Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal basis in appellate reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued the lower court erred by not declaring the lawsuit inadmissible because he was not the sole lessor, claiming this was a substantive legal error. The court rejected this, finding the appellate court merely mentioned the appellant's status as a partner without ruling on the lawsuit's admissibility, thus the appeal lacked a valid ground under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 KPolA; An appeal is inadmissible if it attacks a reasoning that does not support the operative part of the decision or if the lower court merely stated facts without ruling on admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1912 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1912/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βουκελάτο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Βενιού, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-11-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1867/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3242/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20.4.2019 και με Γ.Α.Κ. 5757/ΕΑΚ 571/21-06-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ αριθμ. 3242/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (αρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που αρχίζει από την γενόμενη στις 29-6-2017 δημοσίευση της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 3242/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού ουδείς των διαδίκων επικαλέστηκε ή προσκόμισε αποδεικτικό επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.ΠολΑ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 1342/2015). Περαιτέρω εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 121/2022, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 1924/2017, ΑΠ 559/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε τα ακόλουθα (αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα) που ενδιαφέρουν την προκείμενη αναιρετική δίκη: "Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν στην ως άνω υπό στοιχείο (Α) νομική σκέψη της παρούσας η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί συγκεκριμένες πράξεις εκκαθάρισης για τη διαπίστωση του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας, την αποτίμηση της περιουσιακής περιουσίας αυτής, την εξόφληση των εταιρικών χρεών, την απόδοση των εισφορών και τη διανομή των τυχόν κερδών στους εταίρους και συνεπώς η εναγομένη βρίσκεται σε αδρανές στάδιο εκκαθαρίσεως, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί περατωμένο πριν από τη διαπίστωση από τον εκκαθαριστή των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου και την είσπραξη και εξόφληση αυτών αντίστοιχα, καθώς και πριν από την εκκαθάριση των εννόμων σχέσεων των εταίρων.
Η αγωγική απαίτηση του ενάγοντα προέρχεται από την εταιρική σχέση, αφού αυτός ήταν ο ένας από τους δύο ομορρύθμους εταίρους και συν διαχειριστές της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, ο οποίος μαζί με τον έτερο ομόρρυθμο εταίρο της ίδιας - προσθέτως παρεμβαίνοντα - συμβλήθηκε με την εναγομένη με σύμβαση μισθώσεως ως συνεκμισθωτής των προαναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών, από την επίδικη δε αυτή μίσθωση ζητεί την καταβολή μισθωμάτων εκ μέρους της μισθώτριας υπό εκκαθάριση εταιρίας;
για το ως άνω χρονικό διάστημα. Με βάση τα παραπάνω η αγωγική απαίτηση αποτελεί κονδύλιο που εντάσσεται στα αντικείμενα της εκκαθάρισης της εναγομένης εταιρίας, η δικαστική δε άσκηση αυτής από τον ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα δεν είναι ο μοναδικός εκμισθωτής των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, επιφέρει διατάραξη της εσωτερικής τάξης της υπό εκκαθάριση εταιρίας και δυσχεραίνει το έργο και το σκοπό της.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω και με βάση τα όσα εκτέθηκαν στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, επειδή όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, η εταιρία όχι μόνο εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, αλλά και οι εργασίες αυτής αδρανούν, αφού οι διορισμένοι εκκαθαριστές, είτε αποποιούνται το διορισμό τους, είτε αντικαθίστανται κατόπιν σχετικών αιτήσεων με την επίκληση σπουδαίου λόγου προς τούτο, δεν μπορεί να αξιολογηθεί η ένδικη αγωγή νομικά και ουσιαστικά πριν από τη λήξη του σταδίου της εκκαθάρισης και κατά συνέπεια είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.".
Μετά ταύτα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, [αφού συνεκδίκασε κατ'αντιμωλία των διαδίκων την έφεση της εκκαλούσας - τώρα 1ης αναιρεσίβλητης και την πρόσθετη παρέμβαση που είχε ασκήσει υπέρ της (ίδιας) εκκαλούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης ο τώρα 2ος αναιρεσίβλητος] δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της τώρα 1ης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, δικάζοντας επί της από 15.5.2012 και με Γενικό αρ.
κατάθ. 100849/Α.Κ.Δ. 2291/31-5-2012 αγωγής του τώρα αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτή.
Ήδη με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο και συγκεκριμένα κατά παράβαση του άρθρου 68 ΚΠολΔ κήρυξε απαράδεκτη και απέρριψε την από 15.5.2012 και με Γενικό αρ.
κατάθ. 100849/Α.Κ.Δ. 2291/31-5-2012 αγωγή του καταβολής μισθωμάτων, την οποία ο τώρα αναιρεσείων άσκησε ως εκμισθωτής κατά της εναγομένης υπό εκκαθάριση Ο.Ε. (ήδη 1ης αναιρεσίβλητης) ως μισθώτριας, παρότι ο ενάγων είχε άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον να του επιδικασθούν τα (αναφερόμενα στην αγωγή) μισθώματα που του όφειλε η μισθώτρια εταιρεία (ήδη 1η αναιρεσίβλητη), ως εκμισθωτής των μισθίων οριζοντίων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα ως τρίτος (όχι εταίρος) προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη μισθώτρια Ο.Ε. (άσχετα του ότι ήταν και εταίρος της εν λόγω Ο.Ε.).
Ο ως άνω 1ος λόγος αναίρεσης κατά το προαναφερόμενο πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την ως άνω αγωγή ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), αλλά την απέρριψε επειδή έκρινε ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή απαίτηση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) [που ήταν και ο ένας εκ των δύο εταίρων και συνδιαχειριστών της εναγόμενης Ο.Ε. (ήδη 1ης αναιρεσίβλητης)] " ...αποτελεί κονδύλιο που εντάσσεται στα αντικείμενα της εκκαθάρισης της εναγόμενης εταιρίας, η δικαστική δε άσκηση αυτής από τον ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα δεν είναι ο μοναδικός εκμισθωτής των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, επιφέρει διατάραξη της εσωτερικής τάξης της υπό εκκαθάριση εταιρίας και δυσχεραίνει το έργο και το σκοπό της... ", δηλαδή ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή απαίτηση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) προέρχεται από την εταιρική σχέση του με την εναγομένη υπό εκκαθάριση Ο.Ε. (ήδη 1η αναιρεσίβλητη), και τις οφειλές της προς τον ενάγοντα ως εταίρο [της οποίας (εναγομένης Ο.Ε.) όμως δεν έχει ακόμη περατωθεί η εκκαθάριση] και ότι δεν προέρχεται από την φερόμενη εκμίσθωση των αναφερόμενων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 236/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 236/2020).
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 236/2020, ΑΠ 148/2006).
Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 236/2020, ΑΠ 1059/2017).
Ήδη με το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη και απέρριψε την από 15.5.2012 και με Γενικό αρ.
κατάθ. 100849/ Α.Κ.Δ. 2291/31-5-2012 αγωγή του, καθόσον, αφού έκρινε πως η εν λόγω αγωγή αφορούσε αξιώσεις του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) εταίρου κατά της υπό εκκαθάριση εναγόμενης Ο.Ε, απορρέουσες από την εταιρική σχέση, όφειλε να δικάσει την αγωγή εφαρμόζοντας την τακτική διαδικασία ή να την παραπέμψει στο καθ'ύλην αρμόδιο Δικαστήριο και όχι να την απορρίψει ως απαράδεκτη, όπως έπραξε.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του [επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ] ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι [όπως αυτολεξεί στην αίτηση αναίρεσης παρατίθενται (βλ. σελ. 12 της αίτησης αναίρεσης)]: "αφού η αναφεσιβαλλόμενη έκρινε πως η αγωγή μου αφορούσε αξιώσεις εταίρου κατά της εταιρείας από την εταιρική σχέση, άρα ήταν κονδύλια του λογαριασμού της εκκαθάρισης, που όμως δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, επειδή το Εφετείο δίκαζε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όφειλε, είτε να την δικάσει εφαρμόζοντας την τακτική διαδικασία, είτε να την παραπέμψει στο καθ'ύλην αρμόδιο Δικαστήριο και όχι να την απορρίψει ως απαράδεκτη, όπως έπραξε, υποπίπτοντας έτσι και για τον λόγο αυτό στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ." Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 23.1.2017 προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων (τότε εφεσίβλητος - καθού η πρόσθετη παρέμβαση) στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την απόκρουση της έφεσης της 1ης εναγομένης [(ήδη 1ης αναιρεσίβλητης) Ο.Ε.
υπό εκκαθάριση] κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ο αναιρεσείων δεν είχε προτείνει με τις ως άνω από 23.1.2017 προτάσεις στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε επικουρικά, ισχυρισμό για παραπομπή της αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο ή για εκδίκαση της ένδικης διαφοράς κατά την τακτική διαδικασία, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις που προαναφέρθηκαν, ούτε άλλωστε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ότι συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία (εξαίρεση) ο αναιρεσείων όφειλε να επικαλεσθεί με την υπό κρίση αναίρεση του, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1225/2012, ΑΠ 1036/2007).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 765, 777, 781, 782 Α.Κ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της, κατά το άρθρο 22 ΕμπΝ, ομόρρυθμης εταιρίας, κατά το άρθρο 18 αυτού, προκύπτει, ότι μετά τη λύση της ακολουθεί η εκκαθάριση, η οποία σκοπό έχει την ενέργεια των πράξεων εκείνων που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή του μεταξύ των εταίρων είτε εξωδίκως, είτε με την έγερση της περί διανομής αγωγής, ειδικότερα δε ο σκοπός της εκκαθαρίσεως έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών της εταιρίας και στην συνέχεια στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων.
Κατά τη διάρκεια του σταδίου της εκκαθαρίσεως η ομόρρυθμη εταιρία λογίζεται υφισταμένη για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, για την ενάσκηση δε των εν γένει αξιώσεών της, όπως π.χ. από αδικοπραξία, νομιμοποιείται μόνο η ίδια και όχι οι εταίροι της. Αυτοί μόνον μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως μπορούν να ασκήσουν τις αξιώσεις τους κατά της εταιρίας ή κατά των συνεταίρων τους, από την εταιρική σχέση, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται α] η αξίωση καταβολής μεριδίου από τα πραγματοποιηθέντα κέρδη της εταιρίας κατά την διάρκεια της λειτουργίας της β] η αξίωση από καταβολές που έκαναν με δικά τους χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας ή για την εξόφληση χρεών αυτής.
Τούτο δε επειδή οι παραπάνω αξιώσεις των εταίρων, πριν από το πέρας της εκκαθάρισης, πρέπει να αποτελέσουν κονδύλια του λογαριασμού της, από τα αποτελέσματα δε αυτής θα κριθεί, αν και ποιο ποσό δικαιούται να λάβει ο κάθε εταίρος, πράγμα που είναι αβέβαιο και άγνωστο όσο διαρκεί η εκκαθάριση (ΑΠ 1036/2007). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 22 ΕΝ, 29 Εισ.Ν Α.Κ., 480 και 482 Α.Κ.
προκύπτει, ότι οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας είναι μέλη, για τα χρέη της εταιρείας (ΑΠ 797/1999), μεταξύ δε της ομόρρυθμης εταιρείας και των ομόρρυθμων εταίρων καθιερώνεται περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας από την διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ, επί αγωγής για εταιρικές υποχρεώσεις. (ΑΠ 970/2019, ΑΠ 262.2015 ΑΠ 1240/2011).
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 453 ΑΚ όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση. Η ενοχή αναβιώνει μόλις πάψει η σύγχυση αυτή (ΑΠ 208/2012, ΑΠ 1225/2012, ΑΠ 1829/2011, ΑΠ 1045/2006, ΑΠ 1206/1984, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύγχυση είναι η ένωση στο ίδιο πρόσωπο των υποκειμένων της ενοχής, δηλαδή του δανειστή και του οφειλέτη.
Έτσι προϋπόθεση της σύγχυσης είναι ο οφειλέτης να αποκτήσει ως προς τη συγκεκριμένη οφειλή του και την ιδιότητα του δανειστή, ή ο δανειστής να αποκτήσει ως προς το συγκεκριμένο ενοχικό του δικαίωμα και την ιδιότητα του οφειλέτη.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγική απαίτηση του τώρα αναιρεσείοντος προέρχεται από την εταιρική σχέση του με την υπό εκκαθάριση εναγομένη Ο.Ε., της οποίας αυτός ήταν ομόρρυθμος εταίρος, και ότι συνεπώς δεν μπορεί να αξιολογηθεί νομικά και ουσιαστικά η αγωγή του πριν τη λήξη του σταδίου της εκκαθάρισης, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου περί εκκαθάρισης των ομορρύθμων εταιρειών, ήτοι τα άρθρα 22 και 28 του ΕμπΝ και τα άρθρα 72, 759, 765, 777, 781, 782 Α.Κ, στις οποίες εσφαλμένα υπήγαγε την ένδικη διαφορά, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις περί μισθώσεων του ΑΚ., ήτοι τα άρθρα 341, 345, 346, 361, 574 και 595 Α.Κ, καθόσον η αγωγική απαίτηση του τώρα αναιρεσείοντος προέρχεται από την μισθωτική σχέση και όχι από την εταιρική σχέση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η προσβαλλόμενη, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, κατά τα αυτολεξεί στην συνέχεια παρατιθέμενα (βλ.
σελίδα 13 της αίτησης αναίρεσης): " ...είχε ήδη προβεί στην παραδοχή ότι εγώ ο Κ. Γ., ομού με τον Α. Γ., συνεβλήθην ως εκμισθωτής με την εναγομένη "..." στην οποία εκμισθώσαμε τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες και πως από την επίδικη αυτή μίσθωση ζητώ την καταβολή μισθωμάτων από την μισθώτρια υπό εκκαθάριση εταιρεία".
Ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 341, 345, 346, 361, 574 και 595 Α.Κ. που ρυθμίζουν τις συμβάσεις των μισθώσεων, τους οποίους εσφαλμένα δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από το περιεχόμενο ωστόσο της προσβαλλόμενης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο ουδόλως προέβη στην επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αμέσως ανωτέρω αναφερθείσα παραδοχή, αλλά ότι αντιθέτως, αφού παρέθεσε το ιστορικό και αιτητικό της αγωγής του τώρα αναιρεσείοντος, στη συνέχεια το Εφετείο προέβη στις παραδοχές που αυτολεξεί παρατέθηκαν ανωτέρω, στο αντίστοιχο, αφορών τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κεφάλαιο της παρούσας, συγκεκριμένα δέχθηκε δε ότι " ...η αγωγική απαίτηση του ενάγοντα προέρχεται από την εταιρική σχέση,... " καθώς και ότι " ...η αγωγική απαίτηση αποτελεί κονδύλιο που εντάσσεται στα αντικείμενα της εκκαθάρισης της εναγομένης εταιρίας,... .".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προέβη στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των προταθέντων από τους διαδίκους ισχυρισμών και προσέδωσε στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν κατέληξε σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, ώστε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 και 28 του ΕμπΝ και των άρθρων 72, 759, 765, 777, 781, 782 Α.Κ, στις οποίες υπήγαγε την ένδικη διαφορά, προβαίνοντας στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις περί μίσθωσης των άρθρων 341, 345, 346, 361, 574 και 595 Α.Κ., καθόσον έκρινε ότι οι επίδικες απαιτήσεις του ενάγοντος, (που είναι ο ένας εκ των δύο ομόρρυθμων εταίρων της εναγομένης Ο.Ε.
και ταυτόχρονα συνεκμισθωτής) είναι στην πραγματικότητα απαιτήσεις από εταιρική σχέση, καθώς και ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής του στο συγκεκριμένο στάδιο της (αδρανούς) εκκαθάρισης της εναγομένης Ο.Ε., κατά το οποίο δεν έχουν "πραγματοποιηθεί συγκεκριμένες πράξεις εκκαθάρισης για τη διαπίστωση του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας, την αποτίμηση της περιουσιακής περιουσίας αυτής, την εξόφληση των εταιρικών χρεών, επιφέρει διατάραξη της εσωτερικής τάξης της υπό εκκαθάριση εταιρίας και δυσχεραίνει το έργο και το σκοπό της".
Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ. είναι αβάσιμες λαμβανομένου υπόψη και ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, ο αναιρεσείων, ως ομόρρυθμος εταίρος της υπό εκκαθάριση εναγομένης Ο.Ε.
έχει και ο ίδιος πρωτογενή ευθύνη για την εκπλήρωση της οφειλής της εναγομένης, ως ομόρρυθμο μέλος της οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας, η δε ρύθμιση αυτή αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο, (βλ και ΑΠ 1205/2001), ώστε δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως δανειστής και υπόχρεος ως ομόρρυθμος εταίρος για την αυτή αγωγική οφειλή, αφού, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 453 ΑΚ, όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του παραπάνω λόγου αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 2267/2013).
Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνον οι- επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1680/2008).
Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 784/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 341, 345, 346, 361, 574 και 595 Α.Κ., τους οποίους δεν εφήρμοσε, παρότι είχε προβεί στην παραδοχή ότι ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων ομού με τον (υπέρ της εναγομένης Ο.Ε.
προσθέτως παρεμβάντα και τώρα 2° αναιρεσίβλητο) Α. Γ., συνεβλήθησαν ως εκμισθωτές με την εναγομένη "..." (τώρα 1η αναιρεσίβλητη), στην οποία εκμίσθωσαν τις αναφερθείσες στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες τους και πως από την επίδικη μίσθωση αυτή ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων ζητούσε την καταβολή μισθωμάτων από την μισθώτρια υπό εκκαθάριση εταιρεία", αλλά με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες εφάρμοσε τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου περί εκκαθάρισης των ομόρρυθμων εταιρειών και τις διατάξεις του ΑΚ περί εταιρειών, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο τρίτος λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά ανεπάρκεια περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και τυχόν σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με τα στοιχεία αυτά δεν ελέγχεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά το μέρος που με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το προαναφερόμενο πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης ταυτίζεται πλήρως κατά το περιεχόμενο με τον προαναφερθέντα 2° λόγο αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους ανωτέρω σε σχέση με τον ως άνω 2° λόγο αναίρεσης αναφερθέντες αναλυτικά λόγους.
Περαιτέρω εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές, προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης, αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία έκρινε ότι η αγωγή του είναι μη νόμιμη για τον λόγο ότι αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) δεν είναι ο μοναδικός εκμισθωτής των αναφερόμενων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ το γεγονός αυτό δεν είχε καμμία απολύτως έννομη συνέπεια, αφού η ενοχή εκ των μισθωμάτων είναι χρηματική ενοχή και κατά συνέπεια διαιρετή.
Με το περιεχόμενο τούτο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, καθόσον πλήττει αιτιολογία που δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα αναλυτικά προαναφερθέντα.
Άλλωστε από το ανωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας αναλυτικά εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, που παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι το εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με επάλληλη αιτιολογία, για τον λόγο ότι αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) δεν είναι ο μοναδικός εκμισθωτής των αναφερόμενων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά απλώς διηγηματικά ανέφερε το γεγονός αυτό, στα πλαίσια της εκτίμησης της ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) δεν είναι τρίτος δανειστής της υπό εκκαθάριση εναγομένης Ο.Ε., ώστε να ασκεί κατά προτεραιότητα τα δικαιώματά του κατ'αυτής στο στάδιο της εκκαθάρισης, αλλά είναι ομόρρυθμος εταίρος, που κατά τις στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναγκαστικού δικαίου ρυθμίσεις, ευθύνεται και αυτός αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με την εναγομένη Ο.Ε.
για τις υποχρεώσεις της εταιρείας, της οποίας είναι ο ένας εκ των δύο μετόχων και συνδιαχειριστών. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη με τον ανωτέρω τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του πλημμέλεια.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά τα προαναφερόμενα, στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2019 και με Γ.Α.Κ. 5757/ΕΑΚ 571/21-06-2019 αίτηση για την αναίρεση της 3242/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη,
η αρχαιοτέρα της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ