1913/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1913/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 3/1997 ). Δεν αποτελούν, συνεπώς, πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη αρνητικοί ισχυρισμοί. Για το ορισμένου του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα πράγματα, δηλ. οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτά ή έλαβε υπόψη χωρίς να προταθούν καθώς και ποία επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης ( Α.Π 920/1998 ).
Full text
Απόφαση 1913 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο αρκοατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 442/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκe μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδoχή του πέμπτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 10812/18-7-2011 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Αγρινίου Α. Σ.-Λ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μετά των κάτω απ' αυτήν Πράξεων του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, της με αριθμ. 368/1-12-2009 βεβαίωσης του Γραμματέα του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 23-11-2009 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 26ης Σεπτεμβρίου 2011, καθώς και κλήση για συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ( Ολ.
Α.Π. 3/1997 ). Δεν αποτελούν, συνεπώς, πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη αρνητικοί ισχυρισμοί. Για το ορισμένου του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα πράγματα, δηλ. οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτά ή έλαβε υπόψη χωρίς να προταθούν καθώς και ποία επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης ( Α.Π 920/1998 ).
Επίσης τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ( Ολ. Α.Π. 43/1990 ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 9-1-1998 έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει δίκη του αναιρεσιβλήτου μέχρι τελεσιδικίας της με αμοιβή που υπερέβαινε το οριζόμενο από το άρθρο 92 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης και συμφωνήθηκε να καταβληθεί αυτή με εκχώρηση αντίστοιχου μέρους του αντικειμένου της δίκης, χωρίς να δικαιούται αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, είναι άκυρη κατά το μέρος που η εργολαβική αμοιβή υπερέβαινε το 20% επί του αντικειμένου της δίκης και μετά από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης που είχε κρίνει αντιθέτως και την παραδοχή της αγωγής υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να αποδώσει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 3.334,36 ευρώ, που έλαβε ως αμοιβή σε εκτέλεση του εργολαβικού δίκης πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού 20% .
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου ότι μολονότι τόσο κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και κατά τη συζήτηση στο Εφετείο προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι από το ποσό που επιδικάστηκε τελεσίδικα στον ενάγοντα κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό που είχαν συμφωνήσει με το εργολαβικό δίκης και το υπόλοιπο ποσό το κράτησε ως συμφωνηθείσα αμοιβή του, η οποία του είχε εκχωρηθεί και ότι επομένως εξόφλησε την από το εργολαβικό απαίτηση του ενάγοντος και ουδέν οφείλει σ' αυτόν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελούσε άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση εξόφλησης της ένδικης απαιτήσεως του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτή ( απαίτηση) έρεισμα είχε τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και όχι το εργολαβικό δίκης, την αναγνώριση της ακυρότητας του οποίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 του ν.δ. 3026/54 και 174, 180 Α.Κ.
ζήτησε ο ενάγων. Επομένως, το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξόφλησης της απαίτησης του ενάγοντος είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και απαράδεκτος κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί παραιτήσεως του ενάγοντος από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωσή του κατά του εναγόμενου και αφέσεως χρέους, διότι δεν γίνεται επίκληση ότι τις ενστάσεις αυτές υπέβαλε ο αναιρεσείων στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε περίπτωση δε είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις ενσωματωμένες στις προτάσεις του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου τέτοιες ενστάσεις δεν προέβαλε ο εναγόμενος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις από 2-8-2000 και 1-12- 2000 αποδείξεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι εξόφλησε το ποσό που με το εργολαβικό της δίκης συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων από την αποζημίωση που του επιδικάσθηκε τελεσίδικα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το περιστατικό για την απόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν με επίκληση τα έγγραφα που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο ήταν επουσιώδες για την έκβαση της δίκης, αφού η ένδικη αξίωση του ενάγοντος δεν αφορούσε το ποσό των 910.000 δρχ. που συμφωνήθηκε με το εργολαβικό δίκης και του κατέβαλε ο εναγόμενος, αλλά το πέραν αυτού ποσού που εισέπραξε ο εναγόμενος αδικαιολόγητα, λόγω ακυρότητας κατά τούτο του εργολαβικού δίκης.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σε κάποιο αποδεικτικό μέσο προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη εκείνης που καθορίζει ο νόμος και όχι όταν το εξετίμησε ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., αποδίδοντας σ' αυτό μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με άλλο που έχει κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η σχετική κρίση του δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο ενάγων από πλάνη υπέγραψε το εργολαβικό της δίκης, πιστεύοντας ότι σ' αυτό αποτυπωνόταν η προηγηθείσα προφορική συμφωνία τους για αμοιβή 20% επί του αντικειμένου της δίκης, προσέδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου σε σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμό;
των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Επομένως, η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με το ζήτημα της από τον αναιρεσίβλητο υπογραφής του εργολαβικού δίκης κατόπιν πλάνης του ως προς το περιεχόμενό του και εντεύθεν του κύρους της δικαιοπραξίας, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν η απόδοση του πλουτισμού που έλαβε ο αναιρεσείων σε εκτέλεση της άκυρης ως προς το ύψος της συμφωνηθείσης αμοιβής εργολαβικής σύμβασης ως αντικειμένης στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων ( ν.δ. 3026/54), για την οποία δεν ασκεί έννομη επιρροή η πλάνη κάποιου εκ των συμβαλλομένων στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας και δεν ήταν αντικείμενο της δίκης η κήρυξη άκυρης της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης.
Οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι το συναφθέν μεταξύ των διαδίκων εργολαβικό δίκης είναι μεν έγκυρο, ως περιέχον όλα τα αναγκαία από το άρθρο 92 παρ.3 του ν. δ. 3026/1954 στοιχεία, άκυρο όμως κατά το μέρος που η συμφωνηθείσα με αυτό αμοιβή του εναγομένου δικηγόρου υπερέβαινε το νόμιμο ποσοστό αμοιβής του από 20% και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την εκ δρχ. 1.136.181 ή 3.334,36 ευρώ διαφορά μεταξύ της νόμιμης με βάση έγκυρη σύμβαση εργολαβίας δίκης αμοιβής του εκ δρχ.511.545, υπολογιζόμενης επί του ποσού των 2.557.726 δρχ.
που εισέπραξε με βάση την τελεσίδικη απόφαση που επιδίκασε αποζημίωση στον ενάγοντα, και του ποσού των 1.647.726 δρχ. που παρακράτησε ως αμοιβή του. Στη συνέχεια το Εφετείο, δεχόμενο κατά λέξη ότι "από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου, να παρακρατεί δηλαδή μέχρι σήμερα ηθελημένα και παράνομα και να μην αποδίδει στον ενάγοντα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, το ως άνω ποσό των 3.334,36 ευρώ, συνιστά αδικοπραξία εξαιτίας της οποίας ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον επί σειρά ετών προσπαθεί να εισπράξει, χωρίς αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό, ενώ αναγκάστηκε να εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες με συνέπεια να δαπανήσει σημαντικά χρηματικά ποσά, να απωλέσει πολύτιμο γι' αυτόν χρόνο, να καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης, να υποστεί ταλαιπωρία, λύπη και στενοχώρια", επιδίκασε στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση 800 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση Έτσι που έκρινε, το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ., τους οποίους εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέοι.
Τούτο δε διότι μόνη η άρνηση του εναγόμενου να αποδώσει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό που έλαβε με βάση εργολαβική σύμβαση δίκης ως αμοιβή επί πλέον εκείνου που δικαιούται κατά νόμο, χωρίς την παραδοχή πρόθεσης ιδιοποίησης του ποσού αυτού, για την οποία άλλωστε δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή, όπως και ο ενάγων υποστηρίζει στην έφεσή του, δεν συνιστά αδικοπραξία, αφού η έννομη συνέπεια της διάταξης του άρθρου 904 του Α.Κ.,που εφαρμόστηκε, η οποία, άλλωστε, ως επικουρική διάταξη προϋποθέτει την ανυπαρξία αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, συνίσταται μόνο στην υποχρέωση απόδοσης της ωφέλειας (πλουτισμού).
Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος του αναιρετηρίου, όπως αυτός εκτιμάται, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω νομική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά απ' αυτά, παρελκούσης της έρευνας του έκτου λόγου αναίρεσης για εκ πλαγίου παραβίαση ( άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) του άρθρου 932 Α.Κ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να πειβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της μερικής ήττας του (αρθρ. 178, 183 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 442/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στοποσό τωνπεντακοσίων (500)ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ