Legislator Case Law & Legislation
1913/2014 AI generated

1913/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1913/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1913/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το συμβόλαιο το ακίνητο συνορεύει γόρωθεν "με Π. Μ., κοινοτικόν κτήμα, Π. Π., Π. Λ. και Π. Δ. Μ.". Είχε δε περιέλθει στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Μ. Π. του Χ. δια του ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέων Ψαρών Α. Τ.. Για την αγοραπωλησία δεν συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου. Ο ενάγων προσκομίζει το από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ.

Keywords

AI generated
territorial scope of the Treaty public offer of contract terms abandonment of expropriation revocation of settlement permit extension of expropriation exclusion zone order
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1913 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλουτόγλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ό. χήρας Κ. Μ., το γένος Η. Π., 2)Μ. Μ. του Κ., 3)Π. Μ. του Κ., 4)Η. Μ. του Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Μ., 5)Λ. Μ. του Π., 6) Α. χήρας Ν. Μ., το γένος Ι. Α., 7) Μ. Μ. του Ν., 8)Π. Μ. του Ν., 9)Ι. Μ. του Ν., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ν. Μ., και 10)Χ. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αδαμόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2011 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012). Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη, η οριοθέτηση του ακινήτου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στον ενάγοντα κατά κυριότητα το ακίνητο: ελαιοπερίβολο, μετά των σ' αυτό 17 ελαιοδένδρων, εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως δύο στρεμμάτων, στην πραγματικότητα 6ε τριών στρεμμάτων, που κείται στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας Αμαρύνθου Εύβοιας και το διασχίζει η δημόσια οδός Χαλκίδας - Κύμης.

Κατά το συμβόλαιο το ακίνητο συνορεύει γόρωθεν "με Π. Μ., κοινοτικόν κτήμα, Π. Π., Π. Λ. και Π. Δ. Μ.". Είχε δε περιέλθει στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Μ. Π. του Χ. δια του ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέων Ψαρών Α. Τ.. Για την αγοραπωλησία δεν συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου. Ο ενάγων προσκομίζει το από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ.

Δ., επικαλούμενος ότι αποτυπώνεται το ως άνω ακίνητο, εκτάσεως πλέον 6.031,11 τμ, που διαχωρίζεται από την επαρχιακή οδό Χαλκίδας - Κύμης σε δυο τμήματα. Στο τοπογραφικό διάγραμμα το τμήμα του ακινήτου βόρεια της επαρχιακής οδού, εκτάσεως 5.935,81 τμ, εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Λ-Μ-Ν-Ζ-Η-Α και συνορεύει βόρεια, επί πλευράς ΑΒ, 57μ, με ιδιοκτησία Π.

Μ. και νυν Π., νότια επί πλευράς ΜΑ, 38,18μ, ρε επαρχιακή οδό Χαλκίδας - Κύμης και πλευράς ΔΓ, 4,26μ, με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ., ανατολτκά επί πλευράς ΒΓ, 38,10, με ιδιοκτησία του ιδίου (ενάγοντος) και επί πλευράς ΔΑ, 78μ, με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ. και δυτικά επί πλευράς ΕΟ, 27,26μ με αγροτική οδό και επί πλευράς ΡΥ, 39,75μ, με ιδιοκτησία Ε.

Α.. Το δε έτερο τμήμα, νότια της επαρχιακής οδού, εκτάσεως 97,30 τμ, εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Ρ-Σ-Τ-Υ-Ρ, και συνορεύει βόρεια με χάνδακα και πέραν αυτού με επαρχιακή οδό Χαλκίδας - Κύμης, νότια με ιδιοκτησία Λ., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Π.. Για το μικρό αυτό τμήμα του ακινήτου, νότια της επαρχιακής οδού Χαλκίδας - Κύμης δεν υφίσταται αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων.

Στο έτερο τμήμα αυτού, βόρεια της επαρχιακής οδού υπάρχουν φυτεμένα 18 ελαιόδενδρα, τα οκτώ από αυτά ηλικίας 120 - 150 ετών, φυτεμένα κυρίως στη νότια πλευρά προς το δρόμο και τα λοιπά μικρότερης ηλικίας 80 ετών. Τα ελαιόδενδρα δεν καλύπτουν την όλη ιδιοκτησία, όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά απέχουν 19 μέτρα από το βόρειο σύνορο του ακινήτου, από την ιδιοκτησία νυν Π., πρώην Π.

Μ., και 20 μέτρα από το νότιο όριο, την επαρχιακή οδό Χαλκίδας - Κύμης (βλ. τεχνική έκθεση - αυτοψίας και φωτοερμηνείας ακινήτου του δασοπόνου, Η. Μ., σελ. 6, 27). Έτσι στο προς βορράν τμήμα του ακινήτου δεν είναι φυτεμένα ελαιόδενδρα σε απόσταση 19 μέτρων από το σημείο που αρχίζει η ιδιοκτησία Π., πρώην Π. Μ.. Για έκταση του ακινήτου, επιφάνειας 3.398 τμ, που κείται βόρεια της επαρχιακής οδού, οι εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την κυριότητα του ενάγοντος.

Τούτο αποτυπώνεται στο από Απρίλιο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου - μηχανικού Σ. Μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. M. Μ., βορειανατολικά με ιδιοκτησία των εναγομένων, νότια με εθνική οδό Χαλκίδας - Κύμης, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Μ. του Δ. και εν μέρει με ακίνητο των εναγομένων και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Π.

αι νυν Ε. Α.. Η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων αφορά την υπόλοιπη προς βορράν έκταση του ακινήτου, που κείται νότια της ιδιοκτησίας Π., εμβαδού 1.800 τμ, που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα της Μ. Δ. εμφανίζεται ότι περιλαμβάνεται στο ακίνητο που αφορά ο τίτλος του ενάγοντος, αλλά αμφισβητούν οι εναγόμενοι. Το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου 1989, ο ενάγων ισοπέδωσε με προωθητήρα γαιών και κατέλαβε το τμήμα αυτό.

Οι νυν εναγόμενοι άσκησαν σε βάρος του (νυν ενάγοντος) την από 6-3-1990 αναγνωριστική της νομής αγωγή, και ζήτησαν να αναγνωριστεί η σύννομη αυτών επί ακινήτου συνολικής επιφάνειας 7.132τμ, και να υποχρεωθεί ο τότε εναγόμενος (νυν ενάγων) να τους αποδώσει τη νομή επί τμήματος του ακινήτου αυτού εκτάσεως 1.800 τμ, που ο εναγόμενος είχε καταλάβει.

Η αγωγή έγινε δεκτή με την 389/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ήδη τελεσίδικη - μετά την απόρριψη της έφεσης του τότε εναγομένου (νυν ενάγοντος) δια της 3131/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών - και αναγνωρίστηκε ότι οι νυν εναγόμενοι είναι συννομείς του ακίνητου που βρίσκεται στη θέση ... ή ...

ή ... ή ... ή …της κοινότητας Αμαρύνθου, εκτάσεως 7.132 τμ, που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως συνολικής επιφάνειας 30 στρεμμάτων, με όρια ανατολικά και δυτικά με ετέρες ιδιοκτησίες των ιδίων, νυν εναγομένων, βόρεια με ιδιοκτησίες Κ. Π.., Τ. και Δ. Β. και νότια με ιδιοκτησίες του νυν ενάγοντος, Π. Μ. του Δ. και Α.

Μ.. Με την ίδια απόφαση ο νυν ενάγων υποχρεώθηκε να αποδώσει στους νυν εναγομένους τη νομή τμήματος του ως άνω ακινήτου, έκτασης 1.800 τμ. όπως περιγράφηκε στην απόφαση, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του ακινήτου τους, έχει σχήμα τραπεζίου πλάτους στη νότια πλευρά 20 μέτρων (αρχόμενο το όριο από τη δυτική πλευρά του δευτέρου εκεί επιδίκου ακινήτου) και στη βόρεια πλευρά 33 μέτρων (αρχόμενο το όριο από τη δυτική πλευρά του δευτέρου εκεί επιδίκου ακινήτου) και μήκους από βορρά (όπου η ιδιοκτησία Δ.

Β.) προς νότο (όπου η ιδιοκτησία Μ.) σε όλο το μήκος της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Ήδη την 4-7-2002 επιδόθηκε στο ενάγοντα η ... έκθεση αποβολής και εγκαταστάσεως, όπως συνομολογείται από τον ίδιο. Η ίδια έκταση διεκδικείται από το δημόσιο ως δημόσια δασική. Συγκεκριμένα προέκυψε ότι για έκταση 3.078τμ στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος της περιφέρειας Αμάρυνθου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η επίδικη, εκδόθηκε σε βάρος του ενάγοντος το ...

πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του δασαρχείου Χαλκίδας, για κατάληψη δασικής δημόσιας έκτασης. Η έκταση αυτή προσδιορίστηκε ότι βρίσκεται μεταξύ του ελαιοκτήματος του ιδίου και έκτασης που φερόταν ότι έχει καταληφθεί από τον Κ. Π.. Κατ' αυτού και του Π. Μ. του Μ. (πατέρα των εναγομένων) εκδόθηκε το ... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια δασική έκταση, επιφάνειας 2.110τμ, που κείται βόρεια της αναφερόμενης στο πρωτόκολλο σε βάρος του ενάγοντος.

Ο τελευταίος ήγειρε ανακοπή που έγινε δεκτή με την 374/1977 απόφαση του ειρηνοδικείου Χαλκίδας, καθόσον πιθανολογήθηκε ότι η έκταση δεν είναι δασική. Αντίθετα με τη ... πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως του δασαρχείου Χαλκίδας χαρακτηρίστηκε δασική έκταση στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος εμβαδού 25.385 και 3.413 τμ. Η έκταση αυτή είναι δυτικά του επιδίκου, πέραν της αναφερομένης αγροτικής οδού ως δυτικού ορίου, παραπλεύρως του ακινήτου της Ε.

Α. (βλ. στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση σελ. 11, και στην τεχνική έκθεση τοπογράφου -μηχανικού Α. Ν. η έκταση δυτικά των υπό στοιχείο 01, 02 εκτάσεων), και δεν σχετίζεται με την επίδικη έκταση. Έτσι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ενάγοντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης δεν ευσταθούν. Περαιτέρω προέκυψε ότι στο συμβόλαιο αγοράς του ενάγοντος (15588/18-8-1969) αναφέρονται σύνορα με Π.

Μ., ενώ στο προαναφερόμενο από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ. Δ. φέρεται το ακίνητο του ενάγοντος να συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πρώην Π. Μ. και νυν Π.. Στον τίτλο κτήσεως του τελευταίου, το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α. Τ., δια του οποίο μεταβιβάστηκε σ' αυτόν κατά κυριότητα λόγω αγοράς από τον Π.

M. Μ. (πατέρα των εναγομένων) αγροτεμάχιο 2.088 τμ, με δυο ελαιόδενδρα, αναφέρεται ότι τούτο συνορεύει νότια και σε πλευρά μήκους 50,80μ με ιδιοκτησία του Π. Μ., και όχι του ενάγοντος και δυτικά επί πλευράς 48,70 με αγροτική οδό. Επίσης στον τίτλο κτήσης του ενάγοντος μνημονεύεται σύνορο κοινοτικό κτήμα, που δεν αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα.

Σ' αυτό αποτυπώνεται δυτικά αγροτική οδός, όπως και στον τίτλο κτήσης του Π., που όμως δεν αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Επίσης κατά το τοπογραφικό διάγραμμα, ως ανατολικό σύνορο του ακινήτου μνημονεύονται, σε μήκος πλευράς 78μ ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ., και πλευράς 38,10 με ιδιοκτησία του ενάγοντος.

Αυτή φέρεται ότι απέκτησε δια του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Γ. Θεοδωρέλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο συμβόλαιο αυτό ως δυτικό όριο του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου μνημονεύεται ιδιοκτησία Π., πρώην ιδιοκτησία Π. Μ. και όχι ιδιοκτησία του ενάγοντος. Ο εκκαλών προβάλλει - ειδικά με τον έβδομο λόγο της έφεσης - ότι τούτο οφείλεται σε παραδρομή του τοπογραφικού διαγράμματος και ότι το όλο επίδικο ακίνητο συνορεύει ανατολικά, εν μέρει με ιδιοκτησία Π.

Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία της θυγατέρας του (ενάγοντος), Σ. Α., που αγόρασε δια του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερέτριας, Ελένης Κάτση - Κεφάλα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο συμβόλαιο αυτό το αποκτηθέν ακίνητο, έκτασης 3.500 τμ, που κείται στη θέση Βρωμονερι ή ..., της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Αμαρύνθου, φέρεται ότι συνορεύει βορειοδυτικά και επί πλευράς 61,80μ, με ιδιοκτησία Γ.

Α. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία πρώην Γ. Μ.. Όμως υφίσταται διαφορά στην έκταση των πλευρών που φέρεται ότι συνορεύουν, 38,10μ στο τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, 61,80μ στο ... συμβόλαιο, ενώ και στο νοτιοδυτικό όριο αναφέρεται έτερη ιδιοκτησία (πρώην Μ.), ενώ στο επίδικο εν μέρει ανατολικά και σε πλευρά 78μ φέρεται ιδιοκτησία Π.

Μ.. Στη δε τεχνική έκθεση του τοπογράφου -μηχανικού Α. Ν., τα ακίνητα που φέρονται ως αποκτηθέντα από τη Σ. Α. δια του ως άνω ... συμβολαίου και από το Γ. Α. δια του ανωτέρω ... συμβολαίου, αποτυπώνονται ως ενιαία έκταση, υπό στοιχείο 04, και σε διακριβώνεται ποιο είναι το προς ανατολάς όμορο προς την επίδικη έκταση ακίνητο.

Τέλος ο μάρτυρας του ενάγοντος δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τα όρια του ακινήτου, τους όμορους ιδιοκτήτες και την έκταση αυτού, παρότι κατέθεσε ότι μισθώνει το ακίνητο από το έτος 1960, ούτε μπόρεσε να δικαιολογήσει τη διαφορά του εμβαδού του ακινήτου μεταξύ του τίτλου κτήσης και του τοπογραφικού διαγράμματος.

Από τα ανωτέρω δεν αποδεικνύεται ότι το ακίνητο, που περιήλθε στον ενάγοντα με τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης, προς βορράν εξικνείται μέχρι την ιδιοκτησία του Π., πρώην Π. Μ., αλλά αφορά έκταση 3.398 τμ, που συνορεύει προς βορράν με έκταση των εναγομένων, ως κληρονόμων Π. Μ., όπως ανωτέρω περιγράφηκε κατά τα όρια της, ώστε δεν περιλαμβάνει την επίδικη έκταση των 1.800 τμ.

Είναι ενδεικτικό ότι ενώ κατά τον τίτλο κτήσης το όλο ακίνητο (και το μικρό τμήμα νότια της επαρχιακής οδού Χαλκίδας - Κύμης) αναφέρεται έκτασης τριών στρεμμάτων, στο τοπογραφικό διάγραμμα είναι διπλάσιας έκτασης 6.031,11 τμ. Από την επισκόπηση δε συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς των εναγομένων και λοιπών κληρονόμων που αφορούν την κληρονομιά του πατέρα των εναγομένων Π.

Μ. του Μ. -... της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αικατερίνης Κοροβού, ... του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Τσιβιλή, ... της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Βασιλικής Γερογιάννη - δεν ανατρέπεται η κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορούν ακίνητα που περιέρχονται στου εναγομένους, ούτε από την επισκόπηση των συμβολαίων ...

του συμβολαιογράφων Νέων Ψαρών Α. Τ., ... της συμβολαιογράφου Ερέτριας Μαρίας Μανή - Χαμάκου, ... του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α. Τ., καθόσον αυτά δεν αφορούν την επίδικη έκταση, αλλά ακίνητα ετέρων ιδιοκτητών στην πλησίον περιοχή. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο ενάγων, όσο και η προκάτοχος αυτού, άσκησαν πράξεις νομής στο τμήμα του ακινήτου έκτασης 3.398 χμ, καλλιεργώντας τούτο, φροντίζοντας τα υπάρχοντα ελαιόδενδρα, και συλλέγοντας τους καρπούς.

Στην επίδικη έκταση των 1.800 τμ, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, που δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως, ουδέποτε αυτός όσο και η δικαιοπάροχος του, προέβησαν σε τέτοιες ενέργειες. Μόνο το έτος 1989 προέβη στην ισοπέδωση του χώρου, οπότε οι εναγόμενοι άσκησαν κατά του εναγομένου αγωγή νομής που έγινε δεκτή, με την 389/1998 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που προαναφέρθηκε.

Έκτοτε ο ενάγων δεν άσκησε στο ίδιο ακίνητο τέτοιες πράξεις. Επομένως ο ενάγων δεν κατέστη κύριος με τα προσόντα έκτακτης ή τακτικής χρησικτησίας επί της έκτασης αυτής των 1.800 τμ, του επίδικου ακινήτου. Ανάγκη να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη δεν υφίσταται, διότι για την ασφαλή διάγνωση της υπόθεσης αρκούν τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ώστε είναι απορριπτέο το υποβαλλόμενο από τον εκκαλούντα σχετικό αίτημα.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος ακινήτου που κείται στη θέση "Αλμύρα -... - ... - Άγιος Κωνσταντίνος" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Αμαρύνθου, που το διασχίζει η εθνική οδός Χαλκίδας -Κύμης και αποτελείται από δυο τμήματα, από τα οποία: 1) το πρώτο κείται βόρεια της εθνικής οδού Χαλκίδας - Κύμης, έκτασης 3.398 τμ, όπως αποτυπώνεται στο από Απρίλιο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου - μηχανικού Σ.

Μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. M. Μ., βορειανατολικά με ιδιοκτησία των εναγομένων, νότια με εθνική οδό Χαλκίδας - Κύμης, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Μ. του Δ. και εν μέρει με ακίνητο των εναγομένων και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Π. αι νυν Ε. Α., 2) το δεύτερο κείται νότια της εθνικής οδού Χαλκίδας - Κύμης, έκτασης 97,30 τμ, όπως αποτυπώνεται στο από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ.

Δ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Ρ-Σ-Τ-Υ-Ρ, και συνορεύει βόρεια με χάνδακα και πέραν αυτού με επαρχιακή οδό Χαλκίδας - Κύμης, νότια με ιδιοκτησία Λ., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Π.".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων (ενάγων): α) δεν έγινε κύριος της επίδικης εδαφικής έκτασης των 1800 τμ., ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), διότι η πιο πάνω έκταση δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του ( το 15588/18.8.1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α.

Τ.) ούτε και άσκησε ποτέ (ο ίδιος ή η δικαιοπάροχος του) πράξεις νομής σε αυτή, β) έγινε κύριος έκτασης 3.398 τμ. (στην οποία, όμως, δεν περιλαμβάνεται η επίδικη) τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο και γ) είναι επίσης κύριος ετέρου τμήματος 97,30 τμ., για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση της κυριότητας μεταξύ των διαδίκων.

Ακολούθως δε δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1033, 1041, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος στην επίδικη έκταση είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, αναφορικά με τα όρια, το σχήμα, το είδος και την ταύτιση της επίδικης έκτασης με εκείνη της περιγραφόμενης στην ασκηθείσα εναντίον του αγωγή περί νομής των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή του, αναφορικά με τα όρια της επίδικης έκτασης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε ''πράγματα'', αλλά σε περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προαναφερομένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 8α του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

Ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του (ολ ΑΠ 42/2002).

Για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του (ΑΠ 487/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα διαλαμβανόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, τα οποία προσεκόμισε μετ' επικλήσεως προς απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών αυτού σχετικά με την κλήση της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, αλλά και " για την απόδειξη της έλλειψης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη έκταση".

Από την επισκόπηση όμως προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και, μάλιστα^ και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2/10/2013 αίτηση του Γ. Α. για αναίρεση της 27/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας-Ευβοίας).

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ