Supreme Court partially allowed appeal against bank judgment regarding excessive compensation amount but dismissed other grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed two concurrent appeals against a First Instance Court judgment involving the General Bank of Greece and private individuals. The court found the lower court erred by awarding a compensation sum exceeding 1,000 euros without proper legal basis, while rejecting the remaining appeal arguments. Consequently, the judgment was modified to reduce the awarded amount, and costs were allocated based on the partial success of each party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially set aside a lower court judgment if specific legal grounds are met, and may issue a final decision without remitting the case for retrial if no further substantive examination is legally required.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1912 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1912/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A. Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Α. του Σ., και 2 Δ. θυγ. Δ. Α., κατοίκων ... από τους οποίους, ο πρώτος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νάκη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Γ. του Η., 2 Ε. Γ. συζ. Χ. Γ., 3 Η. Γ. του Χ. και 4 Γ. Γ., θυγ. Χ. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Χορταρέα.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Χ. Γ. του Η., 2 Ε. Γ. συζ. Χ. Γ., 3 Η. Γ. του Χ. 4Η. Γ. του Χ. και 5. Γ. Γ., θυγ. Χ. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Χορταρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 9-7-2008 αγωγή Χ. Κ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1916/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2012 αίτησή τους και β) η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε τις από 6-5-2013 και 9-5-2013 εκθέσεις του, αντίστοιχα, με τις οποίες εισηγήθηκε α)να γίνει κατά ένα μέρος δεκτός ο τέταρτος λόγος και να απορριφούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και β) την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 14-6-2012 και 17-6-2012 αιτήσεις αναιρέσεως με αίτημα αμφοτέρων την αναίρεση της 1916/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 559 αρ. 8, 11, 14, 19 και 20 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν το ουσιαστικό δικαστήριο: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, γ) παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, δ) δεν διέλαβε νόμιμη βάση στην απόφασή του, και ιδίως αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ε) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα:` "Ο μη διάδικος στην έκκλητη δίκη δικηγόρος Κωνσταντίνος Αλαβάνος, έχοντας κατορθώσει να εντοπίσει τους τίτλους κυριότητας των ακινήτων της (ενν. της Χ. Π. - Π.), τα στοιχεία ταυτότητας αυτής και μερικά από τα στοιχεία της προσωπικότητάς της, γεγονός που παρείχε κάλυψη των ενεργειών του με αληθοφάνεια, κατέστρωσε σχέδιο από κοινού με συνεργούς του, που ήταν δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και υπάλληλοι τραπεζών, πώλησης των ακινήτων της σε ανύποπτους τρίτους αγοραστές, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο δράσης, που ήταν αρκετά περίπλοκος, ώστε να τον αντιληφθούν οι υποψήφιοι αγοραστές αλλά και οι ευθείς στις συναλλαγές συνάδελφοί του, που έκαναν έλεγχο τίτλων για λογαριασμό των αγοραστών πελατών τους".
Περαιτέρω, το Εφετείο περιγράφει την απατηλή συμπεριφορά του Κωνσταντίνου Αλαβάνου και τη διαπίστωση κατά τον έλεγχο των τίτλων εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου των αγοραστών ότι το προς πώληση ακίνητο ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης υπέρ της πέμπτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας της πρώτης αιτήσεως) Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
προς εξασφάλιση πιστώσεως ύψους 90.000.000 δρχ., που χορηγήθηκε στην τέταρτη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα της δεύτερης αιτήσεως), την εξόφληση της οποίας φερόταν ότι είχε εγγυηθεί ο τρίτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων της δεύτερης αιτήσεως), ως πληρεξούσιος της ιδιοκτήτριας του ακινήτου Χ. Π. - Π.
δυνάμει του …/9-6-1999 ειδικού πληρεξουσίου. Και στη συνέχεια δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι λοιποί εναγόμενοι, εν γνώσει τους, και σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο και σε εκτέλεση του προεκτεθέντα τρόπου από κοινού δράσης τους με αυτόν για την επίτευξη του σκοπού τους‚ ήτοι την με σκοπό ίδιου οφέλους εξαπάτηση και παράνομη πώληση του ακινήτου της Χ.
Κ. στους καλόπιστους ενάγοντες αγοραστές‚ προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες‚ οι οποίες συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά, ενέγραψαν εικονική προσημείωση υποθήκης στο άνω ακίνητο που είχε ως αποτέλεσμα την ζημία των τελευταίων με αντίστοιχη ωφέλεια του Κωνσταντίνου Αλαβάνου και των ιδίων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι:
Η τέταρτη των εναγομένων Δ. Α., θυγατέρα του τρίτου εναγομένου Δ. Α.,.. με αίτησή της προς την πέμπτη εναγομένη " Γενική Τράπεζα της Ελλάδος" (Κατάστημα Γλυφάδας 082), ζήτησε την παροχή κεφαλαίου κίνησης. Η τελευταία, ενέκρινε πιστοδότησή της ύψους 100.000.000 δραχμών, με τους σ' αυτή ειδικότερους όρους, προϋποθέσεις και ασφάλειες, μεταξύ των οποίων, την προσωπική εγγύηση για όλες τις πιστοδοτήσεις από τον Δ.
Α., τρίτο εναγόμενο. Με την ίδια απόφαση οριζόταν ως ημερομηνία λήξης ισχύος της έγκρισης η 30/11/1999... Ωστόσο, ... αποδείχθηκε ότι ουδέποτε, έκτοτε και μέχρι τον Μάϊο του 1999, η πιστούχος τέταρτη εναγομένη Δ. Α. έκανε χρήση της πίστωσης αυτής εκταμιεύοντας οιοδήποτε ποσό από τον σχετικό λογαριασμό ή ότι η ίδια ή ο πατέρας της, τρίτος εναγόμενος Δ.
Α... παραχώρησαν, για λογαριασμό της οιαδήποτε εμπράγματη ασφάλεια προς εξασφάλισή της άνω χορηγηθείσας σ' αυτήν πίστωσης, ούτε, άλλωστε‚ τόσο η ίδια‚ όσο και ο πατέρας της Δ. Α. ισχυρίζονται το αντίθετο. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι έπραξαν αυτό τον Μάϊο του 1999 όταν, κατ' εφαρμογή του άνω σχεδίου τους και σε εκτέλεση του άνω κοινού σκοπού και κοινού τρόπου δράσης τους με τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο‚ οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων από κοινού ενεργούντες με τους προστηθέντες από την Πέμπτη εναγομένη Τράπεζα αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος Γλυφάδας αυτής και την επίσης από αυτήν προστηθείσα δικηγόρο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών Ελένη Καλογεροπούλου, μεθόδευσαν και πραγματοποίησαν κατά τον ακόλουθο τρόπο, την εγγραφή εικονικής προσημειώσεως στο άνω ακίνητο της Χ.
Κ., προκειμένου‚ στη συνέχεια, να προβούν στην πώληση αυτού σε καλόπιστους τρίτους αγοραστές βεβαρημένου και να ωφεληθούν ο Κωνσταντίνος Αλαβάνος και οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι κατά το ποσό του τιμήματος που θα εισέπρατταν, αφού οι καλόπιστοι αγοραστές, αγνοούντες την εικονικότητα του εγγραφέντος βάρους επί του ακινήτου‚ προκειμένου να αποκτήσουν την κυριότητα του ακινήτου ελεύθερου βάρους‚ θα κατέβαλαν αναγκαίως το τίμημα στην υπέρ ης η εγγραφείσα προσημείωση‚ ώστε στη συνέχεια η τελευταία να συναινέσει στην εξάλειψη αυτής.
Τούτο δε, καθόσον, ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο τρίτος εναγόμενος Δ. Α., το πρώτο δεκαπενθήμερο Μαΐου 1999, ήτοι πολύ πριν την κατάρτιση του υπ' αριθ. …/9-6-1999 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αργυρούπολης Δέσποινας Ιωακειμίδου, παρέλαβε από τον συνεργό του Κωνσταντίνο Αλαβάνο μερικούς από τους απώτερους τίτλους κυριότητας του άνω υπό προσημείωση ακινήτου της Χ.
Κ., τους οποίους ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε κατορθώσει να εντοπίσει, και παρέδωσε αντίγραφα αυτών στους προστηθέντες του καταστήματος Γλυφάδας της πέμπτης εναγομένης. Οι τελευταίοι, στις 17/5/1999, με το υπ' αριθ. 1534/17-5-1999 έγγραφό τους, ζήτησαν την εκτίμηση του ακινήτου αυτού και στις 2/6/1999 η πολιτικός μηχανικός Η.
Ρ., με το υπ' αριθ. 229/2-6-1999 απαντητικό έγγραφό της προς το διευθυντή του Τομέα τεχνικών υπηρεσιών της εναγομένης και με τις ενδείξεις "Θέμα: εκτίμηση οικοπέδου ιδιοκτησίας Χ. Π. - Π., πιστούχος: Α. Δ., Σχετ: Το 1534/17-5-1999 έγγραφο καταστήματος Γλυφάδας" εκτίμησε την εμπορική αξία του οικοπέδου αυτού σε 74.000.000 δραχμές.
Στις 3/6/1999 το κατάστημα Γλυφάδας με έγγραφό του... ζήτησε τον έλεγχο τίτλων του άνω υπό προσημείωση ακινήτου ιδιοκτησίας Χ. Π.-Π. Η άνω δικηγόρος Ελένη Καλογεροπούλου της Διεύθυνσης νομικών υπηρεσιών της πέμπτης εναγομένης Τράπεζας με το με ένδειξη ΑΠΔ2905 και 16221/17-6-1999 έγγραφο προς το κατάστημα Γλυφάδας αυτής γνωστοποίησε ότι έγινε ο έλεγχος τίτλων του άνω ακινήτου, κάνοντας και περιγραφή αυτού.
Στις 9/6/1999, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργυρούπολης Δέσποινας Ιωακειμίδου, άγνωστη γυναίκα εμφανίσθηκε ως η ιδιοκτήτρια του άνω ακινήτου με τα στοιχεία Χ., θετή θυγατέρα Γ. και Γ. Π. και, κατά δήλωσή της, γνήσιο τέκνο Ι. και Κ. Π. έτος γεννήσεως 1938, κάτοικος ... και, με την επίδειξη πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ...
που φερόταν ότι είχε εκδοθεί στις 18/1/1978 από το ΙΖ' Παρ. Ασφ. Αθηνών, παρέστησε ότι το πλαστό αυτό δελτίο της ανήκει και έπεισε αυτή να συντάξει το υπ' αριθ. …/9-6-1999 ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο υπογράφηκε ενώπιον της και είναι πλαστό κατά περιεχόμενο. Τούτο δε γιατί: Με αυτό το ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο νομίμως με επίκληση προσκομίζεται, σε επικυρωμένο από 2/6/2000 φωτοαντίγραφο της άνω συμβολαιογράφου, έχει δε αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά το νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα (άρθρο 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως Χ.
Π. Π. φέρεται να δίδει στις 9/6/1999, στον τρίτο εναγόμενο Δ. Α. του Σ. "την ειδική ανέκκλητη εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα.... να αντιπροσωπεύσει την εντολέα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας και να συναινεί στην εγγραφή βάρους (προσημείωση ή υποθήκη) υπέρ της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, ή υπέρ οιουδήποτε άλλου Τραπεζικού Οργανισμού, μέχρι του ποσού των ενενήντα εκατομμυρίων δραχμών (90.000.000), προς εξασφάλιση της κατωτέρω χορηγήσεως πιστώσεως ποσού ενενήντα εκατομμυρίων δραχμών (90.000.000) δυνάμει της υπ' αριθμό .../14-6-1999 σύμβασης εις βάρος ακινήτου‚ ιδιοκτησίας της εντολέως, προερχόμενο από αποδοχή κληρονομιάς (αριθμός πράξης .../1952) η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο ...
και αριθμό …, επ' ωφελεία Δ. Δ. Α. για την εξασφάλιση συμβάσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Επίσης δίνει την πληρεξουσιότητα να υπογράψει για λογαριασμό της εντολέως ως εγγυήτριας την υπ' αριθμό .../14-6-1999 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεον λογαριασμού ποσού δραχμών ενενήντα εκατομμυρίων (90.000.000) για τη χρηματοδότηση επιχείρησης της Δ.
Δ.Α. παραιτούμενη της ενστάσεως διζήσεως...". Στο ειδικό αυτό πληρεξούσιο δηλαδή, κατά τρόπο χρονικώς αλλά και λογικώς ανακόλουθο, που‚ κατά την κρίση του δικαστηρίου‚ καθιστά αυτό καταφανώς πλαστό κατά περιεχόμενο, φέρεται η εμφανισθείσα ως Χ. Π.-Π., να δίδει προθύστερα (στις 9/6/1999) την εντολή στον τρίτο εναγόμενο να συναινεί στην εγγραφή υποθήκης στο παραπάνω οικόπεδο υπέρ της Τράπεζας προς εξασφάλιση της άνω συγκεκριμένα προσδιοριζόμενης, κατ' αριθμό και ημερομηνία, δηλ.
ήδη καταρτισθείσας, σύμβασης πιστώσεως με την τέταρτη εναγομένη και να υπογράψει για λογαριασμό της εντολέως, ως εγγυήτριας‚ την ίδια σύμβαση‚ που είχε ωστόσο ήδη καταρτισθεί και είχε λάβει συγκεκριμένο αριθμό, σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 14/6/1999... Ενόψει, αυτών, αποδείχθηκε επομένως ότι 1) ο τρίτος εναγόμενος και η τέταρτη εναγομένη ‚γνώριζαν την έλλειψη πραγματικής πληρεξουσιότητας από την Χ.
Κ. προς τον Πρώτο από αυτούς (Δ. Α. του Σ.) ωστόσο, εν γνώσει αυτών, έκαναν χρήση του πλαστού κατά περιεχόμενο ειδικού πληρεξουσίου, παραδίδοντας αντίγραφο αυτού στους προστηθέντες υπαλλήλους του καταστήματος Γλυφάδας της Πέμπτης εναγομένης. Αλλά και, ως άμεσα συμβαλλόμενοι στην άνω σύμβαση, ο πρώτος ως εγγυητής και η δεύτερη ως πιστούχος, γνώριζαν‚ επίσης, ότι αυτός εγγυήθηκε μόνο ατομικά στην άνω σύμβαση υπέρ της πιστούχου και ότι δεν εγγυήθηκε σ' αυτή και για λογαριασμό της φερόμενης‚ δυνάμει του άνω υπ' αριθ.
…/9-6-1999 ειδικού πληρεξουσίου, ως εντολέως του Χ. Π.-Π., 2) η πέμπτη εναγομένη Τράπεζα α) έχοντας στην κατοχή της, όπως συνομολογεί, το άνω ειδικό πληρεξούσιο, με το άνω καταφανώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, χρονικώς και λογικώς ανακόλουθο και εντεύθεν πλαστό περιεχόμενο, γνώριζε την πλαστότητα του περιεχομένου του και β) ως άμεσα συμβαλλόμενη πιστοδότρια στη σύμβαση αυτή διά των προστεθέντων οργάνων της, επίσης, γνώριζε, ότι ο τρίτος εναγόμενος Δ.
Α. του Σ. εγγυήθηκε μόνο ατομικά στην άνω σύμβαση υπέρ της πιστούχου τέταρτης εναγομένης και όχι και για λογαριασμό της φερόμενης, δυνάμει του άνω υπ' αριθ. …/96-1999 ειδικού πληρεξουσίου, ως εντολέως του Χ. Π.-Π. Ωστόσο, 1) η πέμπτη εναγομένη τράπεζα‚ δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, εν γνώσει αυτών και, κατά παράβαση της υποχρεώσεώς της, ως πιστωτικού ιδρύματος, προς επίδειξη επιμέλειας στις συναλλαγές και τήρησης των κανόνων χρηστής οικονομικής συναλλακτικής προς προστασία των οικονομικών συναλλαγών, των συμφερόντων και της περιουσίας των πολιτών και των με αυτή συναλλασσομένων, αφενός μεν δέχθηκε το ειδικό πληρεξούσιο ως γνήσιο και‚ βάσει αυτού, ως νόμιμη την εκπροσώπηση της φερομένης ως εντολέως του Χ.
Π.-Π. από τον τρίτο εναγόμενο, αφετέρου δε‚ την ίδια ημέρα με αυτή της υπογραφής της σύμβασης πίστωσης με πιστούχο τη Δ. Α., με επιστολή της διαβίβασε ‚όπως συνομολογεί με τις Προτάσεις της στη Διεύθυνση νομικών υπηρεσιών‚ υπόψη της άνω δικηγόρου της Ελένης Καλογεροπούλου‚ την παραπάνω σύμβαση μαζί με το ειδικό αυτό πληρεξούσιο και έδωσε εντολή να εγγραφεί Α' σειράς προσημείωση υποθήκης ύψους 90.000.000 δρχ.
στο άνω οικόπεδο ιδιοκτησίας της φερόμενης ως εγγυήτριας Χ. Π.-Π. Στη συνέχεια δε, και η προστηθείσα από αυτή (πέμπτη εναγομένη Τράπεζα) δικηγόρος της Ελένη Καλογεροπούλου (ΑΜ 6653), έχοντας στην κατοχή της‚ κατά τον προεκτεθέντα τρόπο‚ τα άνω έγγραφα, και γνωρίζοντας εκ του προεκτεθέντος περιεχομένου αυτών, αφενός ότι το άνω ειδικό πληρεξούσιο ήταν πλαστό κατά περιεχόμενο, και αφετέρου ότι ο τρίτος εναγόμενος εγγυήθηκε μόνο ατομικά στην άνω σύμβαση υπέρ της πιστούχου και ότι δεν εγγυήθηκε σ' αυτή και για λογαριασμό της φερόμενης, δυνάμει του άνω υπ' αριθ.
…/9-6-1999 ειδικού πληρεξουσίου, ως εντολέως του, υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17/6/1999 αίτηση της εναγομένης Τράπεζας, κατά της Χ. Π.-Π. με την οποία, επικαλούμενη ψευδώς ότι η τελευταία είχε ως εκ τρίτου συμβληθεί ως εγγυήτρια, δια του τρίτου εναγομένου, νομιμοποιηθέντος δυνάμει του άνω‚ πλαστού κατά περιεχόμενο, ειδικού πληρεξουσίου, στην άνω σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε αυτή (αιτούσα) συνάψει με την τέταρτη εναγομένη Δ.
Α., ζήτησε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του άνω ακινήτου της, ώστε να εξασφαλισθεί η δήθεν απαίτηση της Τράπεζας από αυτή ως εγγυήτριας της πιστώσεως. Στη συνέχεια δε, κατά την συζήτηση της αιτήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία (σύμφωνα με την απόφαση) έγινε την ίδια ημέρα (17/6/1999) με αυτήν της υποβολής της αίτησης, παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος της εναγομένης (αιτούσας) Τράπεζας και, παρότι γνώριζε τα προαναφερθέντα, δέχθηκε ως γνήσιο το άνω υπ'αριθ.
…/9-6-1999 πλαστό, κατά περιεχόμενο, ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αργυρούπολης Δέσποινας Ιωακειμίδου και ως νόμιμη την, δυνάμει αυτού‚ εκπροσώπηση της φερομένης ως καθής η αίτηση Χ. Π. -Π., από τον παραστάντα τρίτο εναγόμενο, ο οποίος υπέγραψε συναινώντας στην εγγραφή εικονικής προσημείωσης επί του άνω ακινήτου.
Ο δε τρίτος εναγόμενος, αν και γνώριζε τα προαναφερθέντα, αφενός μεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ως‚ δήθεν, νομίμως εκπροσωπών, δυνάμει του άνω πλαστού ειδικού πληρεξουσίου, την φερομένη ως καθής η αίτηση Χ. Π.-Π., αφετέρου δε συναίνεσε για λογαριασμό της τελευταίας, ως δήθεν εγγυήτριας, στην εγγραφή εικονικής προσημείωσης επί του άνω ακινήτου, υπογράφοντας ιδιοχείρως επί της αιτήσεως, όπως δεν αμφισβητείται από αυτόν, προκειμένου να εξασφαλισθεί η άνω απαίτηση της εναγομένης τράπεζας κατά της Δ.
Α. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 18699/17-6-1999 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία επετράπη στην Πέμπτη εναγομένη (αιτούσα) Τράπεζα η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 90.000.000 δραχμών, μετά των τόκων και εξόδων, στο άνω ακίνητο της Χ. Κ. για την μερική εξασφάλιση της απαίτησής της που απέρρεε από την υπ' αριθ. .../1999 σύμβαση πίστωσης με πιστούχο την τέταρτη εναγομένη, την οποία και πράγματι ενέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών...Αποδεικτικό στοιχείο, ενισχυτικό της κρίσεως του δικαστηρίου περί της εν γνώσει συμμετοχής του τρίτου εναγομένου και της τετάρτης εναγομένης στην τελεσθείσα αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων, αποτελεί και το αξιοσημείωτο γεγονός ότι‚ στην άνω αίτηση και εντεύθεν και στην άνω απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ως διεύθυνση της καθής η αίτηση, φερομένης ως Χ.
θετής θυγατέρας Γ. Π., γνησίου τέκνου Ι. Π., που παραστάθηκε εκπροσωπούμενη δια του τρίτου εναγομένου Δ. Α., αναφέρεται η οδός ... αριθ … … Η διεύθυνση, όμως, αυτή αποτελεί και την διεύθυνση κατοικίας του τρίτου εναγομένου Δ. Α. του Σ. αλλά και της θυγατέρας του τέταρτης εναγομένης Δ. Α. του Δ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την επομένη, στις 18/6/1999, δηλαδή αμέσως μετά την εγγραφή της προσημειώσεως αυτής στο άνω ακίνητο της Χ.
Π.-Π., η πέμπτη εναγομένη Τράπεζα, προέβη, τότε μόνο για πρώτη φορά, στο άνοιγμα δύο χρηματοδοτικών λογαριασμών με αριθμούς ... και ... προς εξυπηρέτηση της άνω σύμβασης πίστωσης και τότε‚ μόνο, για πρώτη φορά, η πιστούχος τέταρτη εναγομένη Δ. Α. εκταμίευσε το συνολικό ποσό των 44.300.000 δραχμών από τον πρώτο λογαριασμό και των 45.700.000 δραχμών από τον δεύτερο λογαριασμό και συνολικά το ποσό των 90.000.000 δραχμών και η εναγομένη Τράπεζα έλαβε σε ενέχυρο μετοχές των εταιριών Eurobank, Εμπορική Τράπεζα και Intrakom.
Στη συνέχεια δε‚ και συγκεκριμένα στις 11/10/1999 ‚σε εκτέλεση του άνω σχεδίου τους και κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας τακτικής τους προς αποφυγή του κινδύνου να ανακαλυφθούν, εμφανίσθηκε ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αργυρούπολης Δέσποινας Ιωακειμίδου, η ίδια, φερόμενη ως Χ. Π. -Π., άγνωστη γυναίκα συνεργός τους και κάνοντας χρήση του άνω υπ' αριθ. ...
πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, παρέστησε ψευδώς σ' αυτήν ότι αυτό είναι γνήσιο και έτσι την έπεισε να συντάξει την υπ' αριθ. …/11-10-1999 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία η φερομένη ως εντολέας ανακαλούσε όλες τις εντολές που είχε χορηγήσει προς τον τρίτο εναγόμενο Δ. Α. δυνάμει του άνω υπ' αριθ.
…/9-6-1999, πλαστού κατά περιεχόμενο, ειδικού πληρεξουσίου. Η συμβολαιογράφος‚ αμέσως, επέδωσε μέσω δικαστικού επιμελητή την εν λόγω ανακλητική πράξη στον τρίτο εναγόμενο, ο τελευταίος δε, συνομολογεί, ότι, ενημερωθείς τηλεφωνικά από τον δικαστικό επιμελητή …για την γενομένη ανάκληση, μετέβη στο γραφείο του τελευταίου και παρέλαβε την άνω, πλαστή κατά περιεχόμενο, ανακλητική πράξη.
Παρόλα αυτά, δεν προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια και η εγγραφείσα επί του ακινήτου προσημείωση υποθήκης εξακολούθησε να υφίσταται. Στη συνέχεια δε, αμέσως μετά‚ αφότου εμφανίσθηκαν οι ενάγοντες και διαπραγματεύθηκαν, παρουσία του δικηγόρου τους Αθανασίου Τσίτσου, υπό τις συνθήκες που προεκτέθηκαν, την αγορά του άνω ακινήτου, με τον εμφανισθέντα ως‚ δήθεν, πληρεξούσιο της ιδιοκτήτριας αυτού Κωνσταντίνο Αλαβάνο και διαπίστωσαν, μετά από έλεγχο των τίτλων την ύπαρξη της άνω προσημείωσης υποθήκης επ' αυτού, ο τρίτος εναγόμενος και η πιστούχος Τέταρτη εναγομένη θυγατέρα του‚ παρά το γεγονός ότι γνώριζαν‚ ο ίδιος άμεσα, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, η δε θυγατέρα του, μέσω αυτού, την άνω ανάκληση της πληρεξουσιότητας, ενεργώντας βάσει του κοινού σχεδίου τους με τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο και τους προστηθέντες της πέμπτης εναγομένης προς υλοποίηση του σκοπού τους ήτοι της, προς ίδιο όφελος, εξαπάτησης των εναγόντων καλόπιστων αγοραστών του ακινήτου, προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες:
η μεν πιστούχος τέταρτη εναγομένη υπέβαλε προφορικό αίτημα στην πέμπτη εναγομένη για την άρση της προσημείωσης υποθήκης, ο δε τρίτος εναγόμενος‚ στις 24/1/2000 παρέλαβε ιδιοχείρως από το κατάστημα Γλυφάδας αυτής την με την ίδια ημεροχρονολογία απαντητική επιστολή της τελευταίας, με την οποία ενημέρωνε την πιστούχο ότι "προαπαιτούμενο για την άρση της υφιστάμενης προσημείωσης υποθήκης, ήταν η εκ μέρους της καταβολή μετρητών ποσού 45.000.000 δραχμών και η προηγούμενη της καταβολής ενεχύραση μετοχών τραπεζών ή εταιριών μεγάλης κεφαλαιοποίησης εισηγμένων στο Χ.
Α. Α χρηματιστηριακής αξίας τουλάχιστον 7 εκατομμυρίων δραχμών". Έπραξε δε Τούτο η εναγομένη τράπεζα, παρά το γεγονός ότι η προσημείωση είχε εγγραφεί προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της ύψους 90.000.000 δραχμών κατά της πιστούχου και ότι, ήδη‚ είχε εκταμιευθεί στην πιστούχο ποσό 90.000.000 δραχμών Παράλληλα, και ενώ η προσημείωση υποθήκης επί του άνω ακινήτου είχε ήδη εγγραφεί, ο Κωνσταντίνος Αλαβάνος, ο οποίος είχε θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο εξαπάτησης των εναγόντων με την προεκτεθείσα τακτική που ακολουθούσε με τους συνεργούς του, αφού παρέστησε ψευδώς στους ενάγοντες ότι το άνω υπ' αριθ.
…/9-6-1999 ειδικό πληρεξούσιο ήταν γνήσιο και ο ίδιος πράγματι εντολοδόχος της φερόμενης ως εντολέως και ιδιοκτήτριας του ακινήτου, που‚ κατά δήλωσή του, βρισκόταν στο εξωτερικό και ότι η‚ κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, εγγραφείσα από τους άνω εναγομένους και υπάρχουσα εικονική προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου ήταν πραγματική, και προφασιζόμενος περαιτέρω ότι, αν οι ενάγοντες καθυστερούσαν την κατάρτιση της σύμβασης περιμένοντας την άφιξη της ιδιοκτήτριας του ακινήτου από το εξωτερικό, αυτός θα το πωλούσε σε τρίτους‚ αφού είχε προς τούτο σχετικό πληρεξούσιο, έπεισε αυτούς στους οποίους, ενόψει αυτών και του χαμηλού τιμήματος, σχηματίσθηκε η εντύπωση ότι πρόκειται για ευκαιρία‚ την οποία έπρεπε να εκμεταλλευτούν, να αποδεχθούν σχετική πρότασή του και αφενός μεν να προβούν αμέσως στην κατάρτιση συμβάσεως αγοράς του ακινήτου και αφετέρου να δεχθούν την κατάρτιση αυτής με την ύπαρξη του άνω βάρους επ' αυτού και περαιτέρω, να καταβάλουν, για λογαριασμό της φερόμενης ως πωλήτριας του ακινήτου, σ' αυτόν μεν, ως πληρεξουσίου της‚ το ήμισυ του συμφωνηθέντος τιμήματος, στη δε εναγομένη τράπεζα το υπόλοιπο αυτού ύψους 45.000.000 δραχμών, για λογαριασμό αυτής, ως δήθεν εγγυήτριας της συμβάσεως πιστώσεως υπέρ της Δ.
Α., η δε εξάλειψη της υπάρχουσας προσημείωσης επί του ακινήτου να γίνει στη συνέχεια. Έτσι, οι ενάγοντες πεισθέντες στις ψευδείς παραστάσεις αυτού, προέβησαν στην κατάρτιση της σύμβασης αγοραπωλησίας του ακινήτου βεβαρημένου, η οποία σύμβαση στη συνέχεια,... ακυρώθηκε τελεσιδίκως με την 625/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Συγκεκριμένα, η σύμβαση καταρτίσθηκε την 1/2/2000... Αυθημερόν δε οι ενάγοντες... κατέβαλαν, δια του δικηγόρου τους Αθανασίου Τσίτσου, στην πέμπτη εναγομένη Γενική Τράπεζα (Κατάστημα Γλυφάδας), για λογαριασμό της φερόμενης ως πωλήτριας, το ποσό των 45.000.000 δραχμών... προκειμένου να αρθεί η άνω εγγεγραμμένη υπέρ αυτής (πέμπτης εναγομένης) προσημείωση επί του ακινήτου προς εξασφάλιση της άνω απαίτησής της κατά της πιστούχου τέταρτης εναγομένης Δ.
Α., που, δήθεν, είχε εγγυηθεί η φερόμενη ως πωλήτρια του ακινήτου... Η δε πέμπτη εναγομένη Τράπεζα παρά το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζε‚ αφενός μεν ότι το άνω υπ' αριθ. …/9-6-1999 ειδικό πληρεξούσιο ήταν κατά περιεχόμενο ψευδές και αφετέρου ότι ουδέποτε είχε παρασχεθεί εγγύηση υπέρ αυτής από την φερόμενη ως Χ.
Π.-Π., εκπροσωπούμενη‚ δυνάμει του ειδικού αυτού πληρεξουσίου από τον Δ. Α., προς εξασφάλιση απαίτησής της κατά της πιστούχου Δ. Α., που απέρρεε από την άνω, υπ' αριθ. .../4-6-1999 σύμβαση ύψους 90.000.000 δραχμών, αφενός μεν αποδέχθηκε την, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, καταβολή σ' αυτή από τους ενάγοντες του ποσού των 45.000.000 δραχμών και αφετέρου την ίδια ημέρα (1/2/2000) και ταυτόχρονα με την καταβολή του ποσού, παρέδωσε στο δικηγόρο των εναγόντων Αθανάσιο Τσίτσο, και ο τελευταίος παρέλαβε, υπογράφοντας ιδιοχείρως επί του αντιγράφου, το πρωτότυπο επιστολής της από 1/2/2000, που απευθυνόταν προς την δήθεν Χ.
Π.-Π., χωρίς την αναφορά οιουδήποτε άλλου στοιχείου αυτής, και... με την οποία της γνωστοποιούσε ότι "μετά την ολοκλήρωση της πραγματοποιηθείσας σήμερα 1-2-2000 κατάθεσης της τραπεζικής επιταγής ... δρχ. 45.000.000 στους χρηματοδοτικούς λογαριασμούς της Α. Δ. και μετά την οριστικοποίηση του προϊόντος της, απαλλάσσεται πάσης υποχρεώσεως εκ της παρασχεθείσης εγγυήσεώς της, η οποία απορρέει από την υπογραφή την οποία έχει θέσει εις την σύμβαση υπ' αριθμό .../4-6-99 ύψους 90.000.000".
Τούτο, δε Παρά το γεγονός ότι‚ όπως προαναφέρθηκε, η εγγραφείσα προσημείωση επί του ακινήτου ήταν ύψους 90.000.000 δρχ. και η πιστούχος είχε ήδη εκταμιεύσει το ίδιο ποσό 90.000.000 δρχ. και η καταβολή αφορούσε, μόνο, το ήμισυ του εκταμιευθέντος ποσού. Στη συνέχεια δε, και συγκεκριμένα στις 11/2/2000, η πέμπτη εναγομένη, εν γνώσει των προαναφερθέντων, παρέστη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..., κατά τη συζήτηση της από 11/2/2000 αίτησης της φερομένης ως Χ.
Π.-Π. (αίτηση την οποία, σημειωτέον, υπέγραφε ο δικηγόρος των εναγόντων Αθανάσιος Τσίτσος) με την οποία η τελευταία ζήτησε "την ανάκληση της άνω υπ' αριθ. 18699/1999 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου και την εξάλειψη της με αυτή εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεως της καθής ποσού 90.000.000 δραχμών η οποία απορρέει από την .../14-1999 ιδιωτική σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, επειδή ήδη εξωφλήθη ολοσχερώς η οφειλή της πιστούχου προς την καθής", και δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου συναίνεσε στην ανάκληση της άνω υπ' αριθ. 18699/1999 απόφασης και την εξάλειψη της με αυτή εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης...
Κατόπιν όλων αυτών‚ επομένως, με βάση τα άνω αποδειχθέντα και δεκτά γενόμενα, αποδείχθηκε ότι οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων προέβησαν στις άνω ενέργειες εν γνώσει και κατ' εφαρμογή του κοινού σχεδίου αυτών και του Κωνσταντίνου Αλαβάνου προκειμένου με την εγγραφή της εικονικής προσημείωσης υποθήκης επί του άνω ακινήτου της Χ.
Κ., και την εμφάνιση αυτής ως νομίμως εγγραφείσας και για νόμιμη αιτία, να εξαπατήσουν με σκοπό ίδιου οφέλους τους καλόπιστους ενάγοντες αγοραστές, ώστε οι τελευταίοι να προβούν στην αγορά του ακινήτου και μάλιστα βεβαρημένου με προσημείωση υποθήκης και να καταβάλουν γα λογαριασμό της, δήθεν, πωλήτριας το συνολικό τίμημα ποσού των 90.000.000 δραχμών, χωρίς να αποκτήσουν την κυριότητα του ακινήτου, καθόσον η άνω σύμβαση ακυρώθηκε τελεσίδικος, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία με αντίστοιχη ωφέλεια του Κωνσταντίνου Αλαβάνου και των ιδίων, την οποία και πέτυχαν.
Οι ισχυρισμοί του τρίτου εναγομένου ότι και ο ίδιος εξαπατήθηκε από κάποιον ονόματι "Π.", ο οποίος εμφανίσθηκε ως εξάδελφος και πληρεξούσιος της ιδιοκτήτριας του άνω ακινήτου αλλά και δύο άλλων διαμερισμάτων επί της οδού …αριθ. .. στην …και τον οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε αλλά συνάντησε‚ κατόπιν ειδοποιήσεώς του από καταστηματάρχες της οδού ...
και διαπραγματεύθηκε με αυτόν αρχικώς την αγορά των δύο διαμερισμάτων και στη συνέχεια μετά από πρόταση του τελευταίου την αγορά του επίδικου ακινήτου ‚ότι κατέβαλε σ' αυτόν, ως πληρεξουσίου της ιδιοκτήτριας, ως προκαταβολή το ποσό των 45.000.000 δραχμών, χωρίς ο τελευταίος να του επιδείξει οιοδήποτε πληρεξούσιο της ιδιοκτήτριας του ακινήτου, αρκεσθείς στο γεγονός ότι αυτός του εξιστόρησε κάποιες πληροφορίες για την προσωπική της ζωή και ότι ο τελευταίος δέχθηκε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του άνω ακινήτου για το διπλάσιο ποσό‚ ήτοι για το ποσό των 90.000.000 δραχμών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου κατά την επιστροφή της ιδιοκτήτριας από το εξωτερικό, χωρίς την καταβολή σ' αυτήν άλλου επιπλέον ποσού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Τούτο δε, καθόσον δεν αποδείχθηκε από οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ότι το επικαλούμενο από αυτόν πρόσωπο είναι υπαρκτό, ο εναγόμενος δε δεν προσκομίζει οιοδήποτε έγγραφο στοιχείο αποδεικτικό της επικαλούμενης καταβολής του άνω μεγάλου ποσού, ούτε καν την σχετική απόδειξη καταβολής την ύπαρξη της οποίας επικαλείται.
Μόνη η προσκόμιση αντιγράφου τραπεζικού βιβλιαρίου του ίδιου και της τέταρτης εναγομένης θυγατέρας του, στο οποίο εμφαίνονται αναλήψεις άνω των 45.000.000 δραχμών, δεν αποδεικνύει ότι έγινε καταβολή του επικαλούμενου ποσού στον Π. ως πληρεξούσιο της Χ. Κ. και για τη συγκεκριμένη αιτία. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ότι έλαβε από την εναγομένη τράπεζα δάνειο για την αγορά του ακινήτου αυτού, ισχυρισμός, ο οποίος είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με τον ισχυρισμό της τελευταίας (τράπεζας)‚ σύμφωνα με τον οποίο η εκταμίευση ποσού 90.000.000 δραχμών έγινε σε εκτέλεση της συμβάσεως πιστώσεως που κατάρτισε αυτή με την πιστούχο τέταρτη εναγομένη, πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδεικνύεται από οιοδήποτε έγγραφο στοιχείο αποδεικτικό της, τυχόν καταρτίσεως τέτοιας συμβάσεως.
Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι προκατέβαλε μεν το άνω ποσό για την αγορά του ακινήτου‚ ωστόσο δεν προέβη σε οιοδήποτε έλεγχο τίτλων του, ενόψει αγοράς αυτού αλλά προσέτρεξε στην εναγομένη τράπεζα να κάνει αυτή τον έλεγχο κατά τη διαδικασία χορήγησης σ αυτόν του δανείου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος‚ καθόσον έρχεται σε αντίθεση με την επικαλούμενη από τον ίδιο πολυετή και ευρεία επιχειρηματική του δραστηριότητα, η οποία‚ κατά λογική ακολουθία, συνεπάγεται σαφή γνώση αυτού των προϋποθέσεων ασφαλείας των συναλλαγών και ειδικότερα αυτών που αφορούν την μεταβίβαση ακινήτων και την εγγραφή εμπράγματης ασφάλειας επ' αυτών.
Η προεκτεθείσα δε συμπεριφορά των τρίτου‚ τετάρτης και πέμπτης των εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν οι ενάγοντες την προεκτεθείσα θετική ζημία, και να ωφεληθεί ο μεν Κωνσταντίνος Αλαβάνος κατά το ποσό των 45.000.000 δραχμών που αντιστοιχεί στο ποσό που εισέπραξε ως δήθεν πληρεξούσιος με τις άνω δύο επιταγές για λογαριασμό της, δήθεν, πωλήτριας του ακινήτου, οι δε τρίτος και τέταρτη των εναγομένων Δ.
Α. και Δ. Α. να ωφεληθούν κατά το ποσό των 45.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στο ποσό που οι ενάγοντες κατέβαλαν για λογαριασμό της φερόμενης ως εγγυήτριας Χ. Π.-Π. στην πέμπτη εναγομένη τράπεζα, προκειμένου αυτή να συναινέσει, όπως με την άνω επιστολή της είχε γνωστοποιήσει, στην άρση της προσημείωσης επί του ακινήτου και κατά το ισόποσο του οποίου απηλλάγησαν και οι δύο από την υποχρέωσή τους να το καταβάλουν σ αυτή‚ βάσει της άνω συμβάσεως πιστώσεως, η μεν τέταρτη εναγομένη ως πιστούχος του λογαριασμού, ο δε τρίτος εναγόμενος ως εγγυητής αυτού...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων της δεύτερης αιτήσεως και των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας της πρώτης αιτήσεως σε βάρος των αναιρεσίβλητων, καθώς και ως προς το ύψος της ζημίας τούτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που εφάρμοσε των άρθρων 914, 297, 298, 299 και 932 ΑΚ.
Ως προς την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εικονικής προσημειώσεως υποθήκης, που είχε εγγραφεί υπέρ της Τράπεζας στο ακίνητο που αγόρασαν οι αναιρεσίβλητοι, και της ζημίας που υπέστησαν αυτοί από την ακυρότητα του συμβολαίου αγοράς, ζήτημα που επικαλούνται ειδικότερα οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ναι μεν η εικονική προσημείωση υποθήκης δεν προκάλεσε από μόνη της τη ζημία των 90.000.000 δρχ., τμήμα ωστόσο του ποσού αυτού αποτελεί το ποσόν των 45.000.000 δρχ., που εισέπραξε η Τράπεζα από τους αναιρεσίβλητους.
Εξάλλου, εκ περισσού δέχθηκε ότι η εγγραφή της προσημειώσεως αυτής αποτελούσε μέρος συνολικού σχεδίου των εναγομένων, ώστε να ωφεληθούν από την πώληση ενός ακινήτου που δεν τους ανήκε κατά κυριότητα. Τέλος, καθόσον αφορά στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας της πρώτης αιτήσεως ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητά της, και συγκεκριμένα ότι σε ένα σημείο της αποφάσεως δέχεται ότι βαρύνεται αυτή με δόλο και σε άλλο σημείο με βαρεία αμέλεια, προκύπτει από τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα της πρώτης αιτήσεως ευθύνεται για τη δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της.
Η περαιτέρω αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση της υποχρεώσεώς της προς επίδειξη επιμέλειας στις συναλλαγές, χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό, έχει την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας συνιστούσε ταυτόχρονα και παράβαση της υποχρεώσεώς της ως πιστωτικού ιδρύματος προς επίδειξη επιμέλειας στις συναλλαγές και δεν συνιστά αντίφαση με την παραδοχή για τη δόλια συμπεριφορά των υπαλλήλων της, ανεξαρτήτως του ότι για την κατάφαση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το είδος της υπαιτιότητας του αδικοπρακτούντος.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και δεύτερος λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο τις από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' και 20 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα της πρώτης αιτήσεως επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισε με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, και ειδικότερα: α) το υπ' αριθμ.
…/9-6-1999 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αργυρούπολης Αττικής Δέσποινας Ιωακειμίδου, από το οποίο προκύπτει ότι η εντολέας Χ. Π.-Π. φέρεται να δίδει με αυτό πληρεξουσιότητα στο Δ. Α., διάδικο και συνεναγόμενο στην αγωγή των αναιρεσίβλητων, προκειμένου να συναινέσει αυτός στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε βάρος του ακινήτου της και υπέρ της αναιρεσείουσας και να υπογράψει για λογαριασμό της ως εγγυητής γενικά σε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού χωρίς ιδιαίτερο προσδιορισμό ως προς τα στοιχεία του λογαριασμού, και β) την υπ' αριθμ. .../14-6-1999 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, από την οποία προκύπτει ότι ο Δ.
Α. συνεβλήθη στην εν λόγω σύμβαση ως εγγυητής όχι μόνο ατομικά αλλά και για λογαριασμό της Χ. Π. - Π., και ότι σε κάθε περίπτωση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων, ενώ αν είχε λάβει υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η ίδια και με το περιεχόμενο που εκτέθηκε δεν θα κατέληγε στο εσφαλμένο συμπέρασμα, αφενός μεν ότι στο πληρεξούσιο έγγραφο φέρεται η Χ.
Π.-Π. να δίδει πρωθύστερα στο Δ. Α., και συγκεκριμένα στις 9-6-1999, την εντολή να συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητό της προς εξασφάλιση μιας συμβάσεως πιστώσεως που είχε ήδη καταρτισθεί και είχε λάβει συγκεκριμένο αριθμό σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή στις 14-6-1999, με περαιτέρω συνέπεια να κρίνει ότι το ως άνω πληρεξούσιο ήταν πλαστό, αφετέρου δε, ως ενισχυτικό της πλαστότητας αυτού του πληρεξουσίου, το γεγονός ότι από τη σύμβαση πιστώσεως προέκυπτε πως ο Δ.
Α. εγγυήθηκε σ' αυτή ατομικά και όχι και για λογαριασμό της φερομένης ως εντολέως του Χ. Π.-Π. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα δύο ως άνω έγγραφα, τα οποία μάλιστα διεξοδικώς αναλύει και σχολιάζει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ τα προσκομιζόμενα και πάλι από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σχετικά έγγραφα με το περιεχόμενο που αυτή επικαλείται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, γιατί δεν προσκομίζονται σε κεκυρωμένο αντίγραφο, αλλά σε απλή ανεπικύρωτη φωτοτυπία.
Εξάλλου, και οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως επικαλούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, και συγκεκριμένα: α) την 1642/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο πρώτος τούτων απαλλάχθηκε από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στις αξιόποινες ενέργειες του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Κωνσταντίνου Αλαβάνου, και στα πρακτικά της οποίας περιλαμβάνεται τόσο η κατάθεση του μάρτυρά τους Κ.
Τ., δικηγόρου Αθηνών, που απεβίωσε το 2008 και δεν κατέστη δυνατό να εξετασθεί για λογαριασμό τους ως μάρτυρας στην πολιτική δίκη, όσο και η απολογία του πρώτου αναιρεσείοντος, και β) την από 24-2-2012 ένορκη κατάθεση του Κ. Τ. ενώπιον του 15ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, και τα οποία έγγραφα αν είχε λάβει υπόψη, θα δεχόταν ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων και κατ' επέκταση και η δεύτερη τούτων δεν γνώριζαν για την έλλειψη της πληρεξουσιότητας στο πρόσωπό του και ότι ο "Π." που ανέφερε στις καταθέσεις του ο Κ.
Τ. και ο ίδιος στην απολογία του ήταν υπαρκτό πρόσωπο και κατόπιν αυτού θα είχε απορρίψει ως προς αυτούς την αγωγή των αναιρεσίβλητων. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο ναι μεν δεν αναφέρεται ρητά στα δύο ως άνω έγγραφα, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ως απολύτως βέβαιο ότι τα έλαβε υπόψη, αφού διεξοδικώς αντικρούει όλους αυτούς τους ισχυρισμούς του πρώτου αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε αυτός τα εν λόγω έγγραφα, πλην όμως δεν έκρινε πειστικά τα αναφερόμενα σ' αυτά περιστατικά.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και τέταρτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως και ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της πρώτης αιτήσεως.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου των αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτό όλα τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα και τα οποία συγκροτούν το πραγματικό των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος (από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως μέμφονται το Εφετείο ότι παρανόμως δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, αλλά αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου να αναφέρεται, αν οι ενέργειες του πρώτου εναγομένου Κωνσταντίνου Αλαβάνου συνδέονται αιτιωδώς με τις δικές τους ενέργειες, ούτε αν ενεργούσαν αυτοί σε συνεννόηση με τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο, ούτε αν η γνώση τους για την έλλειψη πληρεξουσιότητας του τρίτου συνδέεται αιτιωδώς με την εξαπάτηση των εναγόντων από τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο, εφόσον η συμπεριφορά εκάστου και χωρίς κοινή δράση μεταξύ τους ήταν ικανή να επιφέρει και πράγματι επέφερε στους ενάγοντες την ως άνω ζημία.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία αν δεν τα δεχόταν θα είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσίβλητων, και συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε αφενός μεν ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) παρέλειψαν να άρουν την προσημείωση υποθήκης μετά την ανάκληση του πληρεξουσίου, ενώ γνώριζαν την έλλειψη πληρεξουσιότητας, αφετέρου δε ότι οι ίδιοι από κοινού με τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο και τη Γενική Τράπεζα και με κοινό σχέδιο προέβησαν στην εγγραφή εικονικής προσημειώσεως υποθήκης, με σκοπό να εξαπατήσουν τους αναιρεσίβλητους, δεχόμενο έμμεσα ότι αυτοί έπεισαν τον Κωνσταντίνο Αλαβάνο να τους εξαπατήσει.
Ωστόσο, από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σε βάρος των αναιρεσίβλητων σε πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή. Αντιθέτως, δέχθηκε, κατά κύριο λόγο ως προς αυτούς, ότι η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ένδικο ακίνητο υπέρ της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, εν γνώσει τους ότι ήταν πλαστό το πληρεξούσιο, με το οποίο ήταν εφοδιασμένος ο πρώτος αναιρεσείων από τη φερομένη ως κυρία του ακινήτου αυτού, συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά σε βάρος των αναιρεσίβλητων, δεδομένου ότι προκειμένου να ολοκληρώσουν την αγορά τούτου ελεύθερου βάρους έπρεπε να καταβάλουν στην πιστώτρια Τράπεζα το ποσόν των 45.000.000 δρχ., το οποίο και ωφελήθηκαν τελικά οι αναιρεσείοντες, αφού κατά το ποσόν αυτό μειώθηκε η οφειλή τους προς την Τράπεζα, χωρίς να έχουν το σχετικό δικαίωμα, εκ περισσού δε δέχθηκε το Εφετείο ότι η εγγραφή της προσημειώσεως αυτής αποτελούσε μέρος συνολικού σχεδίου των εναγομένων, ώστε να ωφεληθούν από την πώληση ενός ακινήτου που δεν τους ανήκε κατά κυριότητα.
Κατόπιν αυτού και ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αλλά δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, όπως είναι το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και εξέταση των διαδίκων κατά το άρθρο 415 παρ. 1 ΚΠολΔ, ή για την παροχή από αυτούς διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση (άρθρο 345 παρ. 1 ΚΠολΔ), ή το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των μαρτύρων στο ακροατήριο για να συμπληρώσουν ή διευκρινίσουν τις καταθέσεις τους (άρθρο 411 ΚΠολΔ), ή και το αίτημα για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων με άλλους μάρτυρες ή και με τους διαδίκους (άρθρο 409 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 655/2008).
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν απάντησε στο αίτημά τους για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο των αναιρεσίβλητων, προκειμένου να παράσχουν αυτοί διευκρινίσεις για τις συνθήκες, με βάση τις οποίες πείσθηκαν να παραδώσουν το χρηματικό ποσόν των 45.000.000 δρχ.
στον Κωνσταντίνο Αλαβάνο, εάν επικοινώνησαν μαζί τους και ποιες συμβουλές τούς έδωσε ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος τους σχετικά με την ύπαρξη προσημείωσης υποθήκης, είναι απαράδεκτος.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ απορρίφθηκε το αίτημά τους για την ανωμοτί εξέτασή τους στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 415 ΚΠολΔ, και με τον τρόπο αυτό στερήθηκαν του δικαιώματός τους να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, προκειμένου να αντικρούσουν ανταποδεικτικά τα κρίσιμα περιστατικά της αγωγής, λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατό να εξετάσουν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το μόνο μάρτυρα που διέθεταν εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προσβάλλονται οι τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας μόνον για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 415 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1483/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα της πρώτης αιτήσεως επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε σε βάρος της και υπέρ των αναιρεσίβλητων περισσότερα εκείνων που είχαν ζητήσει οι τελευταίοι, και ειδικότερα, ενώ με την αγωγή τους ζητούσαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση για την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος τους το ποσόν των 100.000 ευρώ για καθένα των εναγομένων, το οποίο και περιόρισαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο ποσόν των 1.000 ευρώ για τον καθένα, το δε υπόλοιπο σε έντοκο αναγνωριστικό, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους για την αιτία αυτή το ποσόν των 10.000 ευρώ.
Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι πράγματι οι τελευταίοι, ως ενάγοντες της αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία, παραιτήθηκαν κατά ένα μέρος του αιτήματός τους για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, και ειδικότερα, ενώ με την αγωγή τους ζητούσαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 100.000 ευρώ για τον καθένα των εναγομένων, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιόρισαν το αίτημα αυτό στο ποσόν των 1.000 ευρώ για τον καθένα, το δε υπόλοιπο σε έντοκο αναγνωριστικό.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 479/2010 απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα, ως προς δε τους λοιπούς, παρά τον περιορισμό του αιτήματος σε καταψηφιστικό για ποσόν 1.000 ευρώ για τον καθένα και αναγνωριστικό ως προς το υπόλοιπο, αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσόν των 10.000 ευρώ ο καθένας με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως αυτής, και ειδικότερα ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθό μέρος στρεφόταν κατά της ήδη αναιρεσείουσας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση και εκδόθηκε επ' αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η εν λόγω έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την αναιρεσείουσα και υποχρεώθηκε και αυτή, καθώς και οι λοιποί εναγόμενοι, να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους, πλην των άλλων, και ποσόν 10.000 ευρώ ο καθένας ως χρηματική ικανοποίηση τούτων.
Κατά συνέπεια, εφόσον το σφάλμα το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή επιδίκασε σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ των αναιρεσίβλητων περισσότερα εκείνων που είχαν ζητήσει οι τελευταίοι, προκύπτει από αυτή την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 9 περ.
β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω τυγχάνει βάσιμος.
Πρέπει λοιπόν: α) να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα της πρώτης αιτήσεως, και ειδικότερα ως προς το πέραν των χιλίων (1.000) ευρώ καταψηφιστικό κονδύλιο για τη χρηματική ικανοποίηση, και β) να απορριφθεί η δεύτερη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, απομένει δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ Ολομ. 25/2001, ΑΠ 448/2005). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση.
Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, λόγω μερικής νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), ενώ οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
Συνεκδικάζει τις από 14-6-2012 και 17-6-2012 αιτήσεις για αναίρεση της 1916/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί μερικώς την 1916/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, και ειδικότερα ως προς το πέραν των χιλίων (1.000) ευρώ καταψηφιστικό κονδύλιο για τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων - αναιρεσίβλητων.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 17-6-2012 αίτηση αναιρέσεως των Δ. Α. του Σ. και Δ. Α. του Δ. για αναίρεση της 1916/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ