Supreme Court dismisses appeal on usury agreement cancellation and unjust enrichment claims regarding interest payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a debt recognition agreement. The court found the lower court correctly rejected the claim that the agreement was void due to usury and the subsequent claim for unjust enrichment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 296 Civil Code; Article 111 Introductory Law to Civil Code; Article 808 Civil Code; Article 904 et seq. Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A debt recognition agreement based on usurious interest does not violate mandatory provisions if the court finds no legal basis for invalidity, and unjust enrichment claims are dismissed when the underlying debt is not recognized as non-existent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1912 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1912/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρία με την επωνυμία "Ε.Γ. ΠΑΣΣΙΑΣ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΡΕΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑΝΤΙΚΩΝ Α.Β.Ε.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αηδονά.
Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Πήττα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28883/2003 προδικαστική, 20770/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 611/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Μαΐου 2006 αίτησή του και των από 20 Αυγούστου 2007 προσθέτων επ' αυτής λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 του ΑΚ προκύπτει ότι για την ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απειλής απαιτείται: 1) Να απειλείται κακό για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων που συνδέονται στενότατα με αυτόν. 2) Ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος, δηλαδή επικείμενος, και σπουδαίος, δηλαδή πραγματικός, και να είναι ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο. 3) Η απειλή να είναι παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.
Απειλή εναντίον των χρηστών ηθών υπάρχει και όταν η απειλούμενη πράξη επιτρέπεται μεν από το νόμο, ελλείπει όμως κάθε σύνδεσμός ή συνάφεια μεταξύ του κακού το οποίο απειλείται και της δηλώσεως βουλήσεως η οποία επιζητείται με την απειλή. 'Ετσι εναντίον των χρηστών ηθών είναι η απειλή αναγκαστικής εκτελέσεως, αν με αυτή σκοπείται η δια δηλώσεως βουλήσεως του απειλουμένου κατάρτιση συμβάσεως, με την οποία παρέχεται ωφέλεια πέραν αυτής που θα αποκτούσε ο απειλών με την αναγκαστική εκτέλεση. 4) Η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, μέσω της ψυχολογικής πιέσεως που του ασκείται, σε δήλωση βουλήσεως ορισμένου περιεχομένου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με την ... σύμβαση, που καταρτίστηκε στην ... μεταξύ αφενός της ενάγουσας, καθώς και του ΑΑ και ΒΒ, και αφετέρου της εναγομένης τράπεζας, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στην ενάγουσα χρεωλυτικό δάνειο μέχρι του ποσού των 92.000.000 δραχμών.
Από αυτό, ποσό 30.000.000 δραχμών ήταν εξοφλητέο σε εννέα τοκοχρεωλυτικές δόσεις ενώ το υπόλοιπο των 62.000.000 δρχ. σε πέντε δόσεις, με ετήσιο επιτόκιο 10,50% και ετήσια προμήθεια 0,50%. Επίσης η Τράπεζα επεφύλαξε το δικαίωμα να αυξάνει μονομερώς το επιτόκιο του δανείου, ενώ περαιτέρω ορίσθηκε ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής των τόκων ή του κεφαλαίου ή κάποιας δόσεως ή μέρους αυτής η ενάγουσα πρωτοφειλέτρια καθίσταται υπερήμερη άνευ ειδοποιήσεως ή άλλης οχλήσεως, υποχρεούμενη έκτοτε μέχρις εξοφλήσεως στην πληρωμή τόκων υπερημερίας (αντί του συμβατικού επιτοκίου), βάσει του εκάστοτε γενικώς ισχύοντος νομίμου επιτοκίου, επί ολοκλήρου του οφειλόμενου άληκτου κεφαλαίου, του κεφαλαίου (χρεωλύτρων) των καθυστερούμενων δόσεων και των πάσης φύσεως εξόδων.
Δηλαδή ρητά ορίσθηκε ότι σε περίπτωση υπερημερίας της ενάγουσας ως προς την πληρωμή των δόσεων θα οφείλεται μόνο ο ισχύων εκάστοτε τόκος υπερημερίας και δεν έγινε συμφωνία περί ανατοκισμού των τόκων. Στο πλαίσιο της συμβάσεως η εναγομένη χορήγησε τμηματικά στην ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 22.10.1980 μέχρι 22.4.1983, το συνολικό ποσό των 76.126.710 δραχμών, ενώ στις 2.1.1985 της χορήγησε ποσό 10.638.693 δρχ.
για την εξυπηρέτηση των ληξιπροθέσμων οφειλών και έτσι συνολικά το ποσό ανήλθε σε 86.765.403 δραχμές. Η ενάγουσα στην συνέχεια κατέστη υπερήμερη περί την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου και με τα από 31.10.1983, 10.1.1984 και 4.2.1985 έγγραφά της προς την εναγομένη ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών της (ληξιπρόθεσμου και άληκτου μέρους).
Η εναγομένη, με το από 22.1.1985 έγγραφό της, ζήτησε να προσέλθει εκπρόσωπος της ενάγουσας για την τακτοποίηση ποσού 10.638.693 δραχμών, που βρισκόταν σε προσωρινό λογαριασμό από 31.12.1984, και τον προγραμματισμό του τρόπου και χρόνου εξοφλήσεως των ληξιπροθέσμων οφειλών, άλλως δήλωνε ότι θα προβεί στη λήψη των νόμιμων μέτρων εισπράξεως.
Με το ... έγγραφό της, ακολούθως, ζήτησε στοιχεία οφειλών της ενάγουσας προς τράπεζες, πιστοποιητικό βαρών και στοιχεία, μετά την υποβολή των οποίων και ύστερα από νέα αίτηση της ενάγουσας της γνωστοποίησε με το ... έγγραφο τους όρους ρυθμίσεως των οφειλών. Παρά τις αντιρρήσεις της ενάγουσας, ότι κακώς υπολογίζει η εναγομένη τόκους επί τόκων, που δεν προβλέπονται από την αρχική σύμβαση των διαδίκων, καταρτίστηκε τελικώς μεταξύ αυτών η ...
πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρυθμίσεως οφειλών. Με τη ρύθμιση αυτή συνήφθη νέο δάνειο αναχρηματοδοτήσεως όλων των ληξιπρόθεσμων και αλήκτων οφειλών της ενάγουσας, ύψους 197.855.009 δρχ. (49.517.630 δρχ. ληξιπρόθεσμες δόσεις, 65.171.630 δρχ. άληκτες δόσεις και 83.166.680 δρχ. τόκοι) και ειδικότερα με τη σύμβαση αυτή συνήφθη νέο ενοποιημένο μεσοπρόθεσμο δάνειο οκτώ ετών ως πρόσθετη δανειστική σύμβαση της αρχικής ...
συμβάσεως και συμφωνήθηκε για μεν το ποσό των 132.684.310 δρχ., που αντιστοιχεί στις ληξιπρόθεσμες τοκοχρεωλυτικές δόσεις καθώς και στο σύνολο των τόκων υπερημερίας μέχρι 30.9.1987 (49.517.630 + 83.166.680), ετήσιο επιτόκιο 22,50%, για δε το ποσό των 65.176.699 δρχ., που αντιστοιχεί στις άληκτες δόσεις μέχρι 31.12.1990, ετήσιο επιτόκιο 19,25%.
Επίσης με τον 2ο όρο της πρόσθετης αυτής συμβάσεως ρητά συμφωνήθηκε ότι το παραπάνω κεφάλαιο των 197.856.009 δρχ. είναι έντοκο από 1.10.1987 και πρέπει να εξοφληθεί, με τα επιτόκια που προαναφέρθηκαν, μέσα σε προθεσμία οκτώ ετών, ο υπολογισμός δε τόκων επί τόκων περιορίζεται έως 20.3.1984 και δεν περιλαμβάνει την περίοδο από 21.3.1984 έως 27.4.1988.
Η κατάρτιση της συμβάσεως αυτής δεν είναι προϊόν απειλής, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και δέχτηκε η εκκαλουμένη, αναφερόμενη στο ... έγγραφο της εναγομένης, καθόσον με το έγγραφο αυτό γνωστοποιείται στην ενάγουσα η έγκριση να καταρτιστεί σύμβαση ρυθμίσεως με συγκεκριμένους όρους, ήτοι να καλύψει η ενάγουσα με νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου τα τυχόν ζημιογόνα αποτελέσματα μελλοντικών χρήσεων, να προβλέπεται ακύρωση της συμβάσεως ρυθμίσεως οφειλών και να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως αν η ενάγουσα δεν ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της, όπως θα διαμορφώνονται από τη σύμβαση ρυθμίσεως.
Ακόμη στο από 29.3.1988 έγγραφο του καταστήματος της ΑΤΕ ..., με το οποίο γνωστοποιείται στην ενάγουσα η άποψη της εναγομένης και της διευθύνσεως των νομικών υπηρεσιών της περί του δικαιώματος υπολογισμού τόκων επί τόκων και καλείται οι εκπρόσωπος της ενάγουσας να προσέλθει για την υπογραφή της άνω σύμβασης ρυθμίσεως, δεν περιέχεται απειλή αναγκαστικής εκτελέσεως αλλά υπενθυμίζεται η υποχρέωση της ενάγουσας, αν δε υπογράψει τη σύμβαση ρυθμίσεως, να εξοφλήσει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, συμπεριλαμβανομένων των καθυστερούμενων τόκων.
Το Εφετείο δέχεται περαιτέρω ότι ναι μεν υπήρχε διαφορά απόψεων των συμβαλλομένων ως προς το δικαίωμα υπολογισμού τόκων επί τόκων από την εναγομένη, πλην όμως η ενάγουσα, σταθμίζοντας τα συμφέροντά της, επέλεξε την κατάρτιση της άνω συμβάσεως ρυθμίσεως με τον όρο υπολογισμού τόκων επί τόκων, συνεκτιμώντας ότι η μη κατάρτιση αυτής θα είχε επακόλουθο την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως από την εναγομένη και θα συμπαρέσυρε τούτο και τις άλλες τράπεζες που είχαν χορηγήσει πιστώσεις σ' αυτή να κλείνουν τους σχετικούς λογαριασμούς και να αναγγέλλονται στην εκτέλεση, αρνούμενες τη χορήγηση άλλων πιστώσεων.
Η ενάγουσα ήδη από το έτος 1989 καθυστερούσε την πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων του νέου δανείου που συνομολογήθηκε με την άνω ρυθμιστική σύμβαση. Η εναγομένη, με το ... έγγραφο, την κάλεσε να εξοφλήσει το ληξιπρόθεσμο τμήμα του δανείου για να αποφευχθεί η αναγκαστική εκτέλεση, που δεν ήταν στις προθέσεις της τράπεζας.
Επίσης με το ... έγγραφο την κάλεσε να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, δηλώνοντας ότι διαφορετικά θα ακυρωθεί η σύμβαση ρυθμίσεως και θα επιδιωχθεί η είσπραξη των απαιτήσεων με αναγκαστική εκτέλεση. Η ενάγουσα με το ... έγγραφο απευθύνθηκε στις νομικές υπηρεσίες της εναγομένης και με το ...
έγγραφο ζήτησε να δεχθεί η εναγομένη την άμεση εξόφληση της οφειλής, υπολογιζόμενης με βάση την αρχική σύμβαση και με απάλειψη των επιβαρύνσεων από υπολογισμούς τόκων επί τόκων ή τον εκτοκισμό των τόκων με το τρέχον συμβατικό επιτόκιο. Η εναγομένη, με το ... έγγραφο, γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι αποδέχεται, τον συμβιβαστικό διακανονισμό εισπράξεως των οφειλών α) με ανατοκισμό των τοκοχρεωλυσίων έως 30.7.18990 και β) με εξόφληση σε 4 τμηματικές εξαμηνιαίες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη καταβλητέα αμέσως.
Η ενάγουσα με το από 8.8.1995 έγγραφό της επαναβεβαίωσε την αποδοχή της, που είχε προηγηθεί προφορικά. Ετσι την 10.1.1996 οι διάδικοι κατάρτισαν την από 10.1.1996 πρόσθετη δανειστική σύμβαση οφειλών, βάσει της οποίας, κατά τους όρους της ... πρόσθετης δανειστικής σύμβασης και του ... πρακτικού του Δ.Σ. της εναγομένης, η εκ δραχμών 574.627.874 οφειλή της ενάγουσας θα εξοφληθεί σε 4 δόσεις, της πρώτης καταβλητέα αμέσως και των υπολοίπων ανά εξάμηνο.
Στην πρόσθετη αυτή δανειστική σύμβαση ορίζεται ότι, αν έως 31.10.1996 δεν εξοφληθεί το προαναφερθέν ποσό και οι αναλογούντες σ' αυτό τόκοι προς 22,25% πλέον 5ο/οο εφάπαξ, η οφειλέτρια χάνει το ευεργέτημα που προβλέπεται στο ... πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και επανέρχεται η κατάσταση υπερημερίας, όπως προβλέπεται στην ...
πρόσθετη δανειστική σύμβαση. Επομένως, δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι οι εκπρόσωποι της ενάγουσας δήλωσαν τη βούλησή τους για κατάρτιση της από 11.1.1996 πρόσθετης δανειστικής σύμβασης υπό την απειλή επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως επί της εταιρικής περιουσίας, προς το σκοπό της καταρτίσεως αυτής, ως δήθεν επωφελούς για την εναγομένη, 1) διότι μεταξύ αφενός των ...
και ... εγγράφων ειδοποιήσεων της εναγομένης για εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αποφυγή της μη σκοπούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως ή της ακυρώσεως της ... πρόσθετης δανειστικής συμβάσεως και αφετέρου της υπογραφής της από 11.1.1996 πρόσθετης δανειστικής συμβάσεως ρυθμίσεως οφειλών μεσολαβεί χρονικό διάστημα ετών, χωρίς να επαναλαμβάνονται τέτοιες ειδοποιήσεις για λήψη αναγκαστικών μέτρων εκτελέσεως 2) διότι η ενάγουσα, πριν από την κατάρτιση της άνω από 11.1.1996 πρόσθετης συμβάσεως, με πρωτοβουλία της, επί σειρά ετών ζητούσε το διακανονισμό της οφειλής, προσφερόμενη στην άμεση εξόφληση του χρέους βάσει των όρων της αρχικής συμβάσεως ή με πιο ευνοϊκούς όρους από εκείνους που διαλαμβάνει η ...
πρόσθετη σύμβαση, συνεπώς δεν ενήργησε υπό την απειλή επικειμένης αναγκαστικής εκτελέσεως, ενόψει και του ότι η ακύρωση της προηγηθείσας ... πρόσθετης συμβάσεως και η επίσπευση εκτελέσεως μπορούσε να αντιμετωπιστεί πλέον, εφόσον υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, με τα ένδικα βοηθήματα της αναγκαστικής εκτελέσεως και με την καταβολή των οφειλών βάσει των όρων της αρχικής συμβάσεως και 3) η από 11.1.1996 πρόσθετη σύμβαση ρυθμίσεως δεν είναι ευνοϊκή για την εναγομένη, που μπορούσε να έχει περισσότερα οικονομικά οφέλη χωρίς την κατάρτισή της, σύμφωνα και με τα έως τότε νομολογιακά δεδομένα περί την ερμηνεία της 289/1980 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, αλλ' ευνοϊκή για την ενάγουσα, το μεν διότι δεν γίνεται εκτοκισμός τόκων για το μετά την 39.7.1990 χρονικό διάστημα, το δε διότι παρέχεται πρόσθετος χρόνος εξοφλήσεως του χρέους σε δόσεις.
Επομένως οι πρόσθετες δανειστικές συμβάσεις ρυθμίσεως των οφειλών της ενάγουσας αποτελούν συμβιβαστικές ρυθμίσεις ή αναγνωρίσεις χρέους και δεν μπορούν να αναζητηθούν τα καταβληθέντα εκουσίως ή βάσει ρυθμίσεων των διαδίκων κατά το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 2601/1998, καθώς και το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2789/2000.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή ζητεί 1) να κηρυχθούν άκυρες οι από 27/4/1988 και 11/1/1996 συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων περί προσθέτων δανειστικών ρυθμίσεων των οφειλών της προς την αντίδικό της, καθόσον η δήλωση βουλήσεώς της έγινε υπό την αθέμιτη απειλή αναγκαστικής εκτελέσεως σε σχέση με οφειλόμενα από την αρχική από 22/12/1978 σύμβαση χρεωλυτικού δανείου, προκειμένου να επιτύχει η εναγομένη εκτοκισμό τόκων που δεν προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, λόγω παρανόμου εκτοκισμού τόκων, 1.367.055 ευρώ.
Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 150 και 151 ΑΚ, αφού ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, δεχθέν ότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεν υπήρξε απειλή επικειμένου κινδύνου για την ενάγουσα και μάλιστα προς το σκοπό να οδηγηθεί αυτή, μέσω ψυχολογικής πιέσεως, σε δήλωση βουλήσεως ορισμένου περιεχομένου, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου των ανωτέρω άρθρων του Αστικού Κώδικος, ο δε πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η δικαιοπραξία με την οποία αναγνωρίζεται παλαιό χρέος μπορεί να είναι αιτιώδης, περιέχουσα, κατά την βούληση των μερών, αιτία νέας ενοχής, δημιουργούμενης το πρώτον με αυτή. Τέτοια αιταία μπορεί να είναι ο συμβιβασμός, προϋπόθεση του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 871 ΑΚ, η ύπαρξη έριδας ή αβεβαιότητας γύρω από κάποιαν έννομη σχέση και η διάλυσή της με αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων.
Εριδα κατά την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την ύπαρξη απαιτήσεως του άλλου, έστω και αν η βασιμότητα η μη αυτής είναι βέβαιη, η δε αμφισβήτηση οφείλεται σε απλή κακοβουλία. Αμοιβαίες υποχωρήσεις αποτελούν κάθε είδους αμοιβαίες θυσίες, όπως όταν συμφωνείται ο οφειλέτης δανείου να εξοφλήσει το χρέος του με δόσεις σε μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται όμως συγχρόνως ότι οφείλει τόκους τόκων, τους οποίους αυτός αμφισβητεί.
Στις περιπτώσεις αιτιώδους αναγνωρίσεως (όχι απλώς επιβεβαιωτικής) παλαιού χρέους κατά την άνω έννοια η έλλειψη ή ελαττωματικότητα της αιτίας της παλαιάς ενοχής δεν δημιουργεί αξιώσεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού ο δανειστής κατέχει πλέον δικαιολογημένο πλουτισμό. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγική βάση για ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί αναγνωρίσεως οφειλών από ανατοκισμό αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 111 Εισ.Ν.ΑΚ, 808 ΑΚ και της 289/1980 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, σε συνδυασμό με τα άρθρα 174, 180, 181 και 294 ΑΚ και επακόλουθη αυτής υποχρεώσεως προς απόδοση των καταβληθέντων κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), κατά παραδοχή του ισχυρισμού της εναγομένης ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση συμβιβαστικής αναγνωρίσεως χρέους, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και, επομένως, ο δεύτερος εκ του αριθμού 1 (κατ' ορθήν υπαγωγή όχι και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 πλημμέλεια ότι δε λήφθηκε υπόψη η σχετική αγωγική βάση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα ανωτέρω, η βάση αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Περαιτέρω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τα άρθρα 904 και 905 παρ. 1 ΑΚ, μη δεχθέν αντένσταση της αναιρεσείουσας ότι κατέβαλε το επίδικο ποσό ανατοκισμού εν γνώσει μεν της ανυπαρξίας της οφειλής, εξαναγκασθείσα όμως υπό τη απειλή αναγκαστικής εκτελέσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το εφετείο δεν στήριξε την κατά τα ανωτέρω κρίση του στην παραδοχή ενστάσεως εκ του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ.
Τέλος, δεδομένου ότι η κατά τα άνω απορριπτική κρίση σχετικά με την αγωγική βάση για ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί αναγνωρίσεως οφειλών από παράνομο ανατοκισμό και, συνακολούθως, για αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στηρίζεται στις διατάξεις και τις σκέψεις που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η μνεία στην απόφαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 4 του ν. 2604/1998 και 30 παρ. 2β του ν. 2789/2000 είναι άνευ έννομης επιρροής.
Επομένως οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων καθώς και παρά το νόμο μη απόρριψη ως απαράδεκτης ενστάσεως από το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. β' ν. 2789/2000, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με το ύψος της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης και την εφαρμογή η μη των προϋποθέσεων των άρθρων 178 και 179 ΚΠολΔ αναφορικά με τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων είναι κρίση περί πραγμάτων, μη υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 ΚΠολΔ). Επομένως, ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις σχετικώς με την αιτιολόγηση της κρίσεως του εφετείου περί επιβολής εις βάρος της αναιρεσείουσας της δικαστικής δαπάνης της αντιδίκου της χωρίς συμψηφισμό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/5/2006 αίτηση για αναίρεση της 611/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου της, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ