Supreme Court dismisses appeal on will validity, rejecting argument that specific signature type was legally required.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the validity of a will. The appellant argued that the will lacked legal validity because the testator's signature was made solely by a typewriter, whereas a more complex signature type was allegedly required. The court rejected this claim, ruling that the existing signature by the testator's name and surname was sufficient for the will's validity. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a will is valid if signed by the testator's name and surname, and that the specific typographic method of the signature does not invalidate the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1912 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1912/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Γ. Τ., το γένος Η. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φρίξο Λουιζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Β. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8293/2001 μη οριστική, 775/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 8658/2006 μη οριστική και 4931/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/4/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 10/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι πα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Η υπογραφή είναι το συστατικό εκείνο στοιχείο της διαθήκης με το οποίο ο διαθέτης επισφραγίζει την έκφραση της τελευταίας του βούλησης και την ταυτότητά του ως συντάκτη της διαθήκης.
Η διάταξη του νόμου δεν καθορίζει ποια στοιχεία πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει η υπογραφή, γίνεται, όμως, δεκτό ότι τα στοιχεία αυτά είναι το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη εκ των οποίων το όνομα μπορεί να σημειωθεί μόνον με το αρχικό γράμμα. Η υπογραφή μπορεί να συνοδεύεται από πρόσθετο σύμπλεγμα γραμμών, όμως, εφόσον υπάρχει υπογραφή, η έλλειψη του προσθέτου συμπλέγματος που συνήθιζε να θέτει ο διαθέτης, δεν βλάπτει τη διαθήκη.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α' και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί κατά τρόπο ώστε να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογραφεί από το χέρι του διαθέτη αλλά με το χέρι άλλου προσώπου είναι άκυρη. Την ακυρότητα της διαθήκης αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 1591/1997).
Ο επικαλούμενος τη διαθήκη, δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής αλλά και ότι όλο το περιεχόμενο έχει γραφεί ιδιόχειρα από το διαθέτη. Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, όταν αρκεί μόνη η αντιτασσομένη με αυτή από τον ενάγοντα γενική άρνηση κατά του προσβαλλομένου δικαιώματος του εναγομένου.
Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το προβαλλόμενο από τον εναγόμενο δικαίωμα, αλλά ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη γραφή και υπογραφή από το διαθέτη της διαθήκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 6-6-1999 πέθανε στην Αθήνα η Α. Β., το γένος Ι. Δ., αδελφή της ενάγουσας και θεία της εναγομένης, ήτοι αδελφή της μητέρας της τελευταίας Μ.
Π., το γένος Ι. Β.. Η θανούσα, η οποία ήταν άγαμη και, όσο ζούσε, κατοικούσε με την ενάγουσα, σε ισόγειο διαμέρισμα οικοδομής που βρίσκεται στο ..., στη διασταύρωση των οδών Δ. ... , φέρεται ότι συνέταξε δύο ιδιόγραφες διαθήκες και συγκεκριμένα: α) την από 18-8-1983 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ...
πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1525/1999 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και β) την από 17-5-1997 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου. Με την πρώτη από τις παραπάνω διαθήκες, το κύρος της οποίας δεν αμφισβητείται, η διαθέτις εγκαθιστά την ενάγουσα μοναδική κληρονόμο της, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.
Με τη δεύτερη διαθήκη της εγκαθιστά την εναγομένη, ανεψιά της, κληρονόμο της στον μέλλοντα να ανεγερθεί δεύτερο όροφο οικοδομής που βρίσκεται στο ..., στη διασταύρωση των οδών ... και .... Το περιεχόμενο της δεύτερης διαθήκης είναι επί λέξει το εξής: "Τώρα που ακόμη έχω τας φρενας σώας αφήνω κληρονόμον τον δεύτερον όροφον της οροφοκτησία μου τον αέρα κειμένης επί της οδού ...
και ... τήν ανηψιά μου Ε. Τ. μετά τον θάνατόν μου. 17/5/1997 Α. Β.". Η ενάγουσα με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η διαθήκη αυτή δεν έχει γραφεί με το χέρι της διαθέτιδος, ούτε έχει υπογραφεί από αυτή. Αντίθετα η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η επίμαχη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από τη διαθέτιδα. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη διαθήκη γράφηκε με το χέρι της διαθέτιδος και υπογράφηκε από την τελευταία, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτή είναι προϊόν πλαστογραφίας.
Ειδικότερα, η θανούσα, η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1926, ήταν απόφοιτος του εξαταξίου Γυμνασίου, γνώριζε αγγλικά, είχε σπουδάσει λογιστικά στη Σχολή Λογιστών Α. Κ. και είχε υψηλή γραφική ωριμότητα. Το κείμενο της αμφισβητούμενης δεύτερης διαθήκης της καταλαμβάνει συνολικά δέκα γραφικούς στοίχους, συμπεριλαμβανομένης και της υπογραφής στο 10° γραφικό στοίχο.
Το άτομο που την κατάρτισε γνώριζε τη γραφή της, προσπάθησε να τη μιμηθεί και σε κάποια γράμματα, ήτοι στα κεφαλαία Μ, Α, Β, Η και στα μικρά α, λ, μ, κ, τ, χ, ψ και στον αριθμό 2, παρουσιάζονται ομοιότητες, που εκ πρώτης όψεως δίδουν την εντύπωση ότι η διαθήκη είναι γραμμένη με το χέρι της διαθέτιδος. Όμως, η γραφή του κειμένου της επίμαχης διαθήκης τοποθετείται στο γραφικό πεδίο με πεποιημένη ως ελεύθερη διάταξη, ενώ η γνήσια γραφή της με ελεύθερη διάταξη.
Επίσης τοποθετείται στο γραφικό πεδίο με αραιά, συμμετρικά μεσογραμματικά διαστήματα και με αραιά, φυσιολογικά μεσολεκτικά, ενώ η γνήσια γραφή της με άνισα, αυξομοιούμενα και συμμετρικά. Εκδηλώνεται με μειωμένη ταχύτητα, με ανακοπές και ανασχέσεις, αλλά χωρίς τρόμο, πλην της αφύσικης και ευπαθούς πίεσης και εμφανίζει στοιχειώδη γραφική ωριμότητα και ασυνταξία, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της που παρατίθεται αυτούσιο, που δεν συνάδει με το μορφωτικό επίπεδο της διαθέτιδος, ενώ η γνήσια γραφή αυτής, κατά το έτος 1997 που φέρεται ότι συνέταξε την επίμαχη διαθήκη, εμφάνιζε γραφικό τρόμο, ατολμία και αστάθεια, λόγω της ηλικίας της (71 ετών), αλλά και των ασθενειών από τις οποίες έπασχε (σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, καρδιακές παθήσεις), συνέχισε δε να εμφανίζει υψηλή γραφική ωριμότητα.
Η αφύσικη και ευπαθής πίεση, που εμφανίζεται στην επίμαχη διαθήκη, μπορεί κατ' αρχήν να θεωρηθεί ως σημείο τρομώδους χάραξης, τούτο όμως δεν οφείλεται στον προαναφερθέντα γραφικό τρόμο που εμφάνιζε η γραφή της διαθέτιδος λόγω της ηλικίας της και των ασθενειών της, αλλά στην προσπάθεια του συντάκτη της να μιμηθεί τη γραφή της.
Εάν δε πράγματι τούτο οφείλονταν στην ηλικία και στις ασθένειες της διαθέτιδος, θα έπρεπε να υπάρχει εντονότερος διάχυτος παθολογικός ή γεροντικός γραφικός τρόμος, ιδίως προς το τέλος του κειμένου της διαθήκης, μετά από γραφική κόπωση, ο οποίος δεν υπάρχει. Αναφορικά με την υπογραφή της διαθέτιδος, αυτή στην επίμαχη διαθήκη είναι γραμματικού τύπου και αναγράφονται όλα τα γράμματα του επιθέτου της και του μικρού ονόματός της, για τα οποία ισχύουν τα ανωτέρω.
Η διαθέτις συνήθιζε να υπογράφει με υπογραφή συμπλεγματικού τύπου, που αποτελούνταν από τα αρχικά γράμματα του ονόματος και του επιθέτου της Α και Β και από τα πεζά γράμματα του επιθέτου που ακολουθούν, χαρασσόμενα εν είδη γραφής κειμένου, ενίοτε δε υπάρχει και λεκτική γραμμή (παράφα). Επίσης, ορισμένες υπογραφές εμφανίζονται συντομευμένες, δηλαδή μετά το εναρκτήριο σύμπλεγμα, χαράσσονται τα πρώτα γράμματα του επιθέτου και ακολουθεί λεκτική παράφα.
Στη μη αμφισβητούμενη διαθήκη της του έτους 1983, κάτω από την ένδειξη "η διαθέτις" τίθεται το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμό της, με χάραξη όλων των γραμμάτων εν είδει γραφής κειμένου και κάτω από αυτό η μικτού τύπου υπογραφή της διαθέτιδος. Η διαθέτις, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, συνέχισε να χρησιμοποιεί την υπογραφή συμπλεγματικού τύπου και πριν και μετά τη σύνταξη της δεύτερης διαθήκης.
Στην ερευνώμενη όμως διαθήκη δεν χρησιμοποιήθηκε και η μικτού τύπου υπογραφή της, της οποίας η απομίμηση ήταν δύσκολη, προδήλως για να μην καθίσταται εμφανής και από το μη ειδικό η πλαστότητα του εγγράφου, αλλά μόνο η γραφικού τύπου. Στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν γράφηκε με το χέρι της διαθέτιδος ούτε υπογράφηκε από αυτή, καταλήγει και η πραγματογνώμονας - γραφολόγος Β.
Σ., που διορίστηκε από το Δικαστήριο τούτο για τη διενέργειά της, αλλά και οι γραφολόγοι Μ. Μ. και Δ. Θ., στις ιδιωτικές εκθέσεις τους, που συνάχθηκαν κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, ήτοι στις από 23-4-2001 και 20-8-2003 εκθέσεις του ο πρώτος και από 11-4-2005 ο δεύτερος. Η πραγματογνώμονας γραφολόγος Μ. Κ., που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τη διενέργειά της, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη είναι γνήσια και αποδίδει τη γραφική αδυναμία και αστάθεια που διαπιστώνει στη γραφή της, στη φυσιολογική πτώση αυτής, λόγω της παρόδου της ηλικίας της και της κατάστασης της υγείας της.
Η εν λόγω αιτιολογία δεν κρίνεται πειστική, διότι κατά τα προαναφερθέντα δεν υπάρχει παθολογικός ή γεροντικός γραφικός τρόμος, ιδίως προς το τέλος του κειμένου της εν λόγω διαθήκης, και μάλιστα διάχυτος, που έπρεπε να υπάρχει, εάν οφείλονταν στις ανωτέρω αιτίες, όπως πειστικά αιτιολογεί τούτο η πραγματογνώμονας Β.
Σ.. Αλλά και οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, αδελφών της μητέρας της και της θανούσας, δεν κρίνονται πειστικές. Από αυτές η Δ. Μ. καταθέτει ότι μπροστά της η διαθέτις έγραψε τη διαθήκη και της είπε να την πάρει και να φύγει, για να μην τη δει η ενάγουσα, και η Γ. Β. καταθέτει ότι η ανωτέρω μάρτυρας την πληροφόρησε ότι τη διαθήκη την έγραψε μπροστά της η διαθέτις, ενώ και οι δύο καταθέτουν ότι η σχέση της θανούσας με την εναγομένη, οι οποίες κατοικούσαν σε παρακείμενες οικοδομές, ήταν "μία καλημέρα" μόνο.
Οι μάρτυρες δε της ενάγουσας καταθέτουν ότι η διαθέτις δεν είχε αγαθές σχέσεις με την εναγομένη, μάλιστα από αυτές η Ξ. Μ. καταθέτει ότι η εναγομένη είχε προσπαθήσει να χτυπήσει τη θανούσα. Επίσης, η θανούσα δεν είχε καλές σχέσεις και με τις μάρτυρες αδελφές της, ιδίως δε με τη Δ. Μ., προς την οποία το Μάρτιο του έτους 1994 η θανούσα και η ενάγουσα κοινοποίησαν εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρόμενες για παράνομες προσθήκες και ενέργειες επί του ακινήτου της, που γειτνιάζει με το δικό τους, με τις οποίες προσβάλλει τα δικαιώματά τους επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής τους, μεταξύ των οποίων και αυτού που φέρεται να διαθέτει με τη διαθήκη της στην εναγομένη.
Άρα, η θανούσα δεν είχε κανένα λόγο να τιμήσει με διαθήκη την εναγομένη, με την οποία δεν διατηρούσε αγαθές σχέσεις, γράφοντας μάλιστα αυτή ενώπιον προσώπου με το οποίο επίσης δεν διατηρούσε αγαθές σχέσεις και παραδίδοντάς την σ' αυτό. Επομένως, αφού η εναγομένη, που έφερε το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε ότι η επίμαχη διαθήκη γράφηκε με το χέρι της διαθέτιδος και υπογράφηκε από αυτή, η ως άνω διαθήκη είναι άκυρη, η δε ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, διότι με την πρώτη διαθήκη της θανούσας εγκαθίσταται καθολική κληρονόμος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η παραπάνω διαθήκη είναι άκυρη διότι δέχθηκε ότι η εναγομένη που έφερε το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε ότι η επίμαχη διαθήκη γράφηκε με το χέρι της διαθέτιδος και υπογράφηκε από αυτήν. Στη συνέχεια έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν παρεβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή της την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας όπως ανωτέρω με το ουσιώδες ζήτημα της ιδιόχειρης υπογραφής της διαθήκης από τη διαθέτιδα, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης δικαίου του άρθρου 1721 ΑΚ.
Ειδικότερα, αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε με το χέρι της διαθέτιδας, ότι η υπογραφή της διαθέτιδος στην επίμαχη διαθήκη είναι γραμματικού τύπου και αναγράφονται όλα τα γράμματα του επιθέτου της και του μικρού ονόματός της, αν και συνήθιζε να υπογράφει με υπογραφή συμπλεγματικού τύπου, χωρίς το στοιχείο αυτό καθ' εαυτό να επηρεάζει το κύρος της επίμαχης διαθήκης αλλά την έλλειψη του συμπλεγματικού τύπου τον οποίον συνήθιζε να χρησιμοποιεί η διαθέτις κατά τη χάραξη της υπογραφής της, χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για την μη απόδειξη της γνησιότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης.
Η αιτίαση που διατυπώνει η αναιρεσείουσα, ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η γνήσια υπογραφή της διαθέτιδος κατά το κρίσιμο έτος 1997 εμφανίζει τρόμο ενώ η επίμαχη διαθήκη συντάχθηκε χωρίς τρόμο και παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί τρομώδης και επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτη ως αναφερομένη σε εκτίμηση αποδείξεων.
Επίσης, η αιτίαση που διατυπώνεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο δέχθηκε "πλαστότητα του εγγράφου" λόγω του ότι η υπογραφή διαθέτιδος είχε τεθεί "δια μόνου του γραφικού τύπου" και έτσι η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, είναι απορριπτέα ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι το Εφετείο δεν έκρινε ότι για το κύρος της επίμαχης διαθήκης δεν αρκεί η υφισταμένη υπογραφή εκ του ονόματος και του επωνύμου της διαθέτιδος αλλά ήταν αναγκαία και η προσθήκη του προσθέτου συμπλεγματικού τύπου τον οποίο χρησιμοποιούσε η διαθέτις, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.
Συνεπώς, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, μετά την κατάργηση με τους ν.2207/1994 και 2749/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους της αποδείξεως με την έννοια του προσδιορισμού από το δικαστήριο του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργουμένης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, ως προς το βάρος της απόδειξης του περιστατικού ότι η επίμαχη διαθήκη δεν γράφηκε και υπογράφηκε από τη διαθέτιδα και δέχθηκε ότι η εναγομένη ήταν εκείνη που έπρεπε να αποδείξει ότι η επίμαχη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από την διαθέτιδα.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον ορθώς κρίθηκε ότι το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως του ως άνω ουσιώδους περιστατικού φέρει η εναγομένη. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη από 11-4-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4931/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν.4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2012 αίτηση της Ε. συζ. Γ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4931/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ