Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, ruling facts cited do not constitute legal grounds for rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a loan contract dispute. The appellant argued that the respondent's conduct constituted an abuse of right, citing specific financial assets and family circumstances. The court determined that the alleged facts failed to meet the legal threshold for abuse of right and were insufficient to justify the lower court's ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 810, 816, 817 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Facts alleged by a party do not constitute a ground for appeal if they do not legally establish abuse of right or violate mandatory legal principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1913 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1913/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Απριλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5605/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3504/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 213/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 Α.Κ.προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσεως του κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα, στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της συμβάσεως, που μπορεί να συναφθεί είτε με αόριστο είτε με ορισμένο χρόνο.
Οι διατάξεις όμως των άρθρων 816 επ.Α.Κ. που ρυθμίζουν το είδος και τη διάρκεια της χρήσεως του χρησιδανειζομένου πράγματος είναι ενδοτικού δικαίου. Γι'αυτό το λόγο είναι δυνατό να συμφωνηθεί στη σύμβαση χρησιδανείου ότι ο χρήστης μπορεί να αναζητήσει την επιστροφή του πράγματος οποτεδήποτε το θελήσει, οπότε ο χρησάμενος στη περίπτωση αυτή εφόσον του ζητηθεί το πράγμα υποχρεούται σε άμεση απόδοσή του και αν δεν έγινε η χρήση ή δεν την ολοκλήρωσε ή δεν συνέτρεξε κάποια περίπτωση από το άρθρο 817 Α.Κ.
Στη προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Με προφορική σύμβαση χρησιδανείου που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και της αναιρεσείουσας - εναγομένης θυγατέρας της, το έτος 1986 παραχώρησε η πρώτη στη δεύτερη,χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση του εις αυτή διαμερίσματος,επιφανείας 168 τ.μ.
προκειμένου να κατοικήσει με τον σύζυγό της, καθώς επίσης και τη χρήση των εις αυτή πέντε αποθηκών με τα στοιχεία Υ1, Υ2,Υ4,Υ5 και Υ6 αποθηκών στο υπόγειο της οικοδομής. Η παραχώρηση έγινε με τη συμφωνία και υπό τον όρο ότι όποτε ήθελε η ενάγουσα θα την ανακαλούσε και θα ζητούσε τη χρήση των πραγμάτων. Η εναγομένη εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα αυτό από το ίδιο έτος μετά το γάμο της καθώς επίσης είχε και τη χρήση των αποθηκών.
Στη συνέχεια με το ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Δασκάλου η ενάγουσα μεταβίβασε στην εναγομένη, λόγω γονικής παροχής,μεταξύ των άλλων και την ψιλή κυριότητα του ως άνω διαμερίσματος και των δύο αποθηκών (των Υ3 και Υ5) καθώς και του 1/3 της υπό στοιχείο Υ1 αποθήκης ενώ η σύμβαση του χρησιδανείου εξακολούθησε να ισχύει.
Η ενάγουσα με την από 18-12-2002 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 8-1-2003 κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου και όπως είχε δικαίωμα ζήτησε από την εναγομένη να της αποδώσει τη χρήση των πιο πάνω ακινήτων. Περαιτέρω με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η καταγγελία προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 200 και 288 του Α.Κ.
ως άκαιρη και επιζήμια γι'αυτήν υπό τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά ότι για να εγκατασταθεί με το σύζυγό της σε άλλη κατοικία θα πρέπει να καταβάλλει μίσθωμα 500 ευρώ μηνιαίως, χρήματα που δεν διαθέτει εφόσον δεν εργάζεται, αφού έγινε δεκτό κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν στερείται οικονομικής επιφάνειας σε σημείο που να μη μπορεί από κοινού με τον σύζυγό της να καταβάλλει μίσθωμα σε μισθωμένη οικία,δεδομένου ότι ο σύζυγός της είναι εργολάβος οικοδομών και η ίδια εισέπραξε χρήματα από την πώληση το έτος 1999 διαμερίσματός της επί της πολυκατοικίας της οδού ......
αρ. ... ......, επιφανείας 123 τ.μ. το οποίο ο πατέρας της Α της είχε μεταβιβάσει λόγω γονικής παροχής, καθώς επίσης έλαβε ικανά χρηματικά ποσά σαν κληρονόμος του πατέρα της από τραπεζικές καταθέσεις στη Σουηδία και τη Γαλλία.(κατά τα έτη 2001 και 2006) με τα οποία θα μπορούσε ακόμη και να αγοράσει ακίνητο για κατοικία.
Επίσης με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η γενόμενη καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο281Α.Κ. υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά: α) ότι το επίδικο διαμέρισμα το χρησιμοποιούσε ως κατοικία με το σύζυγό της από το έτος 1986 και διαμορφώθηκε τέτοια κατάσταση, ώστε δεν δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του και β)έγινε από λόγους εκδικητικότητας προς το πρόσωπό της λόγω των δικαστικών αγώνων που εκκρεμούν μεταξύ αυτής και της ενάγουσας αφενός λόγω των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ των μισθωτών της ενάγουσας των οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας της οδού ......
αρ. ... και αφετέρου λόγω της διεκδίκησης της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της που της αναλογεί. Η απόρριψη της ένστασης αυτής έγινε ως μη νόμιμης αφού έγινε δεκτό από την απόφαση ότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την εκ μέρους της ενάγουσας γενομένη καταγγελία της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε τις αιτιολογίες της απόφασης, έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή κατά παραδοχή των ισχυρισμών της εναγομένης από τις διατάξεις των άρθρων 200,288και 281 Α.Κ.
και αφού απορρίφθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγομένης έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης χρησιδανείου και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση των χρησιδανεισθέντων πραγμάτων.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και εφόσον η ενάγουσα είχε το δικαίωμα κατά τη σύμβαση να αναζητήσει τα χρησιδανεισθέντα πράγματα οπόταν ήθελε, τα οποία και έπρεπε να αποδοθούν αμέσως, το Εφετείο που έκρινε ότι λύθηκε η σύμβαση χρησιδανείου με την κατά τ'ανωτέρω καταγγελία- αναζήτηση και διέταξε την απόδοση της χρήσης των χρησιδανεισθέντων πραγμάτων κατά αποδοχή της ένδικης αγωγής, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και συνδρομή κάποιας περίπτωσης από το άρθρο 817 Α.Κ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 810,816 και 817 του Α.Κ. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο559 αριθ 1 του Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι παραβιάσθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις για το λόγο ότι δεν ήταν δυνατή η λύση της προκειμένης συμβάσεως χρησιδανείου χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 817 Α.Κ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 868/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 του Α.Κ. συνδυαζόμενες με εκείνες του άρθρου 288 Α.Κ. προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από την διάρκεια της συμβάσεως χρησιδανείου ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου το δικαίωμα του χρήστου για την αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως δεν μπορεί να ασκηθεί άκαιρα και κατά τρόπο που προσκρούει στις αρχές της καλής πίστεως, εφόσον, όμως προβληθούν από τον χρησάμενο οφειλέτη τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή του κανόνος δικαίου του άρθρου 288 Α.Κ., του οποίου επικαλείται την εφαρμογή.
Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικώτερα για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του νομίμως προταθέντος και ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού της περί του ότι η γενομένη καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας ήταν άκαιρη και επιζήμια και ως τέτοια αντίθετη προς τη καλή πίστη (άρθρα 200 και 288 Α.Κ.).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνονται σ' αυτή επαρκείς αιτιολογίες ως προς το αποδεικτικό πόρισμα της μη αντίθεσης της καταγγελίας στις αρχές της καλής πίστεως . Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ή της ενστάσεως, ή της αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων.
Επίσης δεν αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 238/2008), και δεν στοχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από την ανωτέρω διάταξη αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 66/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο και το τρίτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.19 στη πραγματικότητα από τον αριθ.8 η αναιρεσείουσα αιτιάται την ίδια απόφαση για το ότι απορρίφθηκε ο ίδιος ως άνω από τα άρθρα 200 και 288 του Α.Κ. ισχυρισμός της χωρίς να ληφθούν υπόψη και τα άλλα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή του τόσο με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και με εκείνες που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τα οποία συνίστανται στο ότι : 1) Από το έτος 1999 επήλθε ρήξη στις μεταξύ τους σχέσεις αλλά και στις μεταξύ των μελών (αδελφών) της ίδιας οικογένειάς τους σχέσεις με αφορμή την από 10-8-1999 εξώδικη καταγγελία αυτής και του συζύγου της, με την οποία κατήγγειλαν την εταιρική τους σχέση με τις ομόρρυθμες οικογενειακές εταιρίες, με τις επωνυμίες "Αφοί ......
Ο.Ε." και "Ψ και Σία Ο.Ε." αντίστοιχα. Οι σχετικές δίκες ανοίχθηκαν κατόπιν σχετικών αγωγών της (της αναιρεσείουσας), που αφορούσαν αξιώσεις της από την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της, την διανομή ενός επικοίνου ακινήτου καθώς και αξιώσεις από παραβάσεις των υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης - επικαρπώτριας από τον κανονισμό της πολυκατοικίας στην οποία ανήκουν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, η ψιλή κυριότητα των οποίων ανήκει σ'αυτήν.
Η ρήξη αυτή των σχέσεων μεταξύ τους διαρκεί έκτοτε από το έτος 1999. Τρία (3) έτη μετά την επέλευση της ρήξεως των μεταξύ τους σχέσεων η αναιρεσίβλητη, με την από 18-12-2002 εξώδικη καταγγελία, που της απέστειλε στις 8-1-2003 δήλωσε σ'αυτήν, ότι λόγω των ύβρεών της προς το πρόσωπό της ενώπιον των ενοίκων της πολυκατοικίας και λόγω των παραπόνων των τελευταίων για παράνομη και αξιόποινη συμπεριφορά της καταγγέλλει την παραχώρηση προς αυτή της χρήσεως του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος και των αποθηκών και την κάλεσε να της τα αποδώσει μέχρι την 15-3-2003 και να της παραδώσει ελεύθερη τη χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Η με τον τρόπο αυτό γενόμενη καταγγελία η οποία έλαβε χώρα τρία (3) χρόνια μετά τη ρήξη των σχέσεών τους κατά τη διάρκεια εκκρεμουσών δικών μεταξύ τους είναι αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστεως καθώς τέτοια αντίδραση της ενάγουσας θα ήταν περισσότερο αναμενόμενη αμέσως μετά την επέλευση της ρήξεως των σχέσεών τους ή μετά την περάτωση των μεταξύ τους εκκρεμουσών δικών ενώ στη προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται μία εξάρτηση της καταγγελίας από την άσκηση ή συνέχιση της δικαστικής επιδιώξεως των αξιώσεών της εναντίον αυτής, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη και του γεγονότος ότι στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για χρησιδάνειο ακινήτου που εχρησιμοποιείτο επί δεκαέξι (16) έτη (1986-2002) ως οικογενειακή κατοικία ενώ επιπρόσθετα άκαιρη καθίσταται η καταγγελία αυτή εκτός από το γεγονός που προεκτέθηκε και για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε στο μέσο του μισθωτικού έτους (τον Ιανουάριο του έτους 2003) δηλαδή, σε χρόνο κατά τον οποίο θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη η ανεύρεση νέας κατοικίας, προς μίσθωση.
Η προθεσμία δε των δυο μηνών που όρισε η ενάγουσα για την απόδοση της χρήσεως του διαμερίσματος δεν αρκούσε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αγορά νέου διαμερίσματος. 2) Ότι η ένδικη σύμβαση εξυπηρετούσε διηνεκή χρήση, αφού η παραχώρηση της χρήσεως του με στοιχεία Α-1 διαμερίσματος έγινε ενόψει του επικειμένου τότε γάμου της και με σκοπό να κατοικήσει σε αυτό με την οικογένειά της.
Υπήρχε επομένως ανάγκη τότε για άμεση στέγαση της οικογένειάς της, την ανάγκη δε αυτή θέλησε η ενάγουσα μητέρα της να εξυπηρετήσει με την ένδικη σύμβαση χρησιδανείου και η ανάγκη αυτή δεν έχει εκλείψει μέχρι και σήμερα. Ότι με βάση τις ανωτέρω περιστάσεις της φύσεως και χρήσεως του πράγματος και της εικαζομένης θελήσεως των μερών η καταγγελία και αναζήτηση των χρησιδανεισθέντων δεν παρίσταται εύλογη και αποβαίνει άκαιρη .
Εξάλλου μόνη η ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων δεν καθιστά εύλογη την αναζήτηση των χρησιδανεισθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών,. καθώς η σύμβαση χρησιδανείου είναι μεν χαριστική σύμβαση, πλην όμως, δεν υπόκειται σε ανάκληση με τους όρους που προβλέπει ο νόμος περί της συμβάσεως περί δωρεάς, οι δε αξιώσεις που ήγειρε κατά της αναιρεσίβλητης και των αδελφών της, των οποίων η βασιμότητα δεν ενδιαφέρει την ένδικη διαφορά, αποτελούν νόμιμη δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων της, συνταγματικά καθιερωμένη .Τα πραγματικά αυτά περιστατικά κατά το μέρος που με αυτά υποστηρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση εξυπηρετούσε διηνεκή χρήση και ανάγκη της αναιρεσείουσας και της οικογένειάς της αποτελούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
κατά δε τα λοιπά δεν συνιστούν ειδικές περιστάσεις η συνδρομή των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση να καθιστά άκαιρη και αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστεως την καταγγελία και την αναζήτηση των χρησιδανεισθέντων ακινήτων .
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθό μέρος δεν ασχολήθηκε με τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν υπέπεσε στην από τη προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια γι'αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα πρέπει ν ' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η εκ της διατάξεως αυτής ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος κι επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ`αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα που είχε προβάλει ο αναιρεσείων και κατά την άποψή του είχαν αποδειχθεί, αλλά το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επίσης δεν αποτελούν πράγματα, οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων αλλ'ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 262, 269 και 527 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν το καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτα αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 περ, 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβασίμους τέτοιούς ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λ.π.
είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα ελέγχεται μόνο ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσβάλλει την απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.) και συγκεκριμένα για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την απόρριψη του νομίμως προταθέντος και ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού της ότι η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας είναι καταχρηστική (άρθρο 281 Α.Κ.)Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού το Εφετείο σύμφωνα με τα ως άνω εκτεθέντα έκρινε ως νομικά αβάσιμη την ένσταση με το να δεχθεί ότι υπό τα επικληθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καθίσταται καταχρηστική η γενομένη από την αναιρεσίβλητη καταγγελία και μόνο ως εκ περισσού διέλαβε και επάλληλη αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εκδικητικότητας.
Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διότι η αναιρεσείουσα είχε προτείνει πρωτόδικα με τις προτάσεις και είχε επαναφέρει νομίμως στο Εφετείο με τις προτάσεις που επίσης κατέθεσε σ'αυτό για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ήτοι:
α) Ότι διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης (1986) μέχρι την καταγγελία (2003) χωρίς να κάνει ειδική μνεία των λόγων που την οδήγησαν στη λύση της συμβάσεως, η οποία καταρτίστηκε προς το συμφέρον της και εξυπηρετεί διηνεκή ανάγκη της οικογενείας της β) ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε ούτε έχει ανάγκη του διαμερίσματος, διότι διαμένει μόνιμα σε μεγάλο και ευρύχωρο διαμέρισμα128 τ.
μ. στην περιοχή του Ελληνικού, στην περιοχή δε που βρίσκεται το επίδικο (......) διαθέτει την επικαρπία σε όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων επιφανείας 168 τ.μ. έκαστο, ενός διαμερίσματος ρετιρέ 92,50 τ.μ. και άλλων πέντε αποθηκών στο υπόγειο, τις οποίες (πλην των επιδίκων) εκμισθώνει προς τρίτους αποκομίζοντας μεγάλο εισόδημα, γ) ότι με την μακροχρόνια και αδιατάρακτη παραχώρηση της χρήσης του επιδίκου επέδειξε προηγηθείσα της άσκησής του συμπεριφορά, που διαμόρφωσε εξ αντικειμένου κατάσταση, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεκτική έννομης προστασίας, ώστε δεν δικαιολογείται επαρκώς η μεταγενέστερη ενάσκησή του, η οποία αντιθέτως εξέρχεται εμφανώς των επιβαλλομένων από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος ορίων, δ)ότι στις προεισαγωγικές τοποθετήσεις της επί της ένδικης διαφοράς είχε συνομολογήσει η αναιρεσίβλητη πέρα από το ότι την πολυκατοικία της ......
ανήγειρε για την αποκατάσταση των τέκνων της, ότι άσκησε την ένδικη αγωγή για λόγους αντεκδίκησης εξαιτίας του ότι στράφηκε αυτή εναντίον της, ενώ κατά τη συζήτηση συνομολόγησε ότι κατείχε το έτος 1997 δραχμές 224.000.000 και ακόμη πολλά εκατομμύρια σε γαλλικά φράγκα, σουηδικές κορώνες και γερμανικά μάρκα σύμφωνα με τις αναφερόμενες αποφάσεις των γαλλικών και σουηδικών δικαστηρίων, όπως επίσης ότι εισέπραττε και εξακολουθεί να εισπράττει από τα διαμερίσματά της πολυκατοικίας όπου έχει μόνιμα κενά (χωρίς μίσθωση) δύο (2) διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία και τη μονοκατοικία στην ......
επί οικοπέδου 1000 τ.μ.. ε) Ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης να της παραχωρήσει στις αρχές του 1986 το επίδικο διαμέρισμα μετά των αποθηκών, για την οικογενειακή εγκατάστασή της, με τη διαβεβαίωση ότι θα μείνει εφόρου ζωής της και πάντως όσο διαρκεί ο γάμος της, δημιούργησε μια κατάσταση διαρκούσα μέχρι την καταγγελία, που καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις εφόσον εύλογα της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα αφού τείνει σε ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.
Τα υπό στοιχεία α και ε ως άνω περιστατικά συνιστούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και όχι πράγματα κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια, τα υπό στοιχείο δ αναφερόμενα περιστατικά επίσης δεν συνιστούν πράγματα αλλά αφορούν επίκληση αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους και τα υπό στοιχεία β περιστατικά δεν καθιστούν χωρίς άλλο καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας.
Τέλος ο ισχυρισμός που επιστηρίζεται στα υπό το στοιχείο γ πραγματικά περιστατικά είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η συμπεριφορά που επέδειξε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της επίδικης συμβάσεως ώστε να μη δικαιολογείται η ενάσκηση του δικαιώματός της από αυτή ως υπερβαίνουσα προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως εφόσον τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα δεν συνιστούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό νόμιμο ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο.
Έτσι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3504/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ