Legislator Case Law & Legislation
1912/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against divorce property claim for insufficient legal certainty regarding specific contributions.

Case Number 1912/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of a claim for compensation based on spousal contribution to post-marital asset growth. The appellant argued the claim was legally certain under Article 1400 of the Civil Code, while the lower court deemed it legally uncertain due to missing details about the wife's pre-marital assets. The Court ruled that the lower court erred by requiring more evidence than the law mandated for the presumed one-third contribution, thereby remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 1400 of the Code of Civil Procedure; The lower court must not demand more evidence than the law requires for a claim based on presumed spousal contribution, and failure to do so constitutes a procedural error warranting remand.

Keywords

AI generated
divorce property division spousal contribution presumption legal certainty of claim procedural error review remand for retrial Article 1400 Civil Code Article 559 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 1400 of the Civil Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1912 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1912/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος :..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθανάτου.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 501/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-12-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία, της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση περί του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής.

Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 6-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ... έχει κατά το ουσιώδες μέρος της ως εξής (κατά λέξιν): "Με την εναγομένη τελέσαμε....νόμιμο γάμο.... τις 18-7-1982.... Ασκώ το επάγγελμα του ιατρού χειρουργού διορισμένος στο Εθνικό Σύστημα Υγείας....Αποκτήσαμε δύο παιδιά....η εναγομένη αποχώρησε από τη συζυγική οικία τον Αύγουστο 2002.

Αφότου, τελέστηκε ο γάμος μας, κατά τη διάρκεια του και μέχρι τη λύση του η περιουσία της εναγόμενης αυξήθηκε σημαντικά. Στην αύξηση αυτή συνέβαλα μόνο εγώ και για το λόγο αυτό δικαιούμαι να απαιτήσω την απόδοση. Συγκεκριμένα εργαζόμουνα ως ιατρός χειρουργός στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ... από το έτος 1984 μέχρι και σήμερα.

Κατά την διάρκεια του γάμου μας η αντίδικος αύξησε την ατομική περιουσία με την κτήση των ακόλουθων περιουσιακών στοιχείων ήτοι: (1) Το 1985 απόκτησε ένα διαμέρισμα, εμβαδού 90 τμ το οποίο βρίσκεται στον 5 όροφο οικοδομής, στην οδό ..., στην πόλη ... της ..., αξίας κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετίας από την διάσπαση του γάμου, 150.000 Κυπριακών λιρών, ή 300.000 €.

Το 2000 απόκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, εμβαδού 40 τ.μ., περίπου, αξίας 40.000 λιρών Κύπρου και 70.000 €, κείμενο στην οδό ..., ... Τράπεζας στην ..., (3) Το 1999 απόκτησε ένα Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο SKODA OCTAVIA αξίας κατά το χρόνο γέννησης της απαίτησης 20.000€. Επισημαίνω ότι κατά τη διάρκεια του γάμου μας μόνο εγώ συμμετείχα στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών του γάμου μας, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για το τέκνο μας, με χρήματα τα οποία κέρδιζα αποκλειστικά και μόνο από την εργασία μου.

Δεν είχαμε άλλα εισοδήματα πέραν αυτά της εργασίας μου. Από το 1990 που η εναγόμενη διορίσθηκε ως εκπαιδευτικός, όλα τα χρήματα από την εργασία της τα δαπανούσε για προσωπικά της έξοδα, χωρίς ποτέ να μου αποδίδει λογαριασμό για την διαχείριση αυτών. Τέλος, δεν έχω συνάψει με την εναγομένη καμία σύμβαση κατά το χρόνο πριν ή κατά τη διάρκεια του γάμου μας η οποία να αφορά τη ρύθμιση των περιουσιακών μας σχέσεων.

Κατά το χρόνο γέννησης της αξιώσεως μου η χρηματική αξία των ως άνω αποκτημάτων ή ωφελειών που σώζονται στο πρόσωπο της εναγόμενης, όπως λεπτομερώς περιεγράφησαν ως άνω, ανέρχονται στο ποσό των 390.000 τριακοσίων ενενήντα χιλιάδων ευρώ. Σύμφωνα με τα όσο εκτέθηκαν ανωτέρω και κατά το άρθρο 1400 ΑΚ έχω νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσω από την εναγόμενη αύξηση της περιουσίας της που προέρχεται από δική μου συμβολή.

Επομένως δικαιούμαι να απαιτήσω ήτοι των 390.000 τριακοσίων ενενήντα χιλιάδων ευρώ". Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή, κατά το μέρος της που επιδιώκετο η επιδίκαση ποσού αντιστοιχούντος σε συμβολή του ενάγοντος πέραν του 1/3 στην απόκτηση από την εναγομένη της ένδικης περιουσίας, είναι αόριστη και ως εκ τούτου, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού ως συμβολή του ενάγοντος σ' αυτό αναφέροντο και παροχές, των οποίων δεν προσδιορίζετο η εις χρήμα αποτίμηση, όπως επεβάλλετο (μισθός, δαπάνες για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών).

Αντιθέτως, αυτή είναι επαρκώς ορισμένη κατά το μέρος που έχει ως βάση την τεκμαιρόμενη εκ του νόμου συμβολή του ενάγοντος (κατά ποσοστό 1/3), δεδομένου ότι διαλαμβάνει σαφώς όλα τα αναγκαία κατά νόμον στοιχεία ήτοι: τον γάμο και τη διάσταση των διαδίκων, την περιουσία που απέκτησε η εναγομένη μετά τον γάμο, τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων συνέβαλε οικονομικώς στην απόκτησή της, καθώς και την αξία αυτής στον σκοπητέο χρόνο, η οποία συνιστά συγχρόνως και τη διαφορά της αξίας της σε σχέση με εκείνη που θα προέκυπτε αν είχε προστεθεί και η τυχόν υπάρχουσα κατά τον χρόνο του γάμου περιουσία, είτε αυτή ήταν θετική, είτε μηδενική.

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως αόριστη την αγωγή στο σύνολό της, ήτοι και κατά το μέρος που έχει ως έρεισμα την τεκμαιρόμενη συμβολή του ενάγοντος, επειδή δεν αναφέρεται αν η εναγομένη είχε κάποια περιουσία στο χρόνο τελέσεως του γάμου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα κατά νόμον απαραίτητα και έτσι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, ο εκ της διατάξεως αυτής απορρέων μοναδικός αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος με το οποίο (κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί αντιστοίχως η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 501/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ