Legislator Case Law & Legislation
1913/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment in voluntary debt collection case due to missing debt amount.

Case Number 1913/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance default judgment in a voluntary debt collection case. The court found the lower court's decision insufficient because the appeal did not specify the exact monthly debt obligations owed by the debtor. Consequently, the court ruled that the appeal was admissible and the first-instance judgment must be set aside for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 744, 759(3) of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction cases, the appellate court may exercise inquisitorial powers to verify facts not raised by parties if they are essential to the outcome.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction inquisitorial system default judgment appellate review debt collection missing facts Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Articles 744 and 759(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 12/2020
Supreme Court dismisses appeal on facts but allows partial appeal on moral damages, remanding for retrial.
AP 548/2020
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to proper service of summons and substantive grounds regarding compensation amounts.
AP 418/2019
Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on liquidation procedure and property management.
AP 1049/2017
Supreme Court dismisses appeal due to lack of proper service on creditors bound by mandatory joint litigation.
AP 1753/2017
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and improper procedural arguments.
AP 1747/2017
Supreme Court dismisses appeal on bad evidence assessment, upholding lower court's factual findings on intoxication levels.
AP 242/2015
Supreme Court dismisses appeal on divorce judgment due to lack of procedural grounds and insufficient reasoning.
AP 438/2019
Supreme Court partially allows appeal against inadmissibility ruling in voluntary jurisdiction case regarding third-party defendant status.
AP 636/2017
Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility as facts were already considered and rejected by second instance court.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AP 1379/2019
Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.
AP 882/2019
Supreme Court dismisses appeal on debt collection, ruling lower court's factual assessment was legally sound.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1913 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1913/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Κ., κατοίκου Αργοστολίου, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αργοστολίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμένος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ'αριθμ. 3579Β72021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Παναγή Λιβιεράκου, που επικαλείται προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 20-5-2020, με αριθμό δικογραφίας 941/2020 και με αριθμό κατάθεσης 26/1-6-2020 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 17/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αργοστολίου, με την στη συνέχεια αυτής από 29-09-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 29-09-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της (αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας) 3-12-2021 και με κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 3- 12-2021 επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Α.

Π.. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-12-2021, η προαναφερόμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Α. Π. δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω 1η των αναιρεσιβλήτων κλητεύτηκε νομίμως για την προαναφερθείσα αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-12-2021, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία της προαναφερόμενης διαδίκου που έχει κλητευθεί και η υπόθεση πρέπει, να συζητηθεί, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Η κρινόμενη από 20-5-2020, με αριθμό δικογραφίας 941/2020 και με αριθμό κατάθεσης 26/1-6-2020 αίτησης αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Τράπεζας ... [ως καθολικής διαδόχου της Τράπεζας ..., λόγω της διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και μεταφοράς του στην πρώτη, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις με αρ. πρωτ. 31907/20.3.2020 (έγκριση διάσπασης) και 31909/20.3.2020 (Σύσταση της νέας εταιρείας) της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων] που απευθύνεται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης αιτούσας - δανειολήπτη και κατά του 2ου των αναιρεσιβλήτων -καθού πιστωτή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία " Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (αναγκαίου ομοδίκου της αναιρεσείουσας) και στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 17/2018 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αργοστολίου, που εκδόθηκε με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 ) κατ αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδυασμό και με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020) προ πάσης επιδόσεως . Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολ. Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ΑΠ 552/2020 ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005, ΑΠ 552/2020 ) .

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ( ΑΠ 552/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη , προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απαιτούμενης από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 γενικής αδυναμίας του αιτούντος - οφειλέτη να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του να υπαχθεί στον νόμο αυτό, για τον λόγο ότι δεν αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της τότε υφιστάμενης ρευστότητας της αιτούσας (ήδη α αναιρεσίβλητης) και συγκεκριμένα δεν αναφέρει τα εισοδήματα της ίδιας της και του συζύγου της, τις υφιστάμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές της, το ποσό που απαιτείτο μηνιαίως για την εξυπηρέτηση των δανείων της, καθώς και το ύψος των βιοτικών αναγκών της οικογενείας της, κατά τον χρόνο που κατέθεσε την αίτηση ρύθμισης των οφειλών της.

Στην προκείμενη περίπτωση το πιο πάνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: "....II. Από το σύνολο των εγγράφων τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και τα έγγραφα τα οποία προσκομίζονται στο Δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους παραδεκτώς κατ' άρθρα 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ, μηδενός απολειπομένου κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, και τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως, υπ'όψιν από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα έχει γεννηθεί το έτος 1967. Είναι έγγαμη με τον Χ. Μ. και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο (ανήλικα) τέκνα, την Α. - Μ. και Ν., ηλικίας σήμερα 11 ετών αμφότερα. Διαμένει δε σε μισθωμένη κατοικία, η οποία ευρίσκεται στο ... και αποτελεί την οικογενειακή της στέγη. Η αιτούσα εργάζεται ως δημοτική υπάλληλος στον Δήμο … και λαμβάνει από την εργασία της μισθό ύψους ποσού 1.484 ευρώ περίπου (συμπεριλαμβανομένων των κρατήσεων προς το δεύτερο καθ' ου η αίτηση, οι οποίες δεν δύνανται να παρακρατούνται στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του Ν.3869/2010), όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό μισθοδοσίας της, μηνός Μαρτίου έτους 2017.

Εξ ετέρου, ο σύζυγος της είναι δικαστικός υπάλληλος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κεφαλληνίας και λαμβάνει μισθό ύψους περί το ποσό των 818 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, η αιτούσα λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 150 ευρώ από εκμίσθωση διαμερίσματος ιδιοκτησίας της στο .... Το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.452 ευρώ μηνιαίως από τις ανωτέρω αιτίες.

Άλλη πηγή εισοδήματος δεν διαθέτει η αιτούσα, Επί πλέον, το συνολικό ετήσιο εισόδημα της αιτούσας για τα φορολογικά έτη 2015 και 2014, καθώς και για τα οικονομικά έτη 2013, 2012, 2011, 2010, 2009 και 2008 ανήλθε αντιστοίχως στα ποσά των 21.391,51 ευρώ, 21.666,18 ευρώ, 15.514,31 ευρώ, 14.548,08 ευρώ, 14.890,71 ευρώ, 15.323,14 ευρώ, 16.456,03 ευρώ, 14.722,59 ευρώ και 17.797,83 ευρώ, ενώ το συνολικό ετήσιο εισόδημα του συζύγου της αιτούσας για τα αντίστοιχα έτη ανήλθε στα ποσά των 13.980,60 ευρώ, 14.581,14 ευρώ, 13.927,92 ευρώ, 16.506,02 ευρώ, 23.254,81 ευρώ, 21.216,52 ευρώ, 26.275,48 ευρώ, 25.713,50 ευρώ και 23.401,56 ευρώ αντιστοίχως.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως η αιτούσα είχε αναλάβει τα εξής χρέη: Α) Από το "...", του οποίου καθολικό διάδοχο αποτελεί η πρώτη των καθ' ών η αίτηση μετέχουσα πιστώτρια με την επωνυμία "...": (I) δυνάμει της ... συμβάσεως καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 18-10-2016 (ημερομηνία χορηγήσεως αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών), ύψους 2.068,99 ευρώ και (II) δυνάμει της 92019602866960 συμβάσεως ανέλαβε ένα στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 18-10-2016 (ημερομηνία χορηγήσεως αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών), ύψους 39.923,32 ευρώ.

Η ανωτέρω υπό στοιχείον Α.Ι απαίτηση δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη κι ως εκ τούτου η τοκογονία της έπαυσε με την κοινοποίηση της ένδικης αιτήσεως στην πιστώτρια αυτή. Η ανωτέρω υπό στοιχείον Α. ΙΙ απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης πρώτης χρονολογικής σειράς σε ακίνητο της αιτούσας, εγγραφείσα την 28-01-2010 στο βιβλίο υποθηκών του Δήμου Αθηνών στον τόμο ...

με α/α …, δυνάμει της 3731Σ/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για ποσό 48.000 ευρώ, όπως κατωτέρω αναλύεται (εν σχέσει προς την πλήρη εξομοίωση του ενυποθήκου με τον προσημειούχο δανειστή με μόνη διαφορά τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατατάξεως κατ' άρθρον 1007 § 1 ΚΠολΔ, βλ. τις ΑΠ 31/2009 και ΕφΘεσσ 4/2010, ΝΟΜΟS).

Για το δάνειο αυτό δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία για το επιτόκιο ενήμερης οφειλής ώστε να υπολογισθεί η τρέχουσα αξία του κατά τον χρόνο της αποφάσεως μέχρι τον οποίο συνεχίζει να εκτοκίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 6 § 3 Ν. 3869/2010. Β) Από το δεύτερο των καθ' ών η αίτηση μετέχον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ανέλαβε ένα δάνειο μικροεπισκευών (αριθμός λογαριασμού ...), με υπόλοιπο οφειλής την 18-03-2017 (ημερομηνία χορηγήσεως καταστάσεως οφειλών) ύψους 7.752,83 ευρώ.

Η απαίτηση αυτή δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και ως εκ τούτου η τοκογονία της έπαυσε με την κοινοποίηση της αιτήσεως στο μετέχον νομικό πρόσωπο. Συνολικά, δηλαδή, οι οφειλές της αιτούσας ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 49.745,14 ευρώ. Βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι τα δάνεια αυτά λόγω του ύψους αυτών και της πραγματικής καταστάσεως στην οποία ευρίσκεται σήμερα η αιτούσα, όπως ανωτέρω αναλύεται, την οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της.

Κατά δε την ανάληψη των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων της τα οικογενειακά εισοδήματα της αιτούσας ήταν υψηλότερα, όπως προκύπτει από την συγκριτική επισκόπηση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των τελευταίων ετών, λόγω του αυξημένου (σε σχέση με το σημερινό) εισόδημα του συζύγου της, ενώ εξ αιτίας της οικονομικής κρίσεως, με τις δυσμενείς συνέπειες της οποίες είχε για την ελληνική οικονομία, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών, δεδομένου ότι εκτός από την μείωση των εισοδημάτων, τα τρέχοντα έξοδα και οι δαπάνες διαβιώσεως της μέσης ελληνικής οικογένειας έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Ειδικότερα, το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας έχει υποστεί περικοπές, ιδιαιτέρως δε ο μισθός του συζύγου της ο οποίος σήμερα έχει υποστεί μείωση κατά 50% σε σύγκριση με τα εγγύτερα της ανάληψεως των οφειλών της αιτούσας έτη (οικονομικά έτη 2008, 2009 και 2010). Το δε οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας συγκρινόμενο με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της.

Η αδυναμία της αυτή οφείλεται στο ύψος των δανείων τα οποία έχει λάβει, καθώς και το ύψος των μηνιαίων δόσεων οι οποίες απαιτούνται για την εξυπηρέτηση τους, σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβιώσεώς της, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών αυτής και της οικογενείας της.

Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας της αιτούσας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών της υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβαρύνσεως των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Σύμφωνα δε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αναμένεται σημαντική μεταβολή της περιουσιακής της καταστάσεως ή προοπτική βελτιώσεως των εισοδημάτων της, δοθείσης της κακής οικονομικής συγκυρίας. Άλλωστε, ούτε το οικογενειακό της εισόδημα αναμένεται στο άμεσο μέλλον να βελτιωθεί, λαμβανομένης υπ' όψιν της γενικότερης τάσεως περιστολής των μισθών, ως εκ τούτου δε δεν αναμένεται αύξηση του μισθού ούτε της αιτούσας ούτε του συζύγου της.

Αντίθετα, θα αυξηθούν οι οικογενειακές της δαπάνες διαβιώσεως, λαμβανομένης υπ' όψιν της ηλικίας των ανήλικων τέκνων της, καθώς θα αυξηθούν έτι περαιτέρω οι μορφωτικές και εκπαιδευτικές τους ανάγκες, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εν όψει των ανωτέρω, συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τους μετέχοντες πιστωτές της, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού αμφοτέρων των καθ' ών η αίτηση μετεχόντων πιστωτών της.

Περαιτέρω, στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνονται: α) μία αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι το με αριθμό 5 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητάς της επιφάνειας 39,10 m2, η οποία ευρίσκεται σε πολυκατοικία, κτισμένη σε οικόπεδο στη θέση "..." ή "...", στο ... οδός ...

και ... όπως προκύπτει από το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χρυσούλας Γιαννακοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένο, σε συνδυασμό με την ... πράξη εξοφλήσεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και με το αντίγραφο Ε9 του έτους 2017. Η συνολική αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται στο ποσό των 27.096,30 ευρώ, όπως προκύπτει από τη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α.

έτους 2016 της αιτούσας. Το ακίνητο αυτό είναι βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης πρώτης χρονολογικής σειράς υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "...", με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", για ποσό 48.000 ευρώ, εγγραφείσα δυνάμει της 3731Σ/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ...

και με α/α. 1 και β) ένα αυτοκίνητο Ι.Χ.Ε., μάρκας ..., τύπου ..., της πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, 1.599 c.c, με έτος αποκτήσεως το έτος 2004, όπως προκύπτει από τη φορολογική δήλωση της αιτούσας φορολογικού έτους 2015. Όσον αφορά στο υπό στοιχείον α' ως άνω περιουσιακό στοιχείο της ακίνητης περιουσίας της αιτούσας, τούτο δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίησιν, λαμβανομένης υπ' όψιν της μικρής του επιφάνειας σε συνδυασμό με την ύπαρξη εμπράγματων βαρών επί του ακινήτου αυτού υπέρ της πρώτης μετέχουσας πιστώτριας το οποίο συνιστά ανασταλτικό παράγοντα για την εκποίησή του, ενόψει και της πασίδηλης γενικής οικονομικής δυσπραγίας (ΜΠΠειρ 4645/2011, NOMOS).

Βάσει όλων των ανωτέρω παραγόντων, σε συνδυασμό με την μικρή εμπορική του αξία, όπως αυτή διαμορφώνεται από τα ανωτέρω, και τα έξοδα της διαδικασίας εκποιήσεως (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων), προκύπτει ότι η εκποίηση του ακινήτου δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ή να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας εξ ου και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρον 9 § 1 Ν. 3869/2010 εκποίησή του.

Τέλος, όσον αφορά στο υπό στοιχείον β' ως άνω περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας, ήτοι το αυτοκίνητο, η εμπορική του αξία, λαμβανομένων υπόψη του τύπου και της παλαιότητάς του εκτιμάται στο ποσό των 3.100 ευρώ (βλ. και αγγελίες παρόμοιου τύπου αυτοκινήτων στο www.autotriti.gr και www.car.gr). Εν όψει της εμπορικής του αξίας αυτής και του ποσοστού συγκυριότητας της αιτούσας, δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ή να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα, για την ικανοποίηση των μετεχόντων πιστωτών της αιτούσας, μετά την αφαίρεση και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας, εξ ού και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' αρθ. 9 § 1 Ν. 3869/2010 εκποίησή του.

Άλλως τε, το αυτοκίνητο αυτό καλύπτει τις πάγιες μεταφορικές ανάγκες της οικογένειας της αιτούσας, με αποτέλεσμα η τυχόν διαταχθείσα ρευστοποίησή του VQ επιφέρει (με βάση την στάθμιση των συμφερόντων της αιτούσας και των μετεχόντων πιστωτών της) υπέρμετρη ζημία στην αιτούσα, αναλογικά με το μικρό όφελος το οποίο θα λάβουν οι μετέχοντες πιστωτές της σε περίπτωση εκποιήσεώς του.

Εξ ετέρου, ο σύζυγος της αιτούσας διαθέτει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 3.000 m2, μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, επιφανείας 110 m2, με βοηθητικό χώρο 50 m2, καθώς και ενός δενδροπεριβόλου, εκτάσεως 300 m2, αμφότερα των οποίων ευρίσκονται στον οικισμό της κοινότητας ... στη θέση "...".

Πρέπει να επισημανθεί ότι από το σύνολο των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, δεν προέκυψε η οικονομική εκμετάλλευση των περιουσιακών αυτών στοιχείων ή η δυνατότητα αυτών προς ενίσχυση της οικονομικής οικογενειακής καταστάσεως της αιτούσας, ενώ ούτε η αιτούσα ούτε ο σύζυγος της έχουν σημαντικές καταθέσεις, μετοχές, μερίσματα, κινητά αξίας και απαιτήσεις έναντι τρίτων.

Κατ7 ακολουθίαν των ανωτέρω, η αιτούσα υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, η ρύθμιση των χρεών της θα λάβει χώρα με μηνιαίες καταβολές απ' ευθείας στους μετέχοντες πιστωτές της από το οικογενειακό της εισόδημα, το οποίο σήμερα αντιστοιχεί στο ποσό των 2.452 ευρώ. Ως χρόνος των καταβολών κρίνεται η τριετία (άρθρο 8 § 2 Ν. 3869/2010), διάστημα το οποίο μετά τον συνυπολογισμό του χρόνου των συνδεομένων με την προσωρινή διαταγή καταβολών, ορίζεται σε δύο χρόνια και έξι μήνες (άρθρο 5 § 3 Ν. 3869/2010), οι οποίες άρχισαν τον επόμενο μήνα από την δημοσίευση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ήτοι από την 01-09-2017 και λαμβάνουν χώρα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός (8 § 6 Ν. 3869/2010).

Περαιτέρω, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες διαβιώσεως της αιτούσας και της οικογένειας της, λαμβανομένων υπ' όψιν των οικονομικών συνθηκών τις οποίες όλοι οι πολίτες βιώνουν, και των προσωπικών και οικογενειακών αναγκών της αιτούσας, απαιτείται η δαπάνη του ποσού των 2.200 ευρώ περίπου κατά μέσο όρο μηνιαίως σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και του ελάχιστου εγγυημένου ύψους ευλόγων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ αναφορικώς προς την διαβίωση ενός έγγαμου ζεύγους με δύο ανήλικα τέκνα, καθώς και της εκτιμήσεως της ιδίας της αιτούσας για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών της, εν όψει του γεγονότος ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, πρέπει να μειώνει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, εξασφαλίζοντας, όμως παραλλήλως αξιοπρεπές επίπεδο διαβιώσεως, σύμφωνα με τον σκοπό περί κοινωνικής αποκαταστάσεως του υπερχρεωμένου οφειλέτη, καθώς και το προστατευτικό πνεύμα του Ν. 3869/2010.

Στις συνήθεις δαπάνες για την κάλυψη των βασικών οικογενειακών βιοτικών τους αναγκών, βάσει των συνθηκών της οικογενειακής ζωής και της ηλικίας αυτών, δοθείσης της αδυναμίας αυτοδιατροφής των ανήλικων τέκνων τους περιλαμβάνονται αυτές για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, ενοίκιο και λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός ύδρευση, θέρμανση, δαπάνες επισκευών και συντηρήσεως), καθώς και ο φόρος ιδιοκτησίας των ακινήτων της αιτούσας και του συζύγου της για υπηρεσίες τηλεφωνίας, για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας καθώς και για την κάλυψη των εκπαιδευτικών και μορφωτικών αναγκών των ανήλικων τέκνων τους.

Εν όψει των προλεχθέντων, το προς διάθεσιν στους πιστωτές της αιτούσας ποσό (δοθέντος ότι τα μοναδικά κριτήρια ως προς τον καθορισμό του ποσού αυτού είναι τα οικογενειακά εισοδήματα του οφειλέτη σε συνάρτηση με τις οικογενειακές δαπάνες διαβιώσεώς του) πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 250 ευρώ τον μήνα, ποσό το οποίο ανταποκρίνεται στις οικονομικές της δυνατότητες.

Εξ άλλου, το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας προς τους μετέχοντες πιστωτές της ανέρχεται σήμερα στο ποσό των [49.745,14ευρώ - 600 (100 ευρώ * 6 δόσεις)=] 49.145,14 ευρώ, μετά τον συνυπολογισμό του ποσού των συνδεόμενων με την προσωρινή διαταγή καταβολών της αιτούσας χρονικής διάρκειας έξι (6) μηνών. Το συνολικό αυτό ποσό αναλύεται σε [2.068,99 - 24,90 (4,15ευρώ * 6μήνες)=] 2.044,09 ευρώ για την οφειλή με στοιχεία ανωτέρω Α.Ι προς την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια "...", σε [39.923,32 - 481,56 (80,26 ευρώ * 6μήνες)=] 39.441,76 ευρώ για την οφειλή με στοιχεία ανωτέρω Α.

ΙΙ προς την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια "..." και σε [7.752,83 - 93,54 (15,59 ευρώ * 6 μήνες)=] 7.659,29 ευρώ προς το δεύτερο μετέχον νομικό πρόσωπο "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", μετά τον συνυπολογισμό του ποσού των συνδεόμενων με την προσωρινή διαταγή καταβολών χρονικής διάρκειας έξι (6) μηνών (100 ευρώ τον μήνα * 6μήνες = 600 ευρώ), δοθέντος ότι δεν υπεβλήθη ένσταση από τους παριστάμενους μετέχοντες πιστωτές περί μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων οι οποίες επιβλήθηκαν στην αιτούσα δυνάμει της 108/2017 Προσωρινής Διαταγής της Ειρηνοδίκη Αργοστολίου.

Μετά τον ανωτέρω συνυπολογισμό του χρόνου των έξι (6) μηνών των προσωρινών καταβολών πρέπει να συνυπολογισθεί το ποσό. Έτσι, όσον αφορά στο ποσό, επειδή αυτό των προσωρινών καταβολών, όπως προκύπτει από την 108/2017 προσωρινή διαταγή, υπολείπεται αυτού της οριστικής ρυθμίσεως, η αιτούσα υποχρεούται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 9 § 4 Ν. 3869/2010 να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών της ρυθμίσεως του άρθρου 8 § 2 Ν. 3869/2010.

Το ποσό της διαφοράς ανέρχεται σε 150 ευρώ τον μήνα και συνολικά σε 900 ευρώ (150 ευρώ * 6 μήνες), το οποίο θα καταβληθεί αμέσως μετά την λήξη της οριστικής ρυθμίσεως, μετά δηλαδή τα δύο χρόνια και τους έξι (6) μήνες και μέσα σε ένα χρόνο από το χρονικό αυτό σημείο, εντόκως από τον χρόνο αυτό της ενάρξεως του έτους, με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξανόμενο κατά 2,50 εκατοστιαίες μονάδες.

Έτσι, από το συνολικό ποσό της διαφοράς των 900 ευρώ πρέπει να καταβάλλεται προς τις μετέχουσες πιστώτριες το ποσό των 75 ευρώ τον μήνα (900 ευρώ / 12 μήνες), το οποίο αναλογεί για την σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των μετεχόντων αυτών, το ποσό των 3,10 ευρώ για τη με στοιχεία Α.Ι απαίτηση στην 1η μετέχουσα, το ποσό των 60,20 ευρώ για τη με στοιχεία Α.

ΙΙ απαίτηση στην 1η μετέχουσα και το ποσό των 11,70 ευρώ στο δεύτερο μετέχον. Όσον αφορά στο ειδικότερο περιεχόμενο της ατομικής ρυθμίσεως της αιτούσας, οι μηνιαίες καταβολές προς τους μετέχοντες πιστωτές της θα ξεκινήσουν τον μήνα Σεπτέμβριο έτους 2017, θα λαμβάνουν χώρα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και από το ποσό των 250 ευρώ, εν όψει των ανωτέρω οφειλών, αναλογεί για την σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των μετεχόντων πιστωτών, στη μεν πρώτη μετέχουσα πιστώτρια με την επωνυμία "...", το συνολικό ποσό των 211,03 ευρώ μηνιαίως, από το οποίο στην υπό στοιχείον Α.Ι ανωτέρω οφειλή της αιτούσας αντιστοιχεί το ποσό των 10,38 ευρώ και στην υπό στοιχείον Α.

ΙΙ ανωτέρω οφειλή το ποσό των 200,65 ευρώ, και στο δεύτερο μετέχον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" το ποσό των 38,97 ευρώ μηνιαίως.

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων ως αληθών πραγματικών περιστατικών, ορθώς το πρωτοβάθμιο εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κρινόμενη αίτηση, απόρριψαν το περί ρευστοποιήσεως της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας αυτής και του ΙΧΕ αυτοκινήτου αίτημα και ρύθμισαν τις οφειλές τις ενάγουσας κατά τον προδιαληφθέντα τρόπο.

Κατ' ακολουθίαν τούτου, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως περί κακής εφαρμογής του νόμου και κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων της α' εφέσεως (λόγοι I, II, III και IV) και της β' εφέσεως (2ος λόγος) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακολούθως το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις που είχαν ασκήσει κατά της αυτής εκκαλούμενης υπ αρ. 158/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου αφενός η τώρα αναιρεσείουσα, αφετέρου το τώρα 2° αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, δέχθηκε τυπικά αυτές και στη συνέχεια με τις παραπάνω σκέψεις απέρριψε αμφότερες τις εφέσεις ως κατ' ουσία αβάσιμες.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης - αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων της, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ίδιας και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αναιρεσίβλητη - οφειλέτρια μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Με άλλα λόγια, ενώ το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται ότι τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης, που ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, κατά το έτος 2017 (η ένδικη αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 κατατέθηκε στις 19-12-2016), σε 1.484 ευρώ μηνιαίως περίπου " (συμπεριλαμβανομένων των κρατήσεων προς το δεύτερο καθού η αίτηση, οι οποίες δεν δύνανται να παρακρατούνται στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του Ν. 3869/2010) όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό μισθοδοσίας της, μηνός Μαρτίου έτους 2017", πλέον 150 ευρώ που η αιτούσα λαμβάνει μηνιαίως από την εκμίσθωση διαμερίσματος ιδιοκτησίας της στο ..., τα δε εισοδήματα του συζύγου της ανέρχονταν σε 818 ευρώ ανά μήνα, ώστε το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται σε 2.452 ευρώ μηνιαίως , έκρινε δε ότι τα εισοδήματα αυτά δεν επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών της αναιρεσίβλητης του συζύγου της και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της, αφετέρου δε (δεν επαρκούσαν) για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς την μετέχουσα στη δίκη (τώρα αναιρεσείουσα) πιστώτρια Τράπεζα και το τώρα β' αναιρεσίβλητο - καθού η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ.

που επίσης μετείχε στη δίκη ως πιστωτής, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή των 49.145,14 ευρώ προς τους ως άνω πιστωτές, δεν προσδιορίζει ωστόσο το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης - αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων της με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν αυτή έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρ. 3 εδάφ. β' ν. 3869/ 2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Κατόπιν τούτου, και λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης κατά την κρίση της περί ανυπαρξίας ρευστοποιήσιμης περιουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του παραπάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 17/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αργοστολίου, που δίκασε ως Εφετείο .

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η

αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ