Legislator Case Law & Legislation
1912/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of evidence regarding policy duration.

Case Number 1912/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment on insurance liability. The appellant argued the lower court failed to consider a specific insurance certificate proving the policy was active at the time of the accident. The court ruled that the appellate court had already evaluated all evidence, including the disputed document, and its assessment of the facts was not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's evaluation of evidence is not subject to review if the lower court has considered all submitted documents, even without explicit mention of each one.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insurance liability evidence evaluation civil procedure judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1912 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1912/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Ε., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-10-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και ήδη "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 15-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 6-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 75/2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 228/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το σύνολο των διατάξεων του ν. 489/1976, σε συνδυασμό με την με αριθ. Κ4 585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 6 του ν. 489/1976, σαφώς προκύπτει, ότι για την κατ` άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 θεμελίωση ευθύνης του ασφαλιστή προς αποζημίωσή του συνεπεία ατυχήματος παθόντος τρίτου προσώπου προϋποτίθεται η πριν από το ατύχημα ολοκληρωμένη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης δηλαδή η ανάληψη από τον ασφαλιστή έναντι ασφαλίστρων της υποχρέωσης να καταβάλει στον ασφαλισμένο αποζημίωση για τη ζημία που θα υποστεί από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκεια της ασφάλισης (άρθρ. 1 και 2 του ν. 2496/1997).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 του ΑΚ, 1 επ.

του ν. 2496/1997 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρέωσης ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" προκύπτει, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία αποδοχή υποδηλώνεται ρητώς ή σιωπηρώς με κατάρτιση και παράδοση ή αποστολή στον αιτούντα του ασφαλιστήριου συμβολαίου, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή.

Επομένως, για τη κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν χρειάζεται να περιέλθει στον αιτούντα η αποδοχή της πρότασης εκ μέρους του ασφαλιστή. Η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 2 παρ. 1 ΥΑ Κ4/585/5.4.1978 σε συνδυασμό με το άρθρο 192 του Εμπ.Ν.). Στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα η διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης καθορίζεται ημερολογιακά (π.χ.

από την τάδε ώρα και ημέρα ορισμένου χρόνου μέχρι την τάδε ώρα και ήμερα του τάδε μήνα ή του επόμενου έτους). Το έγγραφο επιβάλλεται όχι ως συστατικό στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά προς απόδειξη αυτής, κατ` απλή εφαρμογή των περιοριστικών κανόνων της δια μαρτύρων απόδειξης (άρθρο 394 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Η σύμβαση ασφάλισης ως αμφοτεροβαρής λογίζεται, ότι έχει καταρτισθεί, όταν ο ασφαλιστής αποδεχθεί την περί ασφαλίσεως αίτηση. Αν μεταξύ πρότασης και αποδοχής μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα τότε η σύμβαση ασφάλισης δεν συνάπτεται πριν από την αποδοχή και επομένως, αν στο ενδιάμεσο διάστημα συμβεί ατύχημα αυτό δεν καλύπτεται ασφαλιστικά.

Η αποδοχή της αίτησης (πρότασης) εκ μέρους του ασφαλιστή μπορεί να γίνει και σιωπηρά με την αποστολή από αυτόν στον αιτούντα του εκδιδόμενου ασφαλιστηρίου. Η ύπαρξη της ασφαλιστικής κάλυψης αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και αναγράφει τη χρονική διάρκεια της ασφάλισης του αυτοκινήτου, ενώ το ειδικό σήμα (βεβαίωση ασφάλισης) χορηγείται μετά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης από τον ασφαλιστή (ΑΠ 523/1999, ΑΠ 8113/1998, ΑΠ 1179/1980).

Κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 2 της πιο πάνω Υπουργικής απόφασης, για να παρασχεθεί ασφαλιστική κάλυψη πριν από την έκδοση του ασφαλιστηρίου, απαιτείται σύμβαση προσωρινής κάλυψης που αποδεικνύεται με προσωρινό σημείωμα κάλυψης που χορηγείται από τον ασφαλιστή. Το σημείωμα προσωρινής κάλυψης ισχύει μέχρι την έκδοση του ασφαλιστηρίου, αλλά όχι πέρα από την ημερομηνία λήξης που αναγράφεται σ` αυτό.

Δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη αν δεν χορηγηθεί τέτοιο σημείωμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ` ουσία αβάσιμης (ΑΠ 41/2024, ΑΠ 113/2024).

Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίασή της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1222/2024, ΑΠ 121/2023). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Αυτό δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης και "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1222/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 351/2021, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 455/2017).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί αυτό να διατυπώνεται σαφώς. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1222/2024, ΑΠ 455/2017, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, ως προς την ασφαλιστική κάλυψη του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, τα ακόλουθα: ''..... Την 16-5-2012 και περί ώρα 17:10 μ.μ., ο ενάγων, οδηγώντας την με αρ. κυκλοφ. ...-751 δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου ...

τύπου ... 2000, κινούνταν με ταχύτητα περί τα 50 χιλ/ώρα, επί της επαρχιακής οδού οδού ..., με κατεύθυνση προς ... στο μέσο του ρεύματος πορείας της οδού, προπορευόταν δε αυτού επιβατικό όχημα κόκκινου χρώματος, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Κατά τον ως άνω χρόνο στην ίδια οδό, αλλά στο αντίθετο ρεύμα πορείας ήτοι προς ...

κινούνταν η πρώτη εναγομένη, οδηγώντας το υπ' αρ. ΡΜΚ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου. Τα δύο ως άνω αμφίρροπα κινούμενα οχήματα, συγκρούσθηκαν κατά τις ειδικότερα παρακάτω αναφερόμενες συνθήκες περί ώρα 17:10 μ.μ. της 16ης-5-2012 και ειδικότερα η μηχανή του ενάγοντος επέπεσε επί του εμπρόσθιου τμήματος του οχήματος της πρώτης εναγομένης οδηγού.

Όσον αφορά το ασφαλιστικό καθεστώς του υπ' αρ. κυκλ. ΡΜΚ ... ΙΧΕ οχήματος που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, υπ' αρ. 836..../16-5-2012 ασφαλιστικό συμβόλαιο, αποδεικνύεται ότι η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ του ιδιοκτήτη του οχήματος δεύτερου εναγομένου Α.

Κ. και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, την 16-5-2012, ήτοι κατά την ημέρα που έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, με έναρξη ασφαλίσεως την 16-5-2012 και ώρα 19.09 μ.μ. και λήξη ασφαλίσεως την 16-11-2012 και ώρα 12. Ως εκ τούτων συνάγεται ότι η ως άνω ασφάλιση του φερομένου, με την υπό κρίση αγωγή, ως ζημιογόνου οχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα του χρόνου της τελέσεως του ένδικου ατυχήματος που επισυνέβη ώρα 17.10 μ.μ.

της ιδίας (16-5-2012) ημέρας, όπως ρητά αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας των αστυνομικών οργάνων που επιλήφθησαν του συμβάντος, η οποία φέρεται στο τέλος αυτής ότι άρχισε να συντάσσεται ώρα 17.15 μ.μ. Επίσης και στο βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. ... αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως του ένδικου τροχαίου ατυχήματος η 16-5-2012 και ώρα 17.10 μ.μ.

Επομένως ενόψει των παραπάνω αποδεδειγμένων, στα οποία ουδόλως αντιλέγουν οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, να απορριφθεί ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ως ουσιαστικά αβάσιμη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, λόγω ανυπαρξίας ασφαλιστικής καλύψεως κατά το χρόνο τέλεσης του ένδικου ατυχήματος, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, τον οποίο παραδεκτά, προβάλει το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ' άρθρο 527 περ. 3 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο έφεσης της, καθότι η νομιμοποίηση των διαδίκων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ως βασίμου.......''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν είχε καλύψει την επίδικη αστική ευθύνη έναντι τρίτων και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία τη συνεκδικαζόμενη, από 21-1-2019, έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της με αριθ. 60/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δίκασε την με αριθ. έκθ. κατάθεσης 20/2017 αγωγή του ενάγοντος και απέρριψε την ως άνω αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ως υπόχρεης προς αποζημίωση από ασφάλιση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεχόμενο, ανελέγκτως, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η με αριθ. 836..../16-5-2012 ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, δεύτερου εναγόμενου Α. Κ., καταρτίστηκε στις 16-5-2012, δηλ. κατά την ημέρα του ένδικου ατυχήματος, αλλά με ημερολογιακή έναρξης, από ώρα 19.09 μ.μ.

της 16ης-5-2012 και λήξη αυτής την 16-11-2012 και έως ώρα 12, το δε έγγραφο επιβάλλεται όχι ως συστατικό στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά προς απόδειξη αυτής (δηλ. ως αποδεικτικό), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με βάση τις προεκτιθέμενες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των όσων έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δικαιολογείται ως ορθό το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, χωρίς η προσβαλλόμενη απόφαση να κάνει ρητή επίκληση αυτής, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον διαλαμβάνονται στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, ότι η ως άνω ασφάλιση του φερόμενου με την ένδικη αγωγή, ως ζημιογόνου οχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα του χρόνου τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και εκ του λόγου αυτού, δηλ.

της ανυπαρξίας ασφαλιστικής κάλυψης κατά το χρόνο τέλεσης του ένδικου ατυχήματος, με πλήρη και σαφή αιτιολογία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή ως προς την αναιρεσίβλητη. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος περί ανεπάρκειας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν α) αν το ζημιογόνο όχημα ασφαλίστηκε το πρώτον στην αναιρεσίβλητη στις 16-2-2012 και β) αν ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη σε χρονικό διάστημα πριν της 16-2-2012, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, αποδίδοντας στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 388/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε το νομίμως προσκομισθέν έγγραφο και ειδικότερα τη βεβαίωση ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος, από το οποίο (έγγραφο) συνάγεται αντίθετο πόρισμα ως προς τη διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης, η οποία καταλαμβάνει ολόκληρη την ημέρα εντός της οποίας έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Όπως όμως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν "... τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...., για μερικά από τα οποία έγγραφα γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς.....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι το ως άνω έγγραφο δεν προσκομίζεται (ο αναιρεσείων δεν κατέθεσε προτάσεις) και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό του, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη του υπόψη από το Εφετείο.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1342/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 6-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 75/2022), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 228/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ