Supreme Court dismisses fugitive's request for judicial review of its own arrest warrant decisions as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed a fugitive's request for judicial review of its own prior arrest warrant decisions. The fugitive, a Russian national, sought to re-examine rulings that rejected appeals against the execution of a European Arrest Warrant, arguing for a new trial under the new Criminal Code. The court held that no legal provision allows for a judicial review of its own final decisions in this context, rendering the request inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 463 and 476 §1 of the Code of Criminal Procedure; Judicial review of a Supreme Court's own final decisions regarding arrest warrants is inadmissible as no statutory provision grants such a remedy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1913 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.266/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Γεώργιο Κόκκορη και Ελισάβετ Τσιρακίδου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος - εκζητουμένου A. V. του V. και της V., γεν. 16-8-1979 στο ...., Ρώσου υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ζωής Κωνσταντοπούλου, για επανεξέταση των υπ'αριθμ.2018/2017 και 2191/2018 αποφάσεων του Ζ'Ποινικού Τμήματος (εν Συμβουλίω) του Αρείου Πάγου.
Το Ζ'Ποινικό Τμήμα (Εν Συμβουλίω) του Αρείου Πάγου με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και o αιτών - εκζητούμενος ζητεί την επανεξέταση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 02.08.2019 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/19. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου με αριθμό 173/2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 §1 ΚΠΔ, την από 2-8-2019 αίτηση του Α. Β. του Β. "περί δικαστικής επανεξέτασης" των υπ' αριθμ. 2080/2017 και 2191/2018 "αποφάσεων έκδοσης" του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 463 ΚΠΔ (Ν.4620/2019), οι γενικοί ορισμοί του Κώδικα για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται και στα οιονεί ένδικα μέσα ή τα ένδικα βοηθήματα που με ειδικές διατάξεις αναγνωρίζονται, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη ή οι ορισμοί αυτοί δεν συμβιβάζονται με τη φύση τους (βλ.
Λ.Μαργαρίτη, Ποινική Δικσνομία-Ένδικα μέσα, I, σελ. 57, πλαγιαρ.29). Από τη διάταξη του άρθρου 476 §1 ΚΠΔ συνάγεται ότι η πιο σημαντική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου και, κατ' επέκταση (άρθρο 463 ΚΠΔ), του ενδίκου βοηθήματος, είναι το επιτρεπτό της ασκήσεώς του εναντίον συγκεκριμένου βουλεύματος ή αποφάσεως (βλ.
Αδ.Παπαδαμάκη, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1320/1996, Υπερ 1997,306). Όταν ο νόμος δεν προβλέπει τη δυνατότητα να ασκηθεί ένα ένδικο βοήθημα, δηλαδή να υποβληθεί αίτημα επανεκτιμήσεως κάποιας κρίσεως ή κάποιων δεδομένων που συνεπάγονται έννομες συνέπειες (βλ. Λ. Μαργαρίτη, όπ.παρ., σελ. 54, πλαγιαρ.28), το τυχόν ασκηθέν "ένδικο βοήθημα" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, κατά τους (γενικούς) ορισμούς του άρθρου 476 §1 ΚΠΔ (πρβλ ΑΠ 602/2004).
Εξάλλου, στο άρθρο 451 §1 ΚΠΔ προβλέπεται ότι ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση στον Άρειο Πάγο κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών (που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του) μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως στο ακροατήριο. Το ίδιο δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως έχει και ο εκζητούμενος δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 §1 Ν.3251/2004, που παραπέμπει στο άρθρο 451 ΚΠΔ (βλ.
Δ.Μουζάκη, Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, 2009, σελ. 582). Κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, δικάζοντος εν προκειμένω ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν προβλέπεται, από κάποια ειδική ή γενική διάταξη, ένδικο μέσο ή ένδικο βοήθημα. Η αίτηση επανεξέτασης που είχε καθιερωθεί στην πράξη από τη νομολογία του Ακυρωτικού και θεσπίστηκε ήδη νομοθετικά στο άρθρο 523 ΚΠΔ, αφορά αποκλειστικά και μόνον τις περιπτώσεις της εκ παραδρομής απορρίψεως ως ανυποστήρικτης ή απαράδεκτης της αιτήσεως αναιρέσεως και της παραλείψεως του Αρείου Πάγου να κρίνει κάποιον προταθέντα λόγο αναιρέσεως (βλ.
Απιολ. Έκθ. Σχ ΚΠΔ και Αργ.Καρρά, Η Αναίρεση στην Ποινική Δίκη, β'εκδ., 2013, σελ.457). Τέλος, κατά της αρεοπαγιτικής αποφάσεως που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά τα άρθρα 451 §1 ΚΠΔ και 22 §1 Ν.3251/2004 δεν μπορεί να θεμελιωθεί κάποιο ένδικο μέσο ή ένδικο βοήθημα ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 §1 του Συντάγματος, δηλαδή στο δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, αφού οι περί τα ένδικα μέσα και ένδικα βοηθήματα ρυθμίσεις ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη (πρβλ ΑΠ 606/1993, Υπερ 1993,885).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα έγγραφα του σχηματισθέντος φακέλου προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 2080/2017 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (ως Συμβουλίου) απορρίφθηκε έφεση του εκζητουμένου Α. Β. του Β. κατά της υπ' αριθμ. 690/2017 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στις δικαστικές αρχές των ....
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 2191/2018 απόφαση του ίδιου Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε έφεση του ίδιου εκζητουμένου κατά της υπ' αριθμ. 532/2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 1635100673 από 15-6- 2018 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας.
Με την υπό κρίση αίτησή του προς το Συμβούλιο Σας, ο εκζητούμενος Α. Β. ζητεί την δικαστική επανεξέταση των δύο προαναφερθεισών αποφάσεων του Αρείου Πάγου, επικαλούμενος ότι με τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019), από 1-7-2019, έχει μεταβληθεί η βαρύτητα των αδικημάτων για τα οποία έχουν υποβληθεί τα σχετικά αιτήματα έκδοσης από τις δικαστικές αρχές των ....
και της Γαλλίας. Όμως, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι εν λόγω αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο ή ένδικο βοήθημα, τέτοιο δε δικαίωμα ασκήσεως "αιτήσεως επανεξετάσεως" δεν προβλέπεται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή τον Ν.3251/2004 στη διαδικασία εκδόσεως ή εκτελέσεως Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ούτε μπορεί να θεμελιωθεί σε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.
Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση του Α. Β. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 §1, 578 §1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς.
ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 2-8-2019 αίτηση του Α. Β. του Β. για επανεξέταση των υπ' αριθμ. 2080/2017 και 2191/2018 αποφάσεων του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (ως Συμβουλίου) και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται προς εκδίκαση η από 2-8-2019 αίτηση του Α. (A.) Β. (V.), "περί δικαστικής επανεξέτασης" των με αριθμούς 2080 /2017 και 2191/2018 "αποφάσεων έκδοσης" του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, λόγω μεταβολής, από 1-7-2019, με το ν. 4619/2019, του νομοθετικού καθεστώτος που διέπει τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση και συγκεκριμένα διότι, για άλλα από τα αδικήματα για τα οποία έχουν υποβληθεί τα σχετικά αιτήματα έκδοσης δεν πληρούται η αρχή του "διπλού αξιοποίνου", ενώ για άλλα, διωκόμενα, πλέον, μόνο κατ' έγκληση ,δεν υπάρχει έγκληση εναντίον του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87 παρ. 2, 88 παρ. 5 και 6, 90 παρ. 1, 2 και 5, 91 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών, ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής, που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπος της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 513 ΚΠΔ όπως ίσχυε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, η οποία υποχρεώνει τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για κατάθεση γραπτής πρότασης επί των ενώπιον του Αρείου Πάγου συζητουμένων υποθέσεων, αλλά και αυτής του άρθρου 171 παρ.1β του ίδιου κώδικα, που επιτάσσει, με απειλή απόλυτης ακυρότητας, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, συνάγεται ότι η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής κάμπτεται μόνο και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπλήρωσης κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, κατά τη διάρκεια της συζήτησης της ίδιας υπόθεσης, να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα, να δημιουργεί η αντικατάστασή του λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης. Τέτοια κάμψη, όμως, της αρχής αυτής δεν ισχύει στην ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου διαδικασία και έτσι, είναι επιτρεπτό, άλλο πρόσωπο να συντάσσει έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικά, παριστάμενο ενώπιόν του.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών υπέβαλε ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου "αίτηση- ένσταση", με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν έχει κατατεθεί εισαγγελική πρόταση για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησής του στην παρούσα δικάσιμο, ενόψει του ότι, ενώ αρχικά η εκδίκαση της είχε προσδιοριστεί στη δικάσιμο της 11-10-2019, ενώπιον του Ε' Ποινικού Τμήματος, ο Εισαγγελέας έδρας του οποίου κατέθεσε την 173/2019 πρότασή του, ακολούθως δε, χωρίς δική του (αιτούντος) πρωτοβουλία και αίτημα, προσδιορίστηκε για την εκδίκασή της η παρούσα δικάσιμος της 6-11-2019 ενώπιον του Ζ' Ποινικού Τμήματος, έπρεπε να διατυπωθεί νέα εισαγγελική πρόταση από τον Εισαγγελέα της έδρας του Ζ' Ποινικού Τμήματος.
Με βάση τα ανωτέρω ζητεί α) να εξαφανισθεί ως μη γενόμενη η ανωτέρω εισαγγελική πρόταση και να κατατεθεί νέα από τον Εισαγγελέα της έδρας του Ζ' Ποινικού Τμήματος και β)να εισαχθεί η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την επ'ακροατηρίω διαδικασία και όχι εν Συμβουλίω. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας σε συνδυασμό με τα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο) προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση εισήχθη αρχικά ενώπιον του Ε' Ποινικού Τμήματος στη δικάσιμο της 11-10-2019, επί της οποίας ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου είχε καταθέσει την 173/6-9-2019 έγγραφη πρότασή του, απευθυνόμενη προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Τμήμα Ποινικό σε Συμβούλιο).
Ακολούθως, πριν την ανωτέρω δικάσιμο, ορίστηκε για τη συζήτησή της η 9-10-2019, ενώπιον του Ζ' Ποινικού Τμήματος, το οποίο είχε εκδώσει τις αποφάσεις των οποίων ζητείται η επανεξέταση, κατόπιν δε αιτήματος του αιτούντος για αναβολή, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (6-11- 2019).
Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου του Αρείου, δικάζοντος ως Συμβούλιο, παρέστη ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης, ο οποίος αναφέρθηκε στην ανωτέρω πρόταση 173/2019, την οποία ανέπτυξε και προφορικά και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, λόγω της αρχής του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής ,η οποία δεν κάμπτεται κατά την προκείμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου, δικάζοντος ως Συμβούλιο, διαδικασία, δεν ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας και ως εκ τούτου είναι επιτρεπτό, άλλο πρόσωπο να συντάσσει έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικά, παριστάμενο ενώπιον του.
Συνεπώς, είναι καθ' όλα νομότυπη η αναπτυχθείσα και προφορικά από τον Εισαγγελέα της έδρας γραπτή πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου, καθόσον δεν αποτελεί πρόταση του Αντεισαγγελέα του Ε' Τμήματος του Αρείου Πάγου προς το Ε' τμήμα, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αιτών, αλλά πρόταση Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, απευθυνόμενη προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Τμήμα Ποινικό σε Συμβούλιο), με συνέπεια να μην απαιτείται η κατάθεση νέας πρότασης. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον αιτούντα κατά το υπό στοιχείο (α) ανωτέρω αίτημά του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ (ν.4620/2019), οι γενικοί ορισμοί του κώδικα για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται και στα οιονεί ένδικα μέσα ή τα ένδικα βοηθήματα που με ειδικές διατάξεις αναγνωρίζονται, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη ή οι ορισμοί αυτοί δεν συμβιβάζονται με τη φύση τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι μεταξύ των προϋποθέσεων του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, και κατ' επέκταση και του ενδίκου βοηθήματος, είναι το επιτρεπτό της άσκησής του, εναντίον συγκεκριμένης απόφασης ή συγκεκριμένου βουλεύματος.
Όταν ο νόμος δεν προβλέπει τη δυνατότητα να ασκηθεί ένα ένδικο βοήθημα, το τυχόν ασκηθέν ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, κατά τους γενικούς ορισμούς του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 451 ΚΠΔ ,ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών (που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του) μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης στο ακροατήριο.
Το ίδιο δικαίωμα άσκησης έφεσης έχει και ο εκζητούμενος δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, που αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004, που παραπέμπει στο άρθρο 451. Κατά της απόφασης του Αρείου Πάγου, που δικάζει στην περίπτωση αυτή ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν προβλέπεται από κάποια γενική ή ειδική διάταξη ένδικο μέσο ή βοήθημα, με συνέπεια αν απορριφθεί η έφεση, η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών να γίνεται αμετάκλητη και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να απεκδύεται πάσης περαιτέρω αρμοδιότητας.
Τυχόν επελθούσα, μετά την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης, νομοθετική μεταβολή δεν θεμελιώνει δικαίωμα επανεξέτασης στο σύνολο της απόφασης αυτής για να υπάρχει ασφάλεια δικαίου. Τυχόν αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα να ανασύρονται από το αρχείο υποθέσεις, που είχαν κριθεί αμετάκλητα, να φέρονται προς νέα κρίση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να εκδίδονται ανάλογες με τη νέα νομοθεσία αποφάσεις .
Το αν έχει εκτελεστεί ή όχι η απόφαση δεν βαρύνει, διότι η εκτέλεση δεν αφορά το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αλλά, κατά το άρθρο 452 ΚΠΔ, μπορεί να την διατάξει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με απόφασή του, μόνον εφόσον το συμβούλιο έχει γνωμοδοτήσει καταφατικά και αμετάκλητα.
Η αίτηση επανεξέτασης που ορίζει η διάταξη του άρθρου 523 του ΚΠΔ αφορά αποκλειστικά και μόνο τις περιπτώσεις που από παραδρομή η αίτηση για αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη ή αν κάποιος προταθείς λόγος αναίρεσης δεν κρίθηκε . Ο περιορισμός αυτός των ενδίκων μέσων δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάθε άτομο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που θα εκδοθούν, δηλαδή οι ρυθμίσεις για τα ένδικα μέσα και βοηθήματα ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη (Ολ.
ΑΠ 2/2014). Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Έτσι η πρόβλεψη της δυνατότητας άσκησης μόνο του ένδικου μέσου της έφεσης στις ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις, είναι επιτρεπτή, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της διαδικασίας της έκδοσης ή εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, αλλά και του γεγονότος ότι δεν υπάρχει κρίση επί της ουσίας των αδικημάτων για τα οποία έχουν υποβληθεί τα αιτήματα έκδοσης ή εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης .
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη 2080/2017 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (ως Συμβουλίου) απορρίφθηκε έφεση του εκζητουμένου Α. Β. του Β. κατά της 690/2017 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του στις δικαστικές αρχές των ....
Στη συνέχεια με την 2191/2018 απόφαση του ίδιου Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε έφεση του ίδιου εκζητουμένου κατά της 532/2018 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 1635100673 από 15-6-2018 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας.
Με την υπό κρίση αίτησή του, με το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας υπόθεσης περιεχόμενο, ο ανωτέρω εκζητούμενος ζητεί την επανεξέταση των δύο προαναφερθεισών αποφάσεων του Αρείου, επικαλούμενος τη νομοθετική μεταβολή που επήλθε από 1-7-2019 με τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα. Η αίτηση αυτή, που αποτελεί ένδικο βοήθημα, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που δικάζει ως Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένου ως αβασίμου του υπό στοιχείο (β) αιτήματος-ένστασης του εκζητουμένου να εισαχθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την επ'ακροατηρίω διαδικασία.
Όμως, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι ανωτέρω αποφάσεις δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα, τέτοιο δε δικαίωμα άσκησης "αίτησης επανεξέτασης" δεν προβλέπεται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή το ν. 3251/2004 στη διαδικασία έκδοσης ή εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ούτε μπορεί να θεμελιωθεί σε άλλη γενική ή ειδική διάταξη ,ούτε στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 13 της ΕΣΔΑ.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επίσης, το αίτημα, που ο εκζητούμενος υπέβαλε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και με το υπόμνημά του, να αρθεί η κράτησή του λόγω υπέρβασης του οριζόμενου από το άρθρο 6 παρ.4 του Συντάγματος ορίου των δεκαοκτώ μηνών, αναρμοδίως εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο) και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 452 παρ 3. ΚΠΔ, το αρμόδιο για την έκδοση συμβούλιο εφετών επιλύει αμετάκλητα κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητουμένου, ύστερα από κλήτευσή του προ τριών ημερών.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών - εκζητούμενος στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-8-2019 αίτηση του Α. (A. ) Β. (V.) του Β. (V.), κρατουμένου στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "...", περί δικαστικής επανεξέτασης των 2080 /2017 και 2191/2018 αποφάσεων του Αρείου Πάγου( ως Συμβουλίου) Και
Καταδικάζει τον αιτούντα - εκζητούμενο στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2019. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ