητη εταιρεία ("ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.
Ε") και παρείχε από τότε, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, τις υπηρεσίες της ως ιπτάμενη συνοδός σε αεροσκάφη μεταφοράς επιβατών. Αυτή (αναιρεσείουσα) αμειβόταν ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης με βάση τις προβλέψεις των εκάστοτε ΕΣΣΕ μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του επαγγελματικού σωματείου "Ένωσις Ιπταμένων Συνοδών Φροντιστών", μέλος του οποίου είναι και η ίδια.
Αυτή στις 4-9-1992 τέλεσε γάμο στην Αθήνα με το ...., επίσης εργαζόμενο στην αναιρεσίβλητη. Από τον γάμο της αυτόν απέκτησε, στις 30-3-1996, ένα θήλυ τέκνο την ..... , για το οποίο ισχυρίζεται ότι αυτή έχει καταβάλει εισφορές, χωρίς όμως να προκύπτει ότι το ως άνω τέκνο της το έχει ασφαλίσει στο Ι.Κ.Α. στο όνομα της. Το κατά τα άνω τέκνο της αναιρεσείουσας, όπως ήδη αναφέρθηκε, γεννήθηκε όσο αυτή ήταν υπάλληλος της αναιρεσίβλητης και ήταν γνωστή η οικογενειακή κατάσταση της πρώτης στις αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού της τελευταίας.
Η αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλλε το επίδομα τέκνου στην αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις ρυθμίσεις του ν. 1414/84 και εκείνες του ν. 2470/97 καθώς και τις ρυθμίσεις των από 6-3-90 και από 24-7-1997 εγκυκλίων. Αυτές εκδόθηκαν, με βάση τις παραπάνω διατάξεις και τις σχετικές ΣΣΕ, από τον τομέα προσωπικού της διευθύνσεως Διοικητικών Υπηρεσιών της εταιρείας.
Με αυτές (εγκυκλίους) γνωστοποιούνταν προς το προσωπικό της οι προϋποθέσεις για τη λήψη του κατά τα άνω επιδόματος τέκνου. Όμως η αναιρεσείουσα δεν είχε αποδεχτεί ως όρο της συμβάσεως εργασίας της το περιεχόμενο αυτών των εγκυκλίων, οι οποίες δεν είχαν ούτε κανονιστική ισχύ. Οι διατάξεις των νόμων που προαναφέρθηκαν ήταν ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές σε σχέση με την, υπό προϋποθέσεις, καταβολή τούτου και μετά από δήλωση ότι επιλέγουν σε ποιόν από τους δύο γονείς θα καταβάλλεται το οικογενειακό επίδομα ή ότι δεν λαμβάνει ο άλλος το επίδομα τέκνου ή το δικαιούται να το λάβει πλέον ο άλλος γονέας σε περίπτωση που εργάζονταν και οι δύο ή ότι αυτός (άλλος γονέας) δεν εργαζόταν, ούτε συνταξιοδοτείτο ή ότι είχε μόνον αυτός την επιμέλεια του τέκνου αν δεν υπήρχε ή λύθηκε ο γάμος του.
΄Ετσι η αναιρεσείουσα από τότε που γεννήθηκε το τέκνο της είχε δικαίωμα να λαμβάνει το σχετικό επίδομα. Αυτό δε ανεξαρτήτως του ότι δεν είχε συμμορφωθεί με τις διατυπώσεις που όριζε η αναιρεσίβλητη προκειμένου να της χορηγηθεί τούτο και το ποσό του οποίου ισούται με ποσοστό 5% επί του βασικού μισθού των αεροσυνοδών, όπως αυτό ίσχυε κάθε φορά και του χρονοεπιδόματος.
Η αναιρεσίβλητη χορηγούσε κάθε μήνα σε όλους τους μισθωτούς της και στην αναιρεσείουσα εκκαθαριστικά σημειώματα. Σε αυτά γινόταν ανάλυση των αποδοχών που καταβάλλονταν σε κάθε έναν από αυτούς και των κρατήσεων που γίνονταν. Κάτω από τις καταχωρήσεις αυτές υπήρχε εγγραφή σημείωση, με την οποία καλούσε η αναιρεσίβλητη όλους τους μισθωτούς της να της γνωρίσουν εγγράφως, εντός δύο μηνών από τη λήψη τους, αν υπήρχε εκ μέρους κάποιων από αυτούς διαφωνία σχετικά με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών τους, διαφορετικά τους εφιστούσε την προσοχή ότι θα θεωρούσε (η αναιρεσίβλητη) ότι κάθε ένας από αυτούς (μισθωτούς) συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη εκκαθάριση των αποδοχών του.
Όμως η αναιρεσείουσα, από τότε που προσκόμισε στην αναιρεσίβλητη τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου της μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν διαμαρτυρήθηκε στην αναιρεσίβλητη για τη μη καταβολή του ένδικου επιδόματος. Η παράλειψή της να αμφισβητήσει τα εκκαθαριστικά σημειώματα που λάμβανε κάθε μήνα για μεγάλο σχετικά διάστημα και να προτιμήσει την άσκηση της ένδικης αγωγής της στο τέλος ακριβώς της πενταετούς παραγραφής υποδηλώνει την αδράνεια της για την άσκηση των δικαιωμάτων της που απέρρεαν από τη σύμβαση.
Καθ΄ όλο το ως άνω διάστημα της αδράνειας της αναιρεσείουσας αρκετές από τις εργαζόμενες μητέρες στην αναιρεσίβλητη, που είχαν ανήλικα τέκνα ή τέκνα που σπούδαζαν, διαμαρτύρονταν και αξίωναν από αυτήν (αναιρεσίβλητη) να τους καταβάλλει το οικογενειακό επίδομα ανεξαρτήτως του ότι εργάζονταν ή το λάμβαναν τυχόν και οι σύζυγοι τους και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των νόμων 1414/1984 και 2470/1977.
Έτσι η κατά τα άνω ανοχή της αναιρεσείουσας να της καταβάλλει η αναιρεσίβλητη μειωμένες αποδοχές, κατά το ποσό που αντιστοιχούσε στο επίδομα τέκνου, και η υπογραφή των σχετικών εξοφλητικών αποδείξεων χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία μέσα σε ένα δίμηνο και η παραλαβή των μηνιαίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων, έδιδε το δικαίωμα στην αναιρεσίβλητη να συμπεράνει ότι οι σχέσεις της με την αναιρεσείουσα όσον αφορά τις προς αυτή μισθολογικές παροχές της είχαν οριστικά ρυθμιστεί, καθώς και να δημιουργηθεί σ΄ αυτήν (αναιρεσίβλητη) η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επιθυμούσε η αναιρεσείουσα να διεκδικήσει τις διαφορές των αποδοχών της από τη μη καταβολή σ' αυτήν του επίδικου επιδόματος.
Η συνολική επιβάρυνση της αναιρεσίβλητης από την καταβολή του κατά τα άνω επιδόματος σε όλους τους υπαλλήλους της που το δικαιούνται και δεν το λαμβάνουν θα φθάσει, αν υπολογιστεί ότι τούτο (επίδομα) ανέρχεται σε 10.000 δρχ. μηνιαίως για κάθε υπάλληλο και ότι το 1/3 και πλέον του προσωπικού της αναιρεσίβλητης έχουν ασκήσει αγωγές για όμοιες με αυτήν της αναιρεσείουσας αξιώσεις, σε ύψος, το ποσό των 5.000.000.000 δρχ.
Η επιβάρυνση αυτή θα έχει δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για την αναιρεσίβλητη. Τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η τελευταία βρίσκεται ήδη σε δυσμενή οικονομική κατάσταση και στη διαδικασία εξυγιάνσεως της, που ήδη έχει αρχίσει μετά τους νόμους 2271/2994 και 2602/1998. Από την αναδρομική καταβολή του επιδόματος τέκνου στην αναιρεσείουσα και σε όλους τους υπόλοιπους δικαιούχους θα ανατραπεί και θα κλονιστεί η οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης και θα τεθεί σε κίνδυνο η εξακολούθηση του έργου της, αφού η τελευταία θα πρέπει να επιβαρυνθεί περαιτέρω για την ανεύρεση οικονομικών πόρων προκειμένου να ικανοποιήσει τις κατά τα άνω αξιώσεις των εργαζομένων, με συνέπεια να είναι αμφίβολο αν θα είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της με την επιβάρυνσή της και με άλλα χρέη.
Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να αξιώσει αναδρομικώς για διάστημα από τη γέννηση του τέκνου της μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το επίδομα τέκνου, είναι καταχρηστική, ενώ ούτε από την καλή πίστη, ούτε από τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος είναι ανεκτή η άσκηση της ως άνω αξιώσεως της αναιρεσείουσας που θα έχει τα προαναφερόμενα δυσμενή αποτελέσματα για την αναιρεσίβλητη.
Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η σχετική από το άρθρο 201 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης για το ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την ένδικη αγωγή της άσκηση του δικαιώματος αυτής για καταβολή επιδόματος τέκνου για το μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής χρονικό διάστημα ήταν ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, με τον οποίο λόγο αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της εν λόγω ενστάσεώς της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματός της, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσίβλητη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μάλιστα, η μη διατύπωση έγγραφων αντιρρήσεων εντός δίμηνου εκάστοτε εκ μέρους της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών της πράγματι μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωση της, πολλώ μάλλον εφόσον η τελευταία μπορούσε πάντοτε, συμβουλευόμενη δικηγόρο, να επιδιώξει δικαστικώς την επιδίκαση του ήδη διεκδικούμενου εν λόγω επιδόματος.
Ενώ και η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την ευδοκίμηση των λοιπών παρόμοιων αγωγών που έχουν ήδη ασκηθεί η μέλλει να ασκηθούν θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης και να προκληθεί σ'αυτήν, ενόψει της πολύ κακής οικονομικές της καταστάσεως, πολύ μεγάλη ζημία και ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεώς της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της.
Επομένως ο τρίτος και υπό τα στοιχεία
ΙΙΙ Α΄ λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1, εδ. α΄ ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον ίδιο (τρίτο και υπό τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η με την ένδικη αγωγή άσκηση εκ μέρους της αναίρεσείουσας του.
ως άνω δικαιώματός της ήταν καταχρηστική υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αφορούν την ερμηνεία .του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία αφενός η τελευταία δεν μπορούσε "να έχει πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα των δικαιωμάτων της, ώστε να ασκήσει, άμεσα κάθε νόμιμη αξίωσή της για τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος" και αφετέρου "η παροχή των επιδομάτων στους εργαζομένους δεν μπορεί να εξαρτάται από την υγιή ή όχι κατάσταση της επιχείρησης στην οποία εργάζονται, αφού τα επιδόματα....αποτελούν μέρος του μισθού, και δεν μπορεί να γίνεται διάκριση σε ποιους θα δίδονται και σε ποιους όχι, με βάση την κατάσταση της κάθε επιχείρησης" και εκ τρίτου το Εφετείο "όφειλε να ερμηνεύσει τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος χορήγησης οικογενειακού επιδόματος ως μια ευμενέστερη μισθολογική μεταχείριση των έγγαμων υπαλλήλων, για την αντιμετώπιση των πρόσθετων οικογενειακών βαρών που συνεπάγεται η δημιουργίας οικογένειας...".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί οι προαναφερόμενοι ορισμοί δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία να αφορούν την ερμηνεία της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί με αυτόν, υπό το πρόσχημα παραβιάσεως φερόμενων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας και υπό την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β΄ του ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε. Τέλος, με τον ίδιο (τρίτο και υπό τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία) λόγο αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο (υπό τον αριθμό 6) μέρος του προβάλλεται ότι εσφαλμένως, κατά παραβίαση του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίφθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της ως άνω ενστάσεως της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος, και το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση κατά μήνα του αναφερόμενου χρηματικού ποσού για επίδομα τέκνου για το από την επίδοση της ένδικης αγωγής και εφεξής μέχρι τις 10-4-2002 (χρόνο συζητήσεως της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι η ένδικη αγωγή και κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος της απορρίφθηκε κατά παραδοχή της ως άνω ενστάσεως της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος, ενώ στην πραγματικότητα η απόρριψη της αγωγής κατά το εν λόγω μέρος της έγινε επειδή κρίθηκε ότι η αγωγή κατά το μέρος της αυτό ήταν μη νόμιμη, ως προώρως ασκηθείσα. 2.
Επειδή με το δεύτερο και υπό τα στοιχεία
ΙΙ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε (ενόψει και της υπ' αριθ. 3/2001 αποφάσεως του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος), όπως εκτιμάται, τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 1505/1904, με την οποία και υπό τις σ' αυτήν οριζόμενες προϋποθέσεις προβλέπεται η καταβολή στους έγγαμους υπαλλήλους επιδόματος οικογενειακών βαρών. Ο λόγος αυτός αιαρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται το ένδικο επίδομα τέκνου κατ' εφαρμογή της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, ενώ στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμνη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούνταν μεν κατ' αρχήν το εν λόγω επίδομα, πλην όμως η αναζήτησή του με την ένδικη αγωγή κατά κατάχρηση του δικαιώματος αυτού έγινε, κατά τα ειδικότερα στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα.
3.- Επειδή το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτήν προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.
Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο.
Εξάλλου, από τη δικονομικού δικαίου, ως εκ της φύσεώς της, διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η παροχή εξαρτάται από αντιπαροχή, όπως στη σύμβαση εργασίας, δεν επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία, έστω και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, εκτός αν ήδη είναι απαιτητό το δικαίωμα.
Μόνο όταν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι ο οφειλέτης θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής στο μέλλον, όταν θα καταστεί απαιτητή η αξίωση μετά τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέπεται να ζητηθεί προληπτική δικαστική προστασία, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο στ΄ της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 69 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ένδικη αγωγή της και να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται και να της επιδικαστεί κατά μήνα το χρηματικό ποσό που αναφέρει ως επίδομα τέκνου στο μέλλον για το από την επίδοση της εν λόγω αγωγής και εφεξής χρονικό διάστημα ως ποσοστό επί του μηνιαίου βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως μη νόμιμο, ως προώρως ασκηθέν, δηλαδή, όπως εκτιμάται, ως απαράδεκτο λόγω πρόωρης ασκήσεώς του το αμέσως πιο πάνω αγωγικό αίτημα και ακολούθως δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αναγνωρίσεως και επιδικάσεως κατόπιν αγωγής η ένδικη παροχή, που εξαρτάται από την αντιπαροχή στο μέλλον των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας ως εργαζομένης στην αναιρεσίβλητη, ενόψει του ότι δεν επικαλέστηκε η πρώτη με την ένδικη αγωγή της τη συνδρομή των όρων της περιπτώσεως στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ΚΠολΔ.
Πράγματι, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε με την ένδικη αγωγή της τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εφαρμογή της αμέσως πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠολΔ το Εφετείο δεν μπορούσε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τη διάταξη αυτήν, εφόσον έτσι θα παραβίαζε τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές των άρθρων 106 και 108 του ίδιου Κώδικα.
Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει όπως αμέσως πιο πάνω αναφέρεται δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και γι' αυτό ο τρίτος και τελευταίος και υπό τα στοιχεία ΙΙΙ Β λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14, όπως εκτμάται, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (πρβλ.
ως άνω υπ' αριθ. 4/1992 και 563/1998 αποφάσεις ΑΠ). Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω τρίτος και υπό τα στοιχεία ΙΙΙ Β λόγος αναιρέσεως ως τέτοιος από τον αριθμό 1 εδ. α' και β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, ειδικότερα, προβάλλεται ότι με την αμέσως πιο πάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε, αντιστοίχως, ευθέως το άρθρο 69 παρ. 1 στοιχ.
στ΄ του ίδιου Κώδικα, καθώς και αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αφορούν την ερμηνεία της τελευταίας διατάξεως, καθώς και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στη διάταξη αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος στο σύνολό του, γιατί ο από την όλη ως άνω διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν παραβιάζεται ευθέως ουσιαστική και όχι δικονομική διάταξη, όπως προδήλως είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ.
στ΄ του ΚΠολΔ.
4. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο, γιατί αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 2061/2002 οριστική απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης και ακολούθως δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε σε προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, το Εφετείο, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός ότι η σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση αυτής (αναιρεσίβλητης) για το ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την ένδικη αγωγή της άσκηση του δικαιώματος αυτής για καταβολή επιδόματος τέκνου για το μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής χρονικό διάστημα ήταν ουσιαστικά βάσιμη και αφετέρου ότι το περαιτέρω περιεχόμενο στην ίδια αγωγή αίτημα για επιδίκαση του εκεί αναφερόμενου χρηματικού ποσού για επίδομα τέκνου για το στο μέλλον και ειδικότερα για το από την επίδοση της εν λόγω αγωγής και εφεξής χρονικό διάστημα ήταν μη νόμιμο, ως προώρως ασκηθέν.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια, αφού δέχτηκε και την ίδια την έφεση αυτήν κατ' ουσίαν, και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας εξ ολοκλήρου και δη, κατά το μεν μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής χρονικό διάστημα ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατόπιν παραδοχής και ως ουσιαστικά βάσιμης της ως άνω ενστάσεως της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος, κατά δε το υπόλοιπο μέρος της ως μη νόμιμη, ως προώρως ασκηθείσα.
Πράττοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί επιτρεπτώς έκρινε επί των ως άνω αγωγικών αιτημάτων, αφού η όλη υπόθεση είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό εξ ολοκλήρου με την έφεση της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι στην έφεση αυτήν, όπως από αυτήν προκύπτει, υπήρχε παράπονο της αναιρεσίβλητης για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ως άνω από ο άρθρο 281 του ΑΚ ενστάσεως αυτής για κατάχρηση δικαιώματος, επιτρεπτώς δε περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά το μέρος της που αφορούσε το από την επίδοσή της και εφεξής χρονικό διάστημα ήταν μη νόμιμη, λόγω πρόωρης ασκήσεώς της, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να κρίνει νομικά αβάσιμη ή απαράδεκτη την αγωγή, εφόσον ο εκκαλών εναγόμενος παραπονείται για την κατ' ουσίαν παραδοχή της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως ο πρώτος (υπό το στοιχείο Ι) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί γιατί, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος και περαιτέρω έκρινε ως απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο (ως προώρως ασκηθέν) το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση του ως άνω επιδόματος τέκνου για το από την επίδοση της ένδικης αγωγής και εφεξής μέχρι τις 10-4-2002 (χρονολογία συζητήσεως της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), εκδίδοντας έτσι, χωρίς να υφίσταται σχετικό παράπονο στην έφεση της αναιρεσίβλητης, απόφαση επιβλαβέστερη, κατά περαιτέρω παραβίαση του άρθρου 536 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για την αναιρεσείουσα, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 5690/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ