Legislator Case Law & Legislation
1913/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring decision regarding self-employed individual's status.

Case Number 1913/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institution against a final judgment ordering debt restructuring for two individuals. The lower court rejected the appellant's claims that the first debtor was a merchant and that the debtors engaged in abusive conduct, finding them unsupported by evidence. The court upheld the original decision because the debtor's activities as a financial advisor without employees and low turnover legally qualified him as a small merchant under the relevant law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal against a final judgment in voluntary jurisdiction proceedings is admissible if filed within the prescribed period and based on grounds that the lower court violated substantive law or failed to examine essential facts, but is rejected if the lower court's assessment of the debtor's professional status and conduct is based on proven facts without error.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction proceedings debt restructuring small merchant status appeal admissibility abusive conduct financial advisor Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1913 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ζ. του Ν. και 2) Φ. Χ. του Σ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαννή Σιδέρη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαννή Σιδέρη.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή της ΑΑΔΕ, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 4) Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Νέας Ιωνίας, που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από ...-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. .../2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε στις 27-11-2020, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείoν Ν.Π.Δ.Δ.

επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022).

Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι από τις με αριθ. ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ε. Ζ., που προσκομίζει, με επίκληση, το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφα της ως άνω αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτά πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κοινοποιήθηκαν, προς γνώση τους, στους αναγκαίους ομοδίκους του αναιρεσείοντος κατά τη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη:

α) ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Tράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", β) "Άλφα Τράπεζα ΑΕ" και γ) Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από το Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Νέας Ιωνίας, αφού στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β`του ΚΠολΔ (ΑΠ 692/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, από ...-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΑΡ 1403/2015), αίτηση, κατά των καθών πιστωτών τους, μεταξύ των οποίων και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως καθολικού διαδόχου του τ. Ο.Α.Ε.Ε., έχοντας μετονομασθεί πλέον ο Ε.Φ.Κ.Α.

σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" και ήδη αναιρεσείον, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, με βάση τη περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτή κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους, με το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1, 2 του ν. 3869/2010, καθώς και το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας τους, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής τους κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή τους από αυτά.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 38/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, με την οποία α) απορρίφθηκε η αίτηση ως προς το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", καθώς έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β' περ. γ' του ν. 3869/2010 αναφορικά με την ένταξη των ασφαλιστικών εισφορών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης στην ως άνω διάταξη και β) έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη ως προς τις πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες.

Ακολούθως, οι αιτούντες, άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, από 15-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2219/93/2019), έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 εδ. β'περ. γ' του ν. 3869/2010, ζήτησαν την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης ως προς το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

και τη παραδοχή της έφεσής τους ως προς αυτό. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, δικάστηκε εκ νέου η ως άνω από ...-2015 αίτηση, έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

β' περ. γ' του ν. 3869/2010, με την οποία υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού και οι ασφαλιστικές εισφορές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν είναι αντισυνταγματική, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 [άρθρ. 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με τη παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, όπως στη παρούσα περίπτωση καθόσον η αίτηση των αιτούντων κατατέθηκε στις ...-2015), δίνεται πλέον η δυνατότητα στους οφειλέτες να υπαγάγουν στο νόμο 3869/2010, μεταξύ άλλων και τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους Ο.Τ.Α., με τη προϋπόθεση ότι οι οφειλές αυτές, όπως και οι υπόλοιπες:

α) δεν έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν τη κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, β) δεν δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαριά αμέλεια, γ) δεν συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και δ) δεν αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου.

Μάλιστα ο νομοθέτης αποκλίνοντας από το συλλογικό χαρακτήρα της διαδικασίας που διέπεται από την αρχή της υποχρεωτικής καθολικότητας δίνει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα επιλογής της ρύθμισης που θα ακολουθήσει, θεσπίζοντας όμως παράλληλα την αρχή του ασυμβίβαστου αναφορικά με τα θεσμικά πλαίσια διευθέτησης οφειλών σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης, για να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, πρέπει να εγκαταλείψει τυχόν ρύθμιση οφειλών του σε άλλο θεσμικό πλαίσιο.

Κατ` αυτό το τρόπο δεν καθιστά το περιορισμό των αξιώσεων του Δημοσίου υποχρεωτικό από το νόμο, τηρώντας έτσι το αναγκαίο μέτρο ως προς το περιορισμό που θεσπίζει, εφόσον πρόκειται για αξιώσεις του Δημοσίου και όχι ιδιωτών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Η επέκταση επομένως του πεδίου εφαρμογής του ν. 3869/2010 στις παραπάνω κατηγορίες οφειλών προς το Δημόσιο προάγει το προστατευτικό σκοπό του νόμου που είναι η επάνοδος του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και η οποία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αν στερείται της δυνατότητας ενιαίας ρύθμισης, παραμένοντας βεβαρημένος με τις απαιτήσεις που εξαιρούνται.

Συν τοις άλλοις, η εξαίρεση των απαιτήσεων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, που ερείδεται στο γεγονός, ότι αυτές γεννώνται εκτός αγοράς και επομένως ο δανειστής (Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία) δε μπορεί να επιλέξει το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου του, ενώ η είσπραξή τους ως φόρων και δημοσίων βαρών, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, διασφαλίζει μεν τη πλεονεκτικότερη θέση τους έναντι των απαιτήσεων των υπόλοιπων πιστωτών που εντάσσονται στη συλλογική διαδικασία του νόμου, καθόσον με την εξαίρεσή τους διατηρούν την ακεραιότητά τους (free riding), όμως ο περιορισμός που επέρχεται με την ένταξή τους, δεν αποβαίνει απαραίτητα εις βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου.

Η επί μακρόν διατήρηση των απαιτήσεων για τα ανεξόφλητα χρέη έχει περιορισμένη οικονομική αξία, όταν η αβεβαιότητα σε σχέση με τη δυνατότητα εξόφλησής τους είναι υψηλή, καθόσον το Δημόσιο και τα ισοδύναμα προς αυτό νομικά πρόσωπα αναγκάζονται να επιδιώκουν την είσπραξη του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των απαιτήσεών τους από έναν οφειλέτη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης, διαρκούς και καθολικής αδυναμίας πληρωμών.

Επιπρόσθετα, με την ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, το Δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι Ο.Τ.Α. θα επωφεληθούν από τη σύμμετρη διανομή των μηνιαίων δόσεων του άρθρου 8 παρ. 2, από τις μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, εφόσον κατά ρητή αναφορά στο άρθ. 9 παρ. 2 εδ.

ιε του ν. 3869/2010 οι καταβολές αυτές γίνονται κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. του ΚΠολΔ και συνεπώς, οι ενέγγυοι και προνομιούχοι πιστωτές, όπως το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι Ο.Τ.Α. (άρθρο 975 παρ. 3 και 5) ικανοποιούνται πρώτα με τις αναλογίες μεταξύ τους, όπως ορίζονται στις διατάξεις του ΚΠολΔ και μετά ικανοποιούνται σύμμετρα οι ανέγγυοι ανασφάλιστοι πιστωτές και τέλος από τη προνομιακή διανομή του προϊόντος ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του νόμου σε συνδυασμό με τα άρθρα 15 του ν. 3869/2010, 153-154 επ.

ΠτωχΚ και 974 επ. του ΚΠολΔ, ικανοποιώντας ένα μέρος τουλάχιστον των απαιτήσεών τους. Η ένταξή τους λοιπόν στη συλλογική διαδικασία του ν. 3869/2010 λειτουργεί προστατευτικά για τα συμφέροντά τους, τα οποία δεν θα μπορούσαν να προστατευτούν επαρκώς με τους κοινούς κανόνες ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών, καθόσον μέχρι να επιτευχθεί ο σκοπός της συλλογικής διαδικασίας των άρθρων 5 επ.

του νόμου δεν νοείται επιστροφή στην ατομική διαδικασία ικανοποίησης, παρά μόνο εάν δεν υφίστανται πλέον οι δικαιολογητικοί λόγοι της συλλογικής διαδικασίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, λόγοι ιδιαιτέρως έντονου δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν την ευρύτερη νομοθετική διαχείριση της διόγκωσης του φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων στην ελληνική πραγματικότητα, τη στιγμή που συντελείται η σοβαρότερη κρίση δημόσιου χρέους στην ιστορία της χώρας, εκφάνσεις της οποίας είναι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η διαρκώς επιτεινόμενη ανεργία, ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες και η ολοένα αυξανόμενη αδυναμία των φυσικών προσώπων να ανταποκριθούν στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η συνταγματικότητα της νομοθετικής παρέμβασης στις αξιώσεις του Δημοσίου και των ισοδύναμων προς αυτό νομικών προσώπων, πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της προστασίας του αδύνατου και εγκλωβισμένου οικονομικά και κοινωνικά υπερχρεωμένου πολίτη και της εξασφάλισης θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του, όπως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, της προστασίας της προσωπικότητας από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, του δικαιώματος προστασίας της οικογένειας, του γάμου και της παιδικής ηλικίας, της οικογενειακής στέγης από το άρθρο 21 του Συντάγματος αλλά και της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου από το άρθρο 25 παρ. 1 α' του Συντάγματος.

Η υπό όρους απαλλαγή (μερική ή ολική) από το σύνολο των χρεών του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως "εισφοροδοτική αμνηστεία" προς "κακοπληρωτές" και ως παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης των συνεπών φορολογούμενων και ασφαλισμένων, αλλά ως υποχρέωση σεβασμού της αξίας του "αδύναμου" οφειλέτη ως ατόμου, η κοινωνική και οικονομική εξόντωση του οποίου δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον, καθώς τον εμποδίζει να επανενταχθεί στη κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλλει στην οικονομική ανόρθωση της χώρας σύμφωνα με την επιταγή της διάταξης του άρθρου 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 7/2018, ΑΠ 288/2000).

Υπό αυτή την έννοια, περιορισμοί των αξιώσεων του Δημοσίου και των ισοδύναμων με αυτό νομικών προσώπων στο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 κρίνονται συνταγματικοί, καθόσον είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πληρούν το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος και πληρούν το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές, ο υποχρεωτικός και εκ του νόμου χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται ότι τα ασφάλιστρα συνιστούν μία αμιγώς δημοσίου δικαίου επιβάρυνση. Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αποτελούν μεν φόρους κατά τη έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν ωστόσο δημόσια βάρη κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, τα οποία επιβάλλονται κατ' αρχήν σε όλους τους ασφαλισμένους ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τις αποδοχές τους.

Η υποχρέωση καταβολής εισφορών επιβάλλεται ως εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και τούτο με δύο έννοιες. Καταρχάς, με την έννοια της αναδιανομής εισοδήματος, δεδομένου ότι ενώ οι παροχές είναι κατ` αρχήν ίδιες για όλα τα μέλη της οικείας ασφαλιστικής κοινότητας, το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο οι παροχές χρηματοδοτούνται σχηματίζεται από διαφορετικού ύψους εισφορές, ανάλογα με τις αποδοχές του κάθε ασφαλισμένου.

Και περαιτέρω, με την έννοια της διαγενεακής αλληλεγγύης, στο βαθμό που εφαρμόζεται το διανεμητικό αντί του κεφαλαιοποιητικού συστήματος χρηματοδότησης, δηλαδή οι εισφορές που καταβάλλουν οι οικονομικά ενεργοί ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν τις παροχές προς τους συνταξιούχους της προηγούμενης γενιάς.

Οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών επιμερίζονται μεταξύ των ιδίων και των εργοδοτών τους. Αντίθετα, οι αυτοαπασχολούμενοι βαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών τους. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη, οι εισφορές καθορίζονται με νόμο ή βάσει νόμου ως ποσοστό επί των αποδοχών των ασφαλισμένων.

Ενώ όμως οι εισφορές που καταβάλλουν οι μισθωτοί υπολογίζονται επί των πραγματικών αποδοχών τους, οι εισφορές που καταβάλλουν οι αυτοαπασχολούμενοι υπολογίζονται επί τεκμαρτών αποδοχών, χρησιμοποιείται δηλαδή μία πλασματική βάση υπολογισμού. Στη περίπτωση των αυτοαπασχολούμενων οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν καταρχήν αμετάβλητες και ανεξάρτητες προς οποιεσδήποτε μεταβολές στις αποδοχές τους.

Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ αποδοχών και εισφορών, με αποτέλεσμα να αυξάνει η πιθανότητα, οι επιβαλλόμενες εισφορές να μην ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να μη τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα κοινωνικοασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Ακριβώς προκειμένου να διασφαλιστεί η απαίτηση αυτή, σε συνδυασμό με την εγγύηση της ισότιμης και καθολικής πρόσβασης στη κοινωνική ασφάλιση που απορρέει από το κοινωνικό δικαίωμα του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, έχει προβλεφθεί ένα σύστημα κανονιστικής αναπροσαρμογής των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών, δηλαδή των τεκμαρτών μέσων αποδοχών των αυτοαπασχολούμενων επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές.

Η επιβολή σε βάρος των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ δυσανάλογα υψηλών, σε σχέση με τις πραγματικές αποδοχές τους, ασφαλιστικών εισφορών συνεπάγεται ότι αυτοί δεν συνεισφέρουν στα δημόσια ασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, και ούτε προστατεύονται ως ισότιμοι φορείς του κοινωνικού δικαιώματος του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Για τους παραπάνω λόγους και για τη δημιουργία ενός πλαισίου προστασίας, πριν την ως άνω τροποποίηση του ν. 3869/2010, με βάση το άρθρο 30 του ν. 4321/2015 εισήχθη εξαίρεση ως προς το χαρακτηρισμό του ποινικού αδικήματος για συγκεκριμένες περιπτώσεις χρεών, όπως αυτά με αφορμή ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ και στο ΕΤΑΑ.

Κατά συνέπεια η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως προς τους ανωτέρω οργανισμούς δεν θεωρείται πλέον ποινικό αδίκημα. Επίσης, στα πλαίσια αυτά σε ό,τι αφορά τα χρέη επαγγελματιών προς το Δημόσιο και Φ.Κ.Α., οι οποίοι ταυτόχρονα οφείλουν σε χρηματοδοτικούς φορείς, εκτός της μεταρρύθμισης του ν. 3869/2010 με το ν. 4336/2015, υπήρξε κρατική παρέμβαση με ειδικό νόμο (άρθρο 10 του ν. 4374/2016 ΦΕΚ Α`50/1-4-2016), που περιλαμβάνει στο άρθρο 8 τις επερχόμενες στο Κώδικα φορολογίας εισοδήματος μεταβολές, παρατάθηκε η προθεσμία του άρθρου 60 παρ. 2 εδ.

γ` του ν. 4307/2014, με τον οποίο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων.

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 και την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 και των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ της πραγματικής εισοδηματικής κατάστασης του υπερχρεωμένου οφειλέτη και των εισφορών, με αποτέλεσμα οι επιβαλλόμενες μετά τη ρύθμιση του Δικαστηρίου εισφορές να ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάση ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατά συνέπεια, είναι εν προκειμένω κοινωνικά και οικονομικά απόλυτα δικαιολογημένη και συνταγματικά επιβεβλημένη (άρθρα 22 παρ. 5 και 4 παρ. 5 Συντ.) και επί πλέον επιτακτική λόγω των εξαιρετικών συνθηκών της κρίσης η ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, αφού εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 997/2023).

Όσον αφορά το μεγάλο ζήτημα της μείωσης των ασφαλιστικών εσόδων και του κινδύνου "χρεοκοπίας των ασφαλιστικών ταμείων" που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν είναι η ένταξη των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων ιδιωτών στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου, αυτή που επιτείνει τον κίνδυνο, αλλά πέρα από τους πολλούς άλλους λόγους, είναι το δημογραφικό πρόβλημα, η ανεργία, η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, η μείωση των εισοδημάτων πολλών επαγγελματικών ομάδων, το κλείσιμο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η διαρροή ελληνικών επιχειρήσεων σε φορολογικούς παραδείσους κλπ.

Τέλος, τα ζητήματα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι κοινωνικοασφαλιστικοί φορείς από την υλοποίηση του επικυρωμένου από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 σχεδίου διευθέτησης οφειλών, σχετικά με την απόλαυση του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος μετά την προβλεπόμενη κατά το νόμο ωρίμανσή του, με το ύψος της συνταξιοδότησης, με τον ασφαλιστικό χρόνο, δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο του ν. 3869/2010, καθώς ο προγραμματικός σκοπός του εν λόγω νομοθετήματος εστιάζει στη διαχείριση του κοινωνικού φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων και τα ζητήματα αυτά χρήζουν ειδικής νομοθετικής ρύθμισης στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιάρθρωσης του κοινωνικοασφαλιστικού ζητήματος.

Εξάλλου, οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να τελούν σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη. Περαιτέρω, δεν αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα η αναλογία ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών (Ολ.ΣτΕ 3487/2008, ΣτΕ 545/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 3/2022, Ολ.ΑΠ 4/2021, Ολ.ΑΠ 1/2021, ΑΠ 424/2024).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον (ως πιστωτής των αιτούντων), ισχυρίζεται ότι, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β` περ. γ` του ν. 3869/2010, απέρριψε την ένσταση αντισυνταγματικότητας και υπήγαγε σε ρύθμιση τις οφειλές των αιτούντων και ως προς αυτό το Ν.Π.Δ.Δ., ενώ έπρεπε να απορρίψει ως προς τις οφειλές αυτές, την αίτηση, κρίνοντας την ανωτέρω διάταξη αντισυνταγματική, επειδή παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την αρχή της ισότητας, το θεσμό της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, τη προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την οικονομική βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλιση, ενώ έρχεται σε αντίθεση και με το δημόσιο συμφέρον, αποδίδοντας με τις ως άνω αιτιάσεις, στη προσβαλλόμενη απόφαση, τη πλημμέλεια, ορθώς μόνον από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) του ΚΠολΔ.

Από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: ''....με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και 94 του Συντάγματος το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως αντισυνταγματική τη ρύθμιση του εν λόγω άρθρου όσον αφορά την υπαγωγή σ' αυτό των οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία........

Οι λόγοι αυτοί είναι νόμω και ουσία βάσιμοι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στις υπό στοιχεία 4 και 5 νομικές σκέψεις, στηριζόμενοι στις αναφερόμενες σ' αυτές διατάξεις, διότι κατά το χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της ένδικης αίτησης προβλεπόταν ρητώς στο άρθρο 1 παρ.2 γ' του ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4336/2015, ότι οι βεβαιωμένες οφειλές προς την φορολογική διοίκηση και οι ασφαλιστικές οφειλές προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, αυτή δε η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 γ' του νόμου 3869/2010 δεν είναι αντισυνταγματική, εφόσον διασφαλίζει την, μερική έστω, αποπληρωμή των εισφορών και δεν είναι το μόνο χρέος που εισάγεται ενώπιον δικαστηρίου προς ρύθμιση.

Άλλωστε, στις υποθέσεις του νόμου 3869/2010 δεν υφίσταται ούτε διαφορά ούτε αίτημα αυθεντικής διαγνώσεως έννομης σχέσης μεταξύ των διοικουμένων και του κράτους....''. Κρίνοντας, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β` περ. γ' του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4, 22 παρ. 5 και 78 του Συντάγματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη. Και αυτό διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ' του ν. 3869/2010 όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με συνέπεια το περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος επειδή θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια και ο τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του αναιρεσείοντος δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλ.

την επανένταξη των υπερχρεωμένων, κατά τους ισχυρισμούς τους στην αίτηση, αιτούντων-αναιρεσίβλητων στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 692/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 997/2023).

Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ....

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 399/2020), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερόμενων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018).

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 10, 11 και 19 του ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπ` όψιν του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως το δικαστήριο δεν ερμήνευσε σωστά αυτά και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπ` όψιν του, άλλως δεν ερμήνευσε ορθά: "α) την ένστασή του περί εμπορικής ιδιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθώς αυτός διατηρούσε εμπορική επιχείρηση, χωρίς περαιτέρω να ζητεί, ως αποδεικτικό μέσο και να αξιολογεί το τζίρο του και β) σχετικά με τη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος και δεδομένου του γεγονότος ότι ο αιτών οφείλει προς ιδιώτες το ποσό των 11.000 ευρώ, οι δε προς τον ΕΦΚΑ και το Ελληνικό Δημόσιο οφειλές ανέρχονται στο ποσό των 45.000 ευρώ".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, καθό μέρος προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, τέτοια αιτίαση δεν προβλέπεται στους περιοριστικώς αναφερομένους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, στις υποθέσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω.

Κατά τα λοιπά οι παραπάνω αιτιάσεις εκτιμώμενες ότι στηρίζονται αληθώς στους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), κρίνονται απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο.

Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, αλλά ούτε αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του:

α) περί έλλειψης της εμπορικής ιδιότητας του πρώτου αιτούντος-αναιρεσίβλητου και β) περί έλλειψης καταχρηστικής συμπεριφοράς των αιτούντων-αναιρεσίβλητων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι δεν αναφέρονται, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022).

Σε κάθε περίπτωση, κρίνονται απορριπτέες και ως αβάσιμες καθόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά από το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η ένσταση του αναιρεσείοντος, περί εμπορικής ιδιότητος του πρώτου αιτούντος, απορρίφθηκε καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αυτός ''εξασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστικού συμβούλου από τον Σεπτέμβριο του 2009 δίχως να απασχολεί προσωπικό και έχοντας μικρό τζίρο ετησίως, της τάξεως των 19.000 ευρώ, αποκτώντας έτσι την ιδιότητα του μικρεμπόρου.

Τον Νοέμβριο του έτους 2015 αναγκάστηκε να διακόψει την προρρηθείσα δραστηριότητά του λόγω των μειωμένων εσόδων που του απέφερε αυτή, καθώς και λόγω των σημαντικών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε από το 2013. Έκτοτε είναι άνεργος, εγγεγραμμένος στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ. Το μοναδικό του εισόδημα ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 75 ευρώ, προερχόμενο από το μηνιαίο μίσθωμα που λαμβάνει κατ' αναλογία από την εκμίσθωση ενός ισογείου διαμερίσματος, συνιδιοκτησίας του ίδιου και της συζύγου του''.

Απορρίφθηκε επίσης, με τη προσβαλλόμενη απόφαση και ο ισχυρισμός καταχρηστικής συμπεριφοράς των αιτούντων. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμους κατ` ουσία, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί εισαγωγής παραβόλου ένδικου μέσου, στο Δημόσιο Ταμείο, κατ` άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ` άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 (ΑΠ 997/2023, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019).

Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 597/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από ...-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. .../2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ