Legislator Case Law & Legislation
1912/2017 AI generated

1912/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1912/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1912/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δεύτερη εκ των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία ''...'', δεν παραστάθηκε, από δε τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύει την κλήτευσή της. Οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1912 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1912/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Χαρίτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Καψόπουλο, 2. εταιρείας με την επωνυμία "..." εδρεύουσας στην ... νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-6-2014 αγωγές με αριθμό κατάθεσης 2235/2014 και 2236/2014 της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την 3-10-2014 ανακοίνωση δίκης προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, την από 7-1-2015 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο ως άνω δικαστήριο.

Εκδόθηκε η απόφαση: 1768/2016 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της παρούσας αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 1185/2013).

Κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 2192/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (Α.Π. 234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Χαρίτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα) καθώς και η πρώτη των αναιρεσίβλητων μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ανδρέα Καψόπουλου.

Η δεύτερη εκ των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία ''...'', δεν παραστάθηκε, από δε τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύει την κλήτευσή της. Οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Συνεπώς, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ., να χωρισθεί η υπόθεση και, αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς την απολιπόμενη αναιρεσίβλητη εταιρία, να προχωρήσει νομίμως ως προς τους παριστάμενους διαδίκους.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διαπίστωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.Α.Π.44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που προτάθηκε επί τη βάσει του άρθρου 1095 ΑΚ προς αντίκρουση της από 30-6-2014 ένδικης αγωγής, ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη του είχε παραχωρήσει άτυπα τη χρήση της επίδικης μεζονέτας μέχρι τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου, ενώ από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε, αποδέχθηκε και συναίνεσε στο πραγματικό γεγονός της εγκατάστασής του στο ακίνητο αυτό.

Έτσι, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός αυτός λόγω αοριστίας ''καθώς ο εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένη έννομη σχέση, δυνάμει της οποίας να έχει δικαίωμα νομής και κατοχής (π.χ. χρησιδάνειο), συναφθέν είτε με την ενάγουσα είτε με την εργολήπτρια με τη συναίνεση προς τούτο της ενάγουσας'', δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για το παραπάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός δεν αρκεί να μνημονεύονται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών και οι παραδοχές της απόφασης, αλλά πρέπει να εκτίθεται και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου (Ολ.Α.Π. 32/1996, Ολ.Α.Π. 57/1990).

Διαφορετικά, ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δε δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή των προτάσεων του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει, με την αναφερόμενη αιτιολογία, τον ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη του είχε παραχωρήσει άτυπα τη χρήση της επίδικης μεζονέτας μέχρι τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου, ενώ από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε, αποδέχθηκε και συναίνεσε στο πραγματικό γεγονός της εγκατάστασής του στο ακίνητο αυτό και ότι κατόπιν τούτων έχει δικαίωμα κατοχής της, παραβίασε ευθέως το άρθρο 1095 Α.Κ., είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο και παραδεκτό του λόγου αυτού, σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.Α.Π.2/2001, 12/2000 και 3/1997).

Εξάλλου, ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.Α.Π.25/2003 και 12/1991). Στην προκείμενη υπόθεση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη την ένσταση εκ της διατάξεως του άρθρου 1095 Α.Κ., που πρόβαλε ο αναιρεσείων ενώπιόν του προς απόκρουση της από 30-6-2014 αγωγής, που είχε εγερθεί κατ' αυτού, και την απέρριψε λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι ''ο εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένη έννομη σχέση δυνάμει της οποίας να έχει δικαίωμα νομής ή κατοχής (π.χ.

χρησιδάνειο), συναφθέν είτε με την ενάγουσα, είτε με την εργολήπτρια με τη συναίνεση προς τούτο της ενάγουσας''. Επομένως, δεν υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ειδικότερα την ως άνω ένσταση αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως διαλαμβάνεται και στο αναιρετήριο, εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της πιο πάνω αοριστίας.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου με το να δεχθεί το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό είναι αόριστος εάν δεν καθορίζεται το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενό του και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι κρίσιμων γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ., προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-4-2014 εξώδικης δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, με την οποία η τελευταία (οικοπεδούχος) κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ... εργολαβική σύμβαση του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Γραμματικάκη, που επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εργολήπτρια εταιρία κατά την 29-4-2014 και κήρυξε αυτήν έκπτωτη, χωρίς όμως να καθορίζεται το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ούτε το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ως περιεχόμενό του.

Ενόψει τούτου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς την απολιπόμενη και τους παριστάμενους διαδίκους.-

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την απολιπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία ''...''.-

Απορρίπτει την από 19-12-2016 αίτηση του Γ. Κ. του Χ. κατά της Χ. Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1768/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ