Legislator Case Law & Legislation
1913/2017 AI generated

1913/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1913/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1913/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
land law proof of ownership access to property public property enforceable title recovery of property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1913 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευστράτιο Σταρόγιαννη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 265/2013 Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-6-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1038/2015 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση. Με την από 1-10-2015 κλήση του ο αναιρεσείων επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 347/2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου από ιδιώτη και με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 ''περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων'', συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων (όπως είναι και τα δημόσια δάση), για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.Α.Π. 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π.226/2015).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 9/2016).

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τον ισχυρισμό του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, περί του δασικού χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ...

του δ.δ ... Ν. Λακωνίας, έχει εμβαδόν 500,34 τ.μ., έχει λάβει ΚΑΕΚ ... και φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, το οποίο τέμνει αυτό σε δύο αυτοτελή μερικότερα ακίνητα, τα οποία έχουν καταχωρηθεί στις αρχικές εγγραφές του κτηματολογικού γραφείου ...

με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ..., ως ανήκοντα στην κυριότητα του ενάγοντος. Ειδικότερα συνορεύει βόρεια με ΚΑΕΚ ..., νότια με ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά με την οδό ... και νοτιοανατολικά με χωμάτινη οδό προς ..., όπως αυτό εμφαίνεται στο οικείο κτηματογραφικό διάγραμμα και στο από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ι.

Γ.. Περαιτέρω όμως ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη οι δικαιοπάροχοί του, ήτοι ο πατέρας του Π. Λ. και ο πάππος του Σ. Λ., ο οποίος από το έτος 1868, χρησιμοποιούσε το επίδικο προκειμένου να εισέρχεται από την κοινοτική οδό ... σε αγρό ιδιοκτησίας του με την ονομασία "...", στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, ασκώντας πράξεις νομής επί συνεχή τριακονταετία μέχρι και συνεχώς μέχρι και την 11.9.1915 και έκτοτε ο πατέρας του και ο ίδιος συνεχώς μέχρι και το χρόνο της κτηματογράφησης, δεν αποδείχθηκε.

Ειδικότερα : 1) η προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 2.8.1899 " Έκθεση περί του δάσους ...", όπου φέρεται ότι ο Μ. Σ. Μ. πώλησε την 30.3.1793 δια 1.300 γρόσια τον λακά του στους Λ., Θ. Π., Δ. εγείροντας οι τελευταίοι αξιώσεις επί του εθνικού δάσους, το οποίο κάλυπτε έκταση " κατά μήκος περί τα 10 χιλιόμετρα και περί τα 5 κατά βάθος" δεν αποδεικνύει ότι ο Χ.

Λ. ή ο Σ. Λ., απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος καλλιεργούσαν ακίνητο στη θέση " ..." ή " ...", ενώ αναφέρεται ότι οι κληρονόμοι του Χ. Λ. προέβαλαν αξιώσεις σε ένα ακίνητο με εκατόν εξήντα βαλανιδόδενδρα στη θέση " ..." και ένα ακίνητο με τρία βαλανιδόδενδρα στη θέση " ...", 2) η υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του Σ.

Λ. (πάππου του ενάγοντος) αναφέρει ότι εγκαθιστά κληρονόμο τον υιό του Π. στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των ορίων και των θέσεων των κληρονομιαίων ακινήτων, ενώ η από 16-7-1927 δήλωση φόρου κληρονομίας του Π. Λ., πατέρα του ενάγοντος, αναφέρει μεταξύ άλλων ακινήτων, ένα ελαιοπερίβολον στη θέση "..." της περιφέρειας ..., και ένα βελανιδοπερίβολο στη θέση "..." της ίδιας περιφέρειας, ενώ το επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." δεν προκύπτει ότι ταυτίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα ανωτέρω ακίνητα, 3) το υπ' αριθμ. ...

δανειστικό συμβόλαιο του Συμ/φου ... Παν. Μπεγέτη αποδεικνύει ότι ο πατέρας του ενάγοντα χορήγησε το δικαίωμα στον αντισυμβαλλόμενό του να εγγράψει υπέρ αυτού πρώτη υποθήκη στα βιβλία υποθηκών του τέως Δήμου ... επί ενός αγρού του, κειμένου στη θέση "...", το οποίο συνορεύει με παλιά κοινοτική οδό από ... προς ..., ενώ το υπ' αριθμ....

πωλητήριο συμβόλαιο του ως άνω Συμ/φου με το οποίο ο πατέρας του ενάγοντα πώλησε με τον όρο της εξωνήσεως τον αγρό στη θέση " ...", εκτάσεως "πεντήκοντα ως έγγιστα στρεμμάτων", δεν αναφέρεται σε συνεχόμενο αγρό με την ονομασία "...", όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήδη από το έτος 1945 καλύπτεται από δασική βλάστηση της διαπλάσεως των αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρνάρι, σχίνο κλπ) σε ποσοστό 60 % και αποτελεί τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης, με την οποία βρίσκεται σε απόλυτη οργανική ισορροπία και ενότητα, ενώ δεν υπάρχουν σε αυτήν ίχνη καλλιέργειας ( όπως προκύπτει από την αεροφωτογραφία ν. 168-113 έτους 1945 και την φωτοερμηνεία που ενσωματώνεται σε αυτήν), ενώ σύμφωνα με την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών νο 188-46 και 188-47, έτους 1998, η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα δρόμου, το οποίο βρίσκεται εντός δασικής περιοχής, που καλύπτεται από βλάστηση αείφυλλων, πλατύφυλλων (δασική βλάστηση της διαπλάσεως των αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρνάρι, σχίνο, ασπάλαθο κλπ) σε ποσοστό περίπου 70%, ενώ δεν υπάρχουν ίχνη καλλιέργειας, γεγονός που αποδεικνύει ότι από το έτος 1945 μέχρι το έτος 1998 το επίδικο καλύπτεται με δασική βλάστηση, ενώ δεν υπάρχουν ίχνη καλλιέργειας σε αυτό.

Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη ότι : 1) Το έτος 1998 η επίδικη έκταση εμφανιζόταν ολόκληρη εντός του των Δασικών Πολυγώνων με κωδικό ΑΔ ... και ΔΔ ..., ενώ το έτος 1945 εμφανιζόταν κατά το μεγαλύτερο τμήμα της, εμβαδού 489,87 τ.μ., εντός του Δασικού Πολυγώνου με κωδικό Δ ... και τμήμα του, εμβαδού 10,47τμ εντός του Πολυγώνου με κωδικό ..., όπως προκύπτει από έλεγχο που διενήργησε το τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, επιβεβαιώνοντας το δασικό χαρακτήρα των ανωτέρου πολυγώνων, και συνακόλουθα και του επίδικου τμήματος, που βρίσκεται εντός αυτών, (βλ.

αντίγραφο της δήλωσης και της ενστάσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου), 2) Η υπ' αριθμ. 086/19.8.1992 απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας, με το συνημμένο διάγραμμα, αποδεικνύει ότι η επίδικη έκταση βρίσκεται εντός της έκτασης των 36.200 στρεμμάτων, που κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την αποκατάσταση της προϋπάρχουσας δασικής βλάστησης, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά στις 9-12/8/1992, ενώ με την υπ' αριθμ. 435/2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας έγινε άρση λόγω αποκατάστασης της δασικής βλάστησης, αποδεικνύεται ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το επίδικο τμήμα, ήδη από το έτος 1868, ήτοι επί συνεχή τριακονταετία έως και την 11-9-1915, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.

Εξάλλου, ούτε ο ενάγων, ούτε οι επικαλούμενοι από τον τελευταίο δικαιοπάροχοί του, από την έναρξη ισχύος του ΒΔ/τος της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου τίτλους ιδιοκτησίας, για να εξεταστεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους, ούτε γίνεται επίκληση από τον ενάγοντα τέτοιων εγγράφων και συνεπώς, από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας το δάσος αυτό θεωρήθηκε αδιαφιλονίκητα εθνικό ( δημόσιο), ανήκον εντεύθεν κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Επίσης, κανένας δεν παρουσίασε έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους της Τουρκικής εξουσίας ή έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι ανήκε το επίδικο ακίνητο πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα σε ιδιώτες. Αυτό μέχρι την έναρξη αυτού του αγώνα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9 Ιοιλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, περί περιελεύσεως των εθνικών γαιών και των δασικών εκτάσεων στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, το επίδικο ακίνητο απεικονίζεται στα προαναφερόμενα προσκομιζόμενα από το εναγόμενο έγγραφα ταυτιζόμενο κατά τη θέση, την έκταση και τα όριά του, με το κτηματογραφικό διάγραμμα και με το τοπογραφικό διάγραμμα, που επικαλείται και ο ενάγων, μη καταλείποντας οποιαδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται για την ίδια επίδικη έκταση, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο δε ισχυρισμός αυτού, τον οποίο προβάλλει με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ότι το υφιστάμενο μονοπάτι διαπλάτυναν οι δικαιοπάροχοί του το έτος 1970, (ενώ εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι την επίδικη οδό διάνοιξαν το πρώτον το έτος 1970), δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή ως προς την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς αποδεικτέο θέμα ήταν η ύπαρξη πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος έως το έτος 1915.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλούμενη απόφαση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 500,34 τ.μ., και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με τα οποία φέρεται το ακίνητο αυτό ως ανήκον στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να αναγραφεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης αυτού, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ ..., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει του νόμου αυτού, του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν. 192/1946, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 ''περί δασικού κώδικος'' καθώς και της διατάξεως του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, ούτε παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 παρ. 1 του ν. 2664/1998, που δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - αναιρεσείοντος Χ.

Λ. και Σ. Λ. και μετά απ' αυτούς ο άμεσος δικαιόπαροχός του Π. Λ. (πατέρας του) δεν υπήρξαν κύριοι του επίδικου ακινήτου, που είναι δημόσια δασική έκταση, κατά το χρόνο του θανάτου τους (αντιστοίχως 1868, 1926 και 1979) με έκτακτη χρησικτησία και, έτσι, ο ήδη αναιρεσείων (στον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, παραχωρήθηκε από τον τελευταίο το έτος 1962 ατύπως) δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και εκείνων που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους συναφείς πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με μη εφαρμογή, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αντίστοιχα, και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του δασικού ή μη χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, της καλλιέργειας αυτού μέχρι και τις 11-9-1915 από μέρους των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος και της απόκτησης κυριότητας των τελευταίων επ' αυτού, είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.).- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.42/2002).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.1784/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του δασικού χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο είναι γεωτεμάχιο, είχε καλλιεργήσιμο χαρακτήρα και ήταν ιδιωτικό και όχι δημόσιο ακίνητο, τα ακόλουθα, νομίμως προσκομισθέντα απ' αυτόν μετ' επικλήσεως στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα νόμιμα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ.,στο δεύτερο βαθμό, έγγραφα, ήτοι : 1) το με αριθμό 15/3.7.2004 Πιστοποιητικό Κτηματολογικών εγγραφών του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου ...

Γ. Β. Σ., από το οποίο και τα συνημμένα σ' αυτό αντίστοιχα κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ αποδεικνύεται ο αυτοτελής αγωγικός ισχυρισμός ότι ο αναιρεσείων είναι κύριος του επιδίκου, 2) το από 14.12.2009 κτηματογραφικό διάγραμμα του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού γραφείου ... Γ. Σ., 3) το απόσπασμα του προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος της Β' ανάρτησης του Εθνικού Κτηματολογίου, 4) τα κτηματολογικά φύλλα :

α) με ΚΑΕΚ: ... και την ονομασία "...", β) με ΚΑΕΚ: ... και την ονομασία "..., γ) με ΚΑΕΚ: ... και την ονομασία "...", δ) με ΚΑΕΚ: ... και την ονομασία "...ς", ε) τα αντίστοιχα αυτών κτηματογραφικά διαγράμματα με τα αυτά ΚΑΕΚ, 5) την υπ' αριθμ. 374/1999 ένορκη βεβαίωση δύο μαρτύρων, ένας εκ των οποίων είναι ο Κ. Π., 6) τη με αριθμό 8120/2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών του μάρτυρα Π.

Σ. Λ., 7) τη με αριθμό 4701/2008 βεβαίωση του Δημάρχου ... με την οποία βεβαιώνεται ότι "ο υφιστάμενος δρόμος στην αγροτική τοποθεσία ..., εκτός οικισμού Τ.Δ. ..., που διασχίζει την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος σε δύο αγροτεμάχια με ΚΑΕΚ: ... είναι ιδιωτικός, δεν έχει διανοιχθεί από το Δήμο ... ή την πρώην Κοινότητα ...

και ουδέποτε έχει συντηρηθεί με δαπάνη του Δήμου ... ή της πρώην Κοινότητας ..." και 8) το από 21.5.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως αφενός των εκμισθωτών Γ. Π. του Κ., Κ. Π. του Μ. και Π. Π. του Μ. και αφετέρου της μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (στην 8η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, τις υπ' αριθμ.374/1999 και 8120/2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενάγοντος, που δόθηκαν ενώπιον των Ειρηνοδίκη Γυθείου και Ειρηνοδίκη Αθηνών αντίστοιχα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια άλλης δίκης...", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα αυτά (στις σελίδες 8, 9 και 10 ), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος για να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια άλλης δίκης και ως εκ τούτου αποτελούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Η άποψη του τελευταίου ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 1097/2017).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ.Α.Π.2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο : α) της από 2-8-1899 έκθεσης περί του δάσους ... (θετικά και αρνητικά) και β) των κτηματολογικών φύλλων με ΚΑΕΚ : ... και ...

του Κτηματολογικού Γραφείου ... (θετικά), με το να δεχθεί ότι το επίδικο στα ... δεν ταυτίζεται με το ακίνητο ''...'', στις οποίες τοποθεσίες βρίσκεται το μείζον ακίνητό του, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, που νέμοντο οι δικαιοπάροχοί του από το έτος 1868 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση που προαναφέρθηκε δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα (έκθεση και κτηματολογικά φύλλα), το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ. 561 παρ. 1), αλλά απλώς τα συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να τα εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν.

ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-4-2017 αίτηση του Σ. Λ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 347/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων(300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ