Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning, ruling arguments about evidence evaluation are inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's judgment on appeal. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the validity of a loan agreement and the credibility of witness testimony. The court held that these arguments concerned the evaluation of evidence rather than the legal basis of the decision, rendering them inadmissible under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19, 8, 11 K.Pol.D; Insufficient reasoning applies only to independent claims establishing rights, not to arguments regarding the evaluation of evidence or witness credibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1913 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2000, μη οριστική 80/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2006 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-10-2007 αίτησή του και με τους από 20-3-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων ή μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 806 ΑΚ: "Με την σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε-κατά λέξιν- τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος το έτος 1997 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ήταν αδύνατη η υποστήριξή του με τραπεζικό δάνειο.
Έτσι, κατά μήνα Αύγουστο του ιδίου έτους και μετά από μεσολάβηση του κουνιάδου του ενάγοντος απευθύνθηκε στον τελευταίο, ο οποίος δέχθηκε να τον δανείσει γνωρίζοντας την οικονομική του κατάσταση. Του κατέβαλε το ποσό των 7.000.000 δρχ. και προς εξασφάλιση του ο εναγόμενος εξέδωκε σε διαταγή του μεταχρονολογημένη επιταγή και συμφωνήθηκε η απόδοση του στις 30-8-1998.
Έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος κατέβαλε τμηματικά εντός του έτους 1998 τα ποσά των 300.000 δρχ., 100.000 δρχ, 500.000 δρχ., 100.000 δρχ., 100.000 δρχ., όπως προκύπτει από το σημείωμα, στο οποίο έχει υπογράψει ο ενάγων και είναι καταχωρημένες οι ανωτέρω καταβολές σε συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες. Επιπλέον υπάρχει και καταβολή ποσού 500.000 δρχ., όπως προκύπτει από το επικαλούμενο αντίγραφο γραμματίου εισπράξεως της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
Ο ενάγων με αίτηση του πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ.12/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος στην καταβολή του παραπάνω ποσού των 7.000.000 δρχ. που είχε ως βάση την προαναφερόμενη επιταγή. Ο τελευταίος άσκησε κατ' αυτής την από 4-6-1999 ανακοπή του, στην οποία αναφέρεται για δάνειο ύψους 2.450.000 δρχ.
και ότι σε αντικατάσταση προηγούμενης επιταγής αναγκάσθηκε να εκδώσει την επίμαχη, διαλαμβάνοντας τη μέχρι τότε καταβολή ποσού 4.220.000 δρχ. Τελικά, μετά από σχετική κοινή δήλωση των διαδίκων δεν εκδόθηκε απόφαση επί της ανακοπής αυτής, γεγονός, άλλωστε, το οποίο συνομολογείται από αυτούς. Ο λόγος είναι, ότι είχε επέλθει στο μεταξύ ολοσχερής εξόφληση του οφειλόμενου χρηματικού ποσού, όπως, άλλωστε, δέχεται η εκκαλουμένη απόφαση.
Κατά το κεφάλαιο αυτό ο Ενάγων δεν άσκησε έφεση, με αποτέλεσμα, λόγω της επελθούσας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 297 επ. ΚΠολΔ, αποδοχής της να παραχθεί δεδικασμένο. Περαιτέρω, ο ενάγων παρέχοντας διαφορετική διάσταση στο θέμα ισχυρίζεται με την αγωγή του, ότι με τον εναγόμενο προήλθε σε δύο διακεκριμένες συμβάσεις δανείου:
η πρώτη έλαβε χώρα, όπως ήδη σημειώθηκε, κατά μήνα Αύγουστο 1997 με την καταβολή χρηματικού ποσού 5.535.000 δρχ., 7.000.000 δρχ. και 3.480.000 δρχ. Για την εξασφάλισή του δε, ο εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή του ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές σε χρέωση του λογαριασμού, τον οποίο τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
Ότι μετά ταύτα κατά μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους προήλθε σε δεύτερη σύμβαση προφορική και αυτή, δυνάμει της οποίας παρέδωσε στον εναγόμενο και πάλι τμηματικώς τα χρηματικά ποσά των ό.850.000 δρχ., 6.750.000 δρχ., και 7.200.000 δρχ. και ότι συμφωνήθηκε να επιστραφεί ολόκληρο το οφειλόμενο από τις δύο συμβάσεις συνολικό ποσό κατά το τρίμηνο από Μάρτιο έως το Μάιο 1999 έτους και για την εξασφάλιση του ο εναγόμενος εξέδωσε αντίστοιχες ισόποσες επιταγές της ίδιας Τράπεζας μεταχρονολογημένες.
Ότι την 15 Απριλίου 1999 με δόλιο τρόπο τον έπεισε ο εναγόμενος να μεταβούν στο σπίτι του στο ..., προκειμένου να σημειώσει τις ημερομηνίες λήξεως των επιταγών, γιατί είχε απωλέσει το τετράδιο όπου τις είχε καταχωρήσει, λόγω της επελθούσας διαστάσεως με τη σύζυγο του, με αποτέλεσμα με βία να του αρπάξει τις πέντε επιταγές, τις οποίες εξαφάνισε εκτός από αυτή που αφορούσε στο ποσό των 7.000.000 δρχ., την οποία κρατούσε η σύζυγος του.
Επίσης, επισημαίνει, ότι υπήρξε συμφωνία προφορική με τον εναγόμενο, δυνάμει της οποίας ως αντάλλαγμα του δανείου θα του παραχωρούσε την εκμετάλλευση της χρήσης νυκτερινού κέντρου (ντισκοτέκ), την οποία διατηρεί ο τελευταίος στη .... Όμως, τα περιστατικά αυτά δεν ενισχύονται από κανένα στοιχείο, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων, τους οποίους εξέτασε (σύζυγος του και φίλος του) δεν πείθουν το δικαστήριο για τη βασιμότητα και την αξιοπιστία τους.
Από την αξιολόγηση των παραπάνω εκτιθεμένων και επικαλουμένων από τον ενάγοντα πραγματικών περιστατικών προκύπτει κατ' αρχήν μία σημαντική και ουσιώδης παράλειψη του ενάγοντος: το ότι, δηλαδή, αυτός δεν προσέφυγε αμέσως στην Αστυνομία, αφού επρόκειτο για ένα σοβαρό περιστατικό. Το ότι εμφανίσθηκε στο φίλο του και δεύτερο μάρτυρα απόδειξης κτυπημένος στο πρόσωπο δεν αποδεικνύει τίποτε.
Επίσης, παρέλειψε ο ενάγων να κινήσει τη διαδικασία αναπλήρωσης των απωλεσθέντων αξιόγραφων. Αξιοσημείωτο είναι, όμως, το γεγονός, ότι για ένα τέτοιο μεγάλο ποσό δανείου δεν καταρτίσθηκε έγγραφο λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι ο ενάγων γνώριζε την ήδη κακή οικονομική κατάσταση του εναγομένου. Για τον ίδιο λόγο δεν πείθεται το δικαστήριο για την προφορική συμφωνία παραχώρησης της χρήσης εκμετάλλευσης του νυκτερινού κέντρου.
Άλλωστε, μία τέτοια συμφωνία συνιστά σοβαρή δικαιοπραξία με οικονομικές, νομικές αλλά και φορολογικές συνέπειες. Η αβασιμότητα, όμως, των ισχυρισμών του ενάγοντος προσκρούει και σε ένα άλλο στοιχείο, ότι, δηλαδή, το νυκτερινό κέντρο ήταν ήδη εκμισθωμένο σε τρίτο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, ήταν νομικώς και πραγματικώς αδύνατη η παραχώρηση της εκμετάλλευσης του στον ενάγοντα, γεγονός που συνομολογείται από αυτόν.
Τέλος, σε κανένα έγγραφο του ο ενάγων δεν αναφέρει τους αριθμούς των επιταγών που απώλεσε. Επίσης, αναφορικά με την επίσκεψη του εναγομένου στο σπίτι του προκειμένου να διαπιστωθεί η ημερομηνία λήξης των επιταγών, γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε, απετέλεσε την αιτία αφαιρέσεως τους, πρέπει να σημειωθεί, ότι η επίσκεψη αυτή δεν χρειαζόταν για δύο λόγους:
α] διότι μπορούσε να γίνει και με τηλεφωνική επικοινωνία και β] ήταν χωρίς αντικείμενο, διότι ήδη είχαν λήξει ορισμένες από αυτές και επέκειτο και η λήξη των υπολοίπων αμέσως, γεγονός που -αν αληθεύουν τα ισχυριζόμενα από τον ενάγοντα-ήταν γνωστό στους διαδίκους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την αγωγή κατά το υπόλοιπο -πέραν των 7.000.000 δρχ.- ποσό, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη γενομένων δεκτών των τρίτου και τέταρτου λόγων της εφέσεως ως ουσιαστικά βάσιμων. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο, το οποίο δικάζοντας επί της από 17-11-1999 αγωγής κρίνει, πως πρέπει αυτή ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή ως προς το ποσό των 87.498,20 ευρώ".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος: ότι πέραν ενός δανείου 7.000.000 δραχμών - το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας - αυτός είχε δανείσει στον αναιρεσίβλητο και επιπλέον χρηματικά ποσά συνολικού ύψους ίσου προς 87.498,20 ευρώ, τα οποία ο τελευταίος δεν του απέδωσε.
Και είναι μεν ακριβές ότι στην απόφαση δεν διαλαμβάνεται ρητή και πανηγυρικώς διατυπωμένη παραδοχή περί μη συνάψεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για δάνειο ανώτερο των 7.000.000 δραχμών και περί μη καταβολής επιπλέον ποσού από τον αναιρεσείοντα στον αντίδικο του, από το όλο όμως περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι αυτή είναι η ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου.
Επομένως, είναι αβάσιμος τόσο ο (μοναδικός) λόγος του προσθέτου δικογράφου, όσο και ο τρίτος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ενώ οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις για αντίφαση "ως προς την αξιοπιστία και την βασιμότητα της κατάθεσης του δευτέρου μάρτυρα απόδειξης" και ως προς την ύπαρξη ή μη επιταγών, που απεδείκνυαν τις επίμαχες δανειστικές συμβάσεις και τις οποίες ο αναιρεσίβλητος αφήρεσε βιαίως από την κατοχή του αναιρεσείοντος κομιστού των, αφορούν τα πραγματικά επιχειρήματα και την ανάλυση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, προβάλλονται απαραδέκτως.
Απαράδεκτος είναι επίσης ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.πολ.Δ). Τούτο δε, διότι, παρά την επίκληση της διατάξεως αυτής για τη θεμελίωση του, στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εκ μέρους του Εφετείου ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά λέξιν ο ρηθείς λόγος έχει ως εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν ήτοι:
α) προέβη στον χαρακτηρισμό ως φίλου μου του δευτέρου μάρτυρα απόδειξης, χωρίς να έχει προταθεί τέτοιος ισχυρισμός από τον αναιρεσίβλητο ή να έχει προκύψει τούτο από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδοντας εντεύθεν στην κατάθεση του μάρτυρα έλλειψη βασιμότητας και αξιοπιστίας, β) αξιολόγησε ως σπουδαία και δηλωτική της αβασιμότητας των απαιτήσεων μου την αποδιδόμενη παράλειψη προσφυγής μου στην Αστυνομία καθώς και την παράλειψη λήψεως ενεργειών προς αναπλήρωση των αξιόγραφων, οι οποίες (παραλείψεις) ουδόλως προτάθηκαν από τον αντίδικο και γ) εξέλαβε ως λήξασες τις αναφερόμενες στην αγωγή μου επιταγές και, συνεπώς, άνευ οιασδήποτε νομικής αξίας και επιρροής, χωρίς κάτι τέτοιο να έχει προταθεί από τον αναιρεσίβλητο".
Τέλος, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ). Τούτο δε, διότι από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη (και) τις "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξέτασαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις μαρτυρικές καταθέσεις ( του ...
και του ...) που φέρονται αγνοηθείσες. Κατόπιν τούτου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 218/2006 αποφάσεως του Μεταβατικού Εφετίου Αιγαίου στη Σάμο και τους από 20-3-2009 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ