Legislator Case Law & Legislation
1914/2006 AI generated

Greece Supreme Court dismisses appeal against land ownership decision regarding public beach area usage rights.

Case Number 1914/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the State's appeal against a lower court ruling on property rights. The State argued the beach area was not subject to usufruct, but the court found the lower court's reasoning sufficient and its factual findings uncontrollable. Consequently, the appeal was dismissed and the State was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 of the Code of Civil Procedure; Art. 12 of Law 2298/1995: An appeal is inadmissible if it relies on vague grounds or fails to demonstrate that the lower court's decision on facts is uncontrollable, and the court will reject such appeals while awarding costs to the losing party.

Keywords

AI generated
administrative appeal property rights beach area usufruct rights inadmissible appeal uncontrollable decision legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 12 of Law 2298/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1914 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1914/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: 1) Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αντώνιο Αντωνίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.. Των αναιρεσίβλητων-καθού η κλήση: 1) .... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος Γεώργιος Παναγιωτόπουλος δήλωσε ότι αυτός απεβίωσε την 20-4-2006 και κληρονομήθηκε από την σύζυγο του .... και τα τέκνα του (2 τέκνα) οι οποίοι δήλωσαν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και η μεν 1η (σύζυγος) εκπροσωπείται από αυτόν με πληρεξούσιο, οι δε 2ος και 3η (τέκνα) παρίστανται στο ακροατήριο και τον διορίζουν πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Και 2) .... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιωτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8953/1996 προδικαστική, 2171/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 687/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 14-1-2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1169/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το καλόν με την από 2-2-2006 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 6-4-2005 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, για το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου τηρήθηκε η προβλεπομένη, από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2722/1999, προδικασία της προηγουμένης γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αφού προσκομίζεται η κατατεθείσα αρμοδίως 204/2004 θετική γνωμοδότηση τούτου (Ν.Σ.Κ.).

ΙΙ. Επειδή, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ και ειδικότερα η αοριστία ούτε προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση ούτε αφορά την δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Για την πληρότητα δε του σχετικού, από το άρθ. 559 αρ.14 ΚΠολΔικ, λόγο αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο λόγο ότι ο αναιρεσείων προέτεινε στο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, του περί αοριστίας ισχυρισμό. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αόριστος και ανεπαρκής, δεν επιτρέπεται δε και η προσφυγή και αναφορά σε άλλα εκτός του αναιρετηρίου έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθ. 559 αρ.14 ΚΠολΔικ τρίτο λόγο αναίρεσης μέρος πέμπτο προσάπτεται, στη προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, κατά την αληθινή του έννοια, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν εκήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή ως αόριστη, για τους αναφερομένους στο αναιρετήριο λόγους, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο αναιρεσείων προέτεινε στο Εφετείο την αοριστία αυτή. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Επειδή, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, καθ' όσον αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, την οποία προβάλλει το αναιρεσείον, ως εναγόμενο, ισχυριζόμενο ότι τα επίδικα ήταν βαλτώδης έκταση και ως τέτοια ήταν κοινόχρηστη ανήκουσα στο ίδιο και εξαιρουμένη της χρησικτησίας, την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, "καθόσον δεν χαρακτηρίσθηκε έτσι από το Εφετείο αλλά ως καλλιεργούμενη, αν και γειτνιάζει με το έλος, ενώ στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρθηκε ως ακαλλιέργητη και ανεπίδεκτη καλλιέργειας και το ίδιο το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα επίδικα καταλαμβάνουν βαλτώδη έκταση, μέρος της παραλίας και τμήμα της αρχικής μεγαλύτερης έκτασης, που αγόρασε ο ενάγων και επομένως κατά λογική αναγκαιότητα και το μέρος των επιδίκων, που γειτνιάζει με το έλος, δεν μπορεί παρά να είναι τέτοια έκταση και αυτό δηλαδή βαλτώδης".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος πρώτα μεν διότι δεν περιέχει αυτός ο ίδιος τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου επί του θέματος αυτού, αλλά μόνο σε ορισμένα αποσπάσματα αυτών και δεύτερο διότι με το ως άνω περιεχόμενό του πλήττεται, υπό την επί κλήση του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.

Ο αυτός πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση πάλι για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημά της, με έκτακτη χρησικτησία, κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από τους ενάγοντες, αφού δεν αναφέρει τις πράξεις νομής, που άσκησε η δικαιοπάροχος αυτών ....

από το 1905 μέχρι και το 1952, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, διαλαμβάνονται σ' αυτήν επαρκείς αιτιολογίες επί του ως άνω ζητήματος, εκτεινόμενες και στους δικαιοπαρόχους άμεσους και απώτερους των εναγόντων και ειδικότερα το Εφετείο δέχεται ότι "με τα ίδια προσόντα νέμονταν την μεγαλύτερη αρχική έκταση και οι προαναφερόμενοι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, οι οποίοι επέβλεπαν συνεχώς αυτήν, την καλλιεργούσαν κατά τα παλαιότερα χρόνια και έβοσκαν σ' αυτήν τα οικόσιτα ζώα τους".

Τέλος, ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης, μέρος πρώτο, καθόσον πλήττεται η προσβαλλομένη για ανεπαρκείς αιτιολογίες στο θέμα της περιγραφής του επιδίκου, που επιδικάσθηκε στην δεύτερη ενάγουσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τούτο περιγράφεται επαρκώς καθ' όρια στο διατακτικό της απόφασης, στο οποίο ειδικώς αναφέρεται το Εφετείο στο σκεπτικό, ως προς το σημείο αυτό.

IV. Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 8 εδ β' ΚΠολΔικ αιτίαση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 966, 967 και 968 αρ. 1 ΑΚ και της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, "καθόσον ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην επίδικη έκταση, κατ' εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου εμπίπτει και τμήμα του ακινήτου εμβαδού 714 τ.μ., το οποίο δέχθηκε ότι είναι επιδεκτικό χρησικτησίας, χωρίς να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό, που προέτεινε το αναιρεσείον - εναγόμενο ότι η έκταση αυτή αποτελεί ζώνη παραλίας, όπως δέχεται και ο πραγματογνώμων και συνεπώς ως κοινόχρηστη έκταση είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας και έτσι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προταθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά μεν το πρώτο μέρος του, που αφορά στο αρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της διατάξεως αυτής πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το επίδικο δεν είναι ζώνη παραλίας και συνεπώς είναι δεκτικό χρησικτησίας και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 εδ.

β΄ του άρθρ. 559 του ίδιου Κώδικα, ως αβάσιμος διότι από τις παραπάνω παραδοχές του προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτόν, δεχόμενο τα αντίθετα. Επειδή, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αρ. 10 εδ.

α' ΚΠολΔικ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει ποιά συγκεκριμένα πράγματα έλαβε υπόψη το Εφετείο ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Επίσης απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το τρίτο μέρος του με το οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη "διότι καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα", ως εντελώς αόριστος διότι δεν καθορίζεται σε ποιόν από τους περιοριστικώς στο άρθρ. 559 αρ.1-20 ΚΠολΔικ, αναφερομένους λόγους αναίρεσης εμπίπτει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 14 Ιανουαρίου 2004, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 687/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ