1912/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν : η 41/1989 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και οι αποφάσεις 58/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 649/1999 μη οριστική, 1076/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Απριλίου 2006 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1912/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άρθρον 51. 1. Αι προς τους αναδόχους πληρωμαί διενεργούνται βάσει εντολών πληρωμών εκδιδομένων υπό της διευθυνούσης Υπηρεσίας, κατόπιν υποβολής υπό του αναδόχου πιστοποιήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών, ως εις άρθρον 50 ορίζεται. 2. Αι κατά την διάρκειαν εκτελέσεως των εργασιών εκδιδόμενοι εντολαί πληρωμής αποτελούν πάντοτε καταβολάς έναντι του ολικού εργολαβικού ανταλλάγματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1912 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1912/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ-ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ", που εδρεύει στο Μεσολόγγι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.
Του αναιρεσιβλήτου: ...... , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βούλγαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν : η 41/1989 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και οι αποφάσεις 58/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 649/1999 μη οριστική, 1076/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Απριλίου 2006 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι είναι ελεύθεροι να διαμορφώνουν κατά βούληση τις έννομες σχέσεις τους. Ειδικότερα μπορούν, να διαμορφώσουν το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμβάσεως αποκλίνοντας από τη ρύθμιση του εφαρμοστέου νόμου ή ορίζοντας ως διέποντες τη σύμβαση κανόνες, που περιέχονται σε νόμο μη εφαρμοζόμενο, άλλως, σ' αυτή.
Στην περίπτωση αυτή η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω κανόνων, ενέχουσα παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (αρθρ. 5 § 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ), ελέγχεται αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Εξάλλου, στο άρθρο 7 § 1 του ν.δ. 1266/1972 "Περί εκτελέσεως των Δημοσίων Έργων" ορίζονται τα εξής: "Η πληρωμή εις τον ανάδοχο του έργου γίνεται ;· τμηματικώς κατά την διάρκειαν της κατασκευής του έργου βάσει πιστοποιήσεως των εκτελεθεισών εργασιών.
Αι πιστοποιήσεις συντάσσονται παρά του αναδόχου του έργου κατά χρονικά διαστήματα καθοριζόμενα εν τη συμβάσει, αϊ δε βάσει αυτών πληρωμαί ενεργούνται παρά του κυρίου του έργου, μετ' έλεγχον και επισημειωματικήν έγκρισιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας, εντός μηνός από της υποβολής των. Εάν η πληρωμή καθυστέρηση πέραν του μηνός από της λήξεως της προθεσμίας καθ' ην ώφειλε να πραγματοποιηθή άνευ υπαιτιότητας του αναδόχου του έργου, ούτος δικαιούται τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών προς εξ τοις εκατόν (6%) ετησίως, από της υποβολής περί τούτου οχλήσεως".
Στα δε άρθρα 50 §§1, 2 και 5 και 51 §§1, 2, 3 και 5 του π.δ. 475/1976 "Εκτέλεση δημοσίων έργων" ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρον 50.1. Αι κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.Δ. 1266/72 πιστοποιήσεις συνοδεύονται απαραιτήτως υπό συνοπτικής επιμετρήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών. 2. Εις την συνοπτικήν επιμέτρησιν καταχωρούνται, ανακεφαλαιωτικούς από της ενάρξεως των έργων, αϊ ποσότητες δι' έκαστον είδος συντελεσμένων εργασιών, ως αύται καθορίζονται υπό του συμβατικού τιμολογίου ή των εγκριθεισών τιμών μονάδος νέων εργασιών.
Η καταχώρησις των ποσοτήτων κατ' είδος εργασίας γίνεται βάσει των κατά τας διατάξεις του άρθρου 49 τμηματικών τελικών επιμετρήσεων. Εάν δια τας ως άνω εργασίας δεν έχη καταρτισθή τελική επιμέτρησις, η καταχώρησις των ποσοτήτων γίνεται βάσει προσωρινής επιμετρήσεως των εργασιών τούτων, περιλαμβανούσης πάσας τας ενδείξεις τας ληφθείσας υπ' όψιν δια την εκτίμησιν των ποσοτήτων των αντιστοίχων εργασιών κατά διακεκριμένα τμήματα του έργου.
Δια τας περιπτώσεις της μη εμπροθέσμου καταρτίσεως τελικής επιμετρήσεως έχει εφαρμογήν το τελευταίον εδάφιον της παραγρ. 5 του προηγουμένου άρθρου. 3. Εις την συνοπτικήν επιμέτρησιν δύναται, τη εγκρίσει του επιβλέποντος, να περιληφθούν επίσης εργασίαι μη πλήρως συντετελεσμέναι, εφ' όσονν το υπολειπόμενον προς συμπλήρωσιν μέρος αυτών δεν συντελεί εις την στερεότητα του εκτελεσθέντος μέρους και δύναται να εκτελεσθή κεχωρισμένως, χωρίς ουδεμία να προξενηθή ζημία εις τας συμπληρουμένας εργασίας.
Αι τοιαύται μη πλήρως συντετελεσμέναι εργασίαι καταχωρούνται εις ιδιαίτερον κεφάλαιον της συνοπτικής επιμετρήσεως, δια περιγραφής δι' έκαστον είδος εργασίας του εκτελεσθέντος μέρους αυτής εν σχέσει προς την πλήρη εργασίαν. Αι ποσότητες προκύπτουν και ενταύθα εκ προσωρινής επιμετρήσεως ως εν τη προηγουμένη παράγραφω...5.Η πιστοποίησις συντάσσεται ανακεφαλαιωτική, βάσει των εγκεκριμένων τιμών μονάδος και των εν τη επιμετρήσει ποσοτήτων, αίτινες όμως περιορίζονται μέχρι των εγκεκριμένων τοιούτων δι' έκαστον είδος εργασίας...
Άρθρον 51. 1. Αι προς τους αναδόχους πληρωμαί διενεργούνται βάσει εντολών πληρωμών εκδιδομένων υπό της διευθυνούσης Υπηρεσίας, κατόπιν υποβολής υπό του αναδόχου πιστοποιήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών, ως εις άρθρον 50 ορίζεται. 2. Αι κατά την διάρκειαν εκτελέσεως των εργασιών εκδιδόμενοι εντολαί πληρωμής αποτελούν πάντοτε καταβολάς έναντι του ολικού εργολαβικού ανταλλάγματος.
Μετά την έγκρισιν της προσωρινής παραλαβής συντάσσεται εντολή πληρωμής βάσει πιστοποιήσεως περιλαμβανούσης τας παραληφθείσας ποσότητας των εργασιών. Μετά την έγκρισιν της οριστικής παραλαβής συντάσσεται η τελική εντολή πληρωμής. 3. Αι εντολαί πληρωμής συντάσσονται ανακεφαλαιωτικούς εντός της κατά την παράγραφαν 1 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 1266/72 μηνιαίας προς πληρωμήν των προθεσμίας.
Παρερχομένης της προθεσμίας ταύτης απράκτου παρέχεται εις τον ανάδοχον, άμα τη περί τούτου αιτήσει του, κεκυρωμένον αντίγραφον της πιστοποιήσεως και της εντολής πληρωμής".
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγομένη Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών, που είναι σωματειακής μορφής με εμπορική ιδιότητα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, προκήρυξε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό για την κατασκευή του έργου υποδομής και ανωδομής του εκκοκκιστηρίου βάμβακος στο ....., προϋπολογισμού 150.000.000 δρχ., κατά τον οποίο αναδείχθηκε τελευταίος μειοδότης ο εναγόμενος, εργολάβος δημοσίων έργων.
Έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως έργου, για την οποία συντάχθηκε το από .... ιδιωτικό έγγραφο, με βάση την οποία ανέλαβε ο τελευταίος την υποχρέωση με δικές του δαπάνες και εργατοτεχνικό προσωπικό να εκτελέσει και να της παραδώσει το παραπάνω έργο και ειδικότερα το κτιριακό συγκρότημα του προαναφερομένου εκκοκκιστηρίου βάμβακος, επιφάνειας 14.000 τ.μ., με βάση τους όρους που αναφέρονται στο συμφωνητικό και το συμβατικό τιμολόγιο, έναντι εργολαβικής αμοιβής που ορίζεται σ' αυτό για κάθε μονάδα εκτελουμένης εργασίας.
Στο 2° άρθρο του παραπάνω συμφωνητικού αναφέρεται ότι "οι διαφορές που θα ανακύψουν μεταξύ των διαφόρων εγγράφων εφόσον δεν διευκρινίζονται εντελώς από κάποιο συγκεκριμένο άρθρο του παρόντος συμφωνητικού, θα λύνονται κατά τα προβλεπόμενα από το Ν.Δ/γμα 1266/1972 "περί εκτελέσεως δημοσίων έργων" και το Π. Δ/γμα 475/1976 "περί εκτελέσεως του Ν.Δ/τος 1266/1972".
Οι ίδιες διατάξεις θα ισχύουν για το έργο εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά από την παρούσα σύμβαση". Στο ίδιο άρθρο αναφέρονται ρητά τα συμβατικά έγγραφα, των οποίων οι αναφυόμενες διαφορές, θα επιλύονται από τις διατάξεις των νόμων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων μεταξύ των οποίων ο προϋπολογισμός και το τιμολόγιο, η τεχνική περιγραφή του έργου, το χρονοδιάγραμμα κατασκευής του, η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων και η τελική τεχνική μελέτη κατασκευής του.
Η ένδικη σύμβαση έργου καταρτίσθηκε μετά την ισχύ του Ν. 1418/1984 και πριν από την έκδοση του Π.Δ/τος 283/1989.
Συνεπώς διέπεται κατ' αρχήν από τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, πέραν των οποίων με συμφωνία των διαδίκων εφαρμόζονται και οι κανόνες που αφορούν τα δημόσια έργα. Στην παρ. 6 του 7ου άρθρου της εργολαβικής σύμβασης και ενόψει του ότι οι κανόνες για τα δημόσια έργα προβλέπουν συγκεκριμένα όργανα με συγκεκριμένες θεσμοθετημένες αποφασιστικής σημασίας και μάλιστα διοικητικής φύσης αρμοδιότητες, όπως "διευθύνουσα υπηρεσία" και "προϊσταμένη αρχή", για να προσαρμόσουν προς την ένδικη σύμβαση αυτούς τους κανόνες, όρισαν οι διάδικοι ότι ως διευθύνουσα υπηρεσία νοείται η ομάδα των μηχανικών, που έχει συντάξει τη μελέτη του έργου και ως προϊσταμένη αρχή, το Προεδρείο της εναγομένης.
Στο άρθρο 22 της εργολαβικής σύμβασης καθορίσθηκε ο τρόπος, κανονισμού των τιμών μονάδος των νέων εργασιών, που ενδεχομένως θα εκτελούσε ο ενάγων, ανάδοχος του έργου, δηλαδή εργασιών οι οποίες δεν προβλέπονται από αυτήν, καθώς και εργασιών που προβλέπονται μεν κατά είδος από τη σύμβαση αλλά οι ποσότητες αυτών έχουν αυξηθεί κατά ποσοστό, που υπερβαίνει το 25% των συμβατικών ποσοτήτων (υπερσυμβατικές εργασίες).
Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο καθορισμός των τιμών των παραπάνω εργασιών θα γίνεται μετά από αίτηση του αναδόχου, στην οποία θα αναφέρεται και η αιτιολογία της αναγκαιότητας για την εκτέλεση των νέων εργασιών, η έκταση τους σε φυσικές μονάδες και ο προσδιορισμός της τιμής αυτών. Οι νέες τιμές μονάδος υπόκεινται στην έγκριση της εναγομένης, η οποία διατηρεί το δικαίωμα να τις τροποποιήσει και αν ο ανάδοχος δεν αποδέχεται τις τροποποιήσεις αυτές, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει διαιτησία.
Στην ι' παράγραφο του 3ου άρθρου της εργολαβικής σύμβασης ορίσθηκε ότι η αναθεώρηση των τιμών θα διέπεται από το Ν.Δ/γμα 889/1979, που αφορά τα δημόσια έργα. Η συμβατική προθεσμία για την εκτέλεση του έργου ορίσθηκε σε εννέα μήνες δηλαδή μέχρι την 11.6.1985, αλλά παρατάθηκε καθ' όσον η εκτέλεση του, καθυστερούσε με υπαιτιότητα της εναγομένης, όπως ακολούθως θα αναφερθεί, με συμφωνία των διαδίκων, μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 1986.
Στο άρθρο 3 και 22 παρ. 4 της εργολαβικής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των τελευταίων, το εργολαβικό όφελος σε ποσοστό 18% επί της συνολικής αξίας των εργασιών και της αναθεώρησης. Περαιτέρω στο άρθρο 29 της ίδιας σύμβασης, που αναφέρεται στην οριστική παραλαβή του έργου, ορίσθηκε ότι αυτή θα πραγματοποιηθεί μετά την πάροδο ενός έτους από την περάτωση του έργου και αφού μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από αυτήν θα συγκροτηθεί από την εναγομένη, επιτροπή για την οριστική παραλαβή του, μετά από αίτηση του αναδόχου.
Η Επιτροπή της οριστικής παραλαβής οφείλει να παραλάβει το έργο σε προθεσμία δυο μηνών από τη συγκρότηση της, εκτός αν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ελλείψεις ή ατέλειες και υποδείξει στον ανάδοχο την αποκατάσταση τους, οπότε η παραλαβή θα γίνει μετά την εκτέλεση των εργασιών αυτών. Η οριστική παραλαβή θεωρείται ότι γίνεται αυτοδίκαια αν δεν διενεργηθεί μέσα σε ένα τρίμηνο απ' τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, που ορίζεται για τη διενέργεια της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άρχισε αμέσως την κατασκευή του έργου και ήδη μετά παρέλευση δύο μηνών από την έναρξη των εργασιών δηλαδή μέχρι την 14.11.1984 είχε ολοκληρώσει τις εργασίες θεμελιώσεως των βασικών κτιρίων λειτουργίας του εκκοκκιστηρίου. Η παρέλευση της συμβατικής προθεσμίας για την εκτέλεση του έργου, οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, που εντοπίζεται στον ελλιπή προγραμματισμό του έργου, στην καθυστέρηση παροχής των σχεδίων στον ενάγοντα με βάση τα οποία προέβαινε στην κατασκευή του, αλλά και των πληρωμών του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το φθινόπωρο του 1985 η εναγομένη τοποθέτησε σε τμήμα του κατασκευαζόμενου κτιριακού συγκροτήματος μεγάλες ποσότητες συσπόρου βάμβακος, όπου και εκδηλώθηκε πυρκαϊά, με συνέπεια να καθυστερήσουν για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών οι εργασίες για την ολοκλήρωση του συμφωνημένου έργου.
Γι' αυτό το λόγο και παρατάθηκε ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου μέχρι το Νοέμβριο του 1986, όπως ήδη έχει αναφερθεί. Άλλωστε η εναγομένη με το ..... έγγραφο, που απέστειλε στον ενάγοντα μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος πλέον του έτους από τη συμβατική προθεσμία για την παράδοση του έργου, ζήτησε από τον τελευταίο να προβεί στην εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών, τις οποίες θεώρησε και αναγκαίες για την λειτουργία του εκκοκκιστηρίου και εξαιρετικά επείγουσες.
Έτσι ζήτησε από τον ενάγοντα να εκτελεσθούν οι εργασίες αυτές στο συντομότερο δυνατό χρόνο και υποσχέθηκε να καταβάλει την αμοιβή του και αν ακόμα δεν υπήρχαν ποσοτικά περιθώρια στο 2° συγκριτικό πίνακα του έργου, που είχε ήδη εγκρίνει, αναφέροντας στο παραπάνω έγγραφο της και το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ/τος 475/1976, που αφορά στην τροποποίηση του προϋπολογισμού του έργου, στα πλαίσια εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών επείγοντος χαρακτήρα και στη διαδικασία έγκρισης και πληρωμής αυτών.
Οι παραπάνω υπερσυμβατικές εργασίες, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο έγγραφο της εναγομένης είναι οι ακόλουθες: 1) συμπλήρωση στέγης υπόστεγου δεμάτων, 2) κατασκευή τοίχου στη δυτική και βόρεια πλευρά του υπόστεγου δεμάτων, κλείσιμο των ανοιγμάτων των πλευρών αυτών και κατασκευή συρόμενης πόρτας για τη διέλευση μεγάλων αυτοκινήτων, 3) κατασκευή όλων των μεγάλων εξωτερικών θυρών των κτιρίων (εννέα συνολικά), 4) κατασκευή των θυρών του μηχανουργείου - αποθήκης εργαλείων και επικοινωνίας μεταξύ του χώρου της πρέσσας και του μεγάλου υπόστεγου παραλαβής, 5) κατασκευή εξωτερικού τοίχου στη βόρεια πλευρά του μηχανοστασίου με δύο ανοίγματα, καθαίρεση του δυτικού τοίχου της αποθήκης και τοποθέτηση συρόμενης πόρτας επικοινωνίας, 6) τοποθέτηση κάγκελου στη σκάλα επικοινωνίας μεταξύ του πρώτου δαπέδου της πρέσσας και του δεύτερου, 7) καθαρισμός και στεγανοποίηση της μεγάλης υδατοδεξαμενής, 8) ολοκλήρωση της περίφραξης, 9) κατασκευή βάσης 7000 χ 7000 από σκυρόδεμα κατ' επέκταση της δίδυμης σωλήνωσης απαγωγής σκουπιδιών, 10) τοποθέτηση σιδηρών παραθύρων και διαφώτιστα πλαστικά φύλλα στην αποθήκη εργαλείων ανταλλακτικών και στα συνεχόμενα δύο ανοίγματα, 11) κατασκευή ράμπων προσέγγισης σε όλη την ανατολική πλευρά του υπόστεγου δεμάτων, καθώς και στα τρία ανοίγματα της βόρειας πλευράς της αποθήκης βαμβακοσπόρου, 12) κατασκευή τοίχων του κτιρίου γραφείων και ετοιμασία ενός τμήματος για χρήση κατά την προσεχή περίοδο και δύο παραθύρων στη μεσημβρινή πλευρά του οικίσκου ζυγίσεων, 13) κατασκευή του προαυλίου στους χώρους που έχουν υποδειχθεί για χρήση για την "φετεινή" περίοδο και 14) κατασκευή βάσης στήριξης δεξαμενής καυσίμων.
Τις προαναφερόμενες εργασίες ολοκλήρωσε ο ενάγων μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 1986, που έληγε και ο παραπάνω συμφωνημένος χρόνος παράτασης της προθεσμίας παράδοσης του έργου, το οποίο πράγματι η εναγομένη τότε παρέλαβε και έθεσε σε λειτουργία το εκκοκκιστήριο βάμβακος. Ο ενάγων κατά την εκτέλεση του έργου και ειδικότερα με την ολοκλήρωση τμηματικών εργασιών, όπως είχε υποχρέωση από την εργολαβική σύμβαση, συνέτασσε έγγραφες επιμετρήσεις των εργασιών που πραγματοποιούσε, τις οποίες προσυπέγραψαν και επιβεβαίωναν οι επιβλέποντες μηχανικοί, που είχε ορίσει, όπως ήδη αναφέρθηκε, ως διευθύνουσα υπηρεσία του έργου, η εναγομένη.
Με βάση αυτές τις επιμετρήσεις συντασσόταν και ο αντίστοιχος λογαριασμός, που πιστοποιούσε την αξία των εργασιών που εκτελέσθησαν, τον οποίο υπέγραφαν οι παραπάνω μηχανικοί με την "πιστοποίηση ότι δύναται να πληρωθεί στον εργολάβο", το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσόν και τους υπέβαλαν προς έγκριση στην εναγομένη.
Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου εκδόθηκαν με τον προαναφερόμενο τρόπο δώδεκα λογαριασμοί, από τους οποίους οι ένδεκα εγκρίθηκαν από την εναγομένη και πληρώθηκαν τα σχετικά ποσά. Παράλληλα κατά την διάρκεια της εκτελέσεως του έργου, ο ενάγων, όπως είχε υποχρέωση από την εργολαβική σύμβαση, προέβη με τους επιβλέποντες μηχανικούς στη σύνταξη τριών πρωτοκόλλων παραλαβής αφανών εργασιών, την ...., την ....
και την ...., που συνοδεύονταν από αντίστοιχες επιμετρήσεις, στα οποία (πρωτόκολλα) βεβαίωναν οι τελευταίοι ότι έγινε έλεγχος των εργασιών που εκτελέσθηκαν και αναγράφονται στις επιμετρήσεις που τα συνοδεύουν και με τις αντίστοιχες τιμές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τον ανάδοχο με άρτιο και επιμελημένο τρόπο και σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και τις συμβατικές του υποχρεώσεις και τις οποίες εργασίες παραλάμβαναν για λογαριασμό της εναγομένης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου συντάχθηκαν από τους επιβλέποντες μηχανικούς της τελευταίας, όπως είχαν υποχρέωση από την εργολαβική σύμβαση, τρεις συγκριτικοί πίνακες και τρία πρωτόκολλα καθορισμού Νέων Τιμών Μονάδος (ΠΚΝΤΜ), δηλαδή οικονομικοτεχνικές μελέτες, που αφορούσαν την τροποποίηση του αρχικού προϋπολογισμού του έργου και τις νέες, υπερσυμβατικές με την ευρεία του όρου έννοια εργασίες, με τον αντίστοιχο καθορισμό των τιμών μονάδος αυτών.
Οι δύο πρώτοι συγκριτικοί πίνακες, οι οποίοι επιδόθηκαν και στον εργολάβο, εγκρίθηκαν από την εναγομένη και οι προαναφερόμενοι ένδεκα λογαριασμοί πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν με βάση τις τιμές που αναγράφονται σ' αυτούς. Από τους συγκριτικούς αυτούς πίνακες, που ενέκρινε η εναγομένη, όπως αναφέρθηκε, γνώριζε τη φύση και την έκταση των εργασιών που εκτελέσθηκαν, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν γι αυτές και την τιμή μονάδος, που θα πληρωθούν, τις οποίες και αποδέχθηκε.
Τον τρίτο συγκριτικό πίνακα όμως, που είχε συνταχθεί κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε δηλαδή από τους επιβλέποντες το έργο μηχανικούς της και συνοδευόταν από σχετικό ΠΚΝΤΜ, δεν τον ενέκρινε, τον επέστρεψε στους τελευταίους με το ..... έγγραφο της, στο οποίο αναγράφει το αίτημα της για την αναμόρφωση του και την αδυναμία πληρωμής του νέου υπόλοιπου στον ανάδοχο.
Το γεγονός αυτό υπήρξε και η αιτία για την έναρξη των διαφωνιών των διαδίκων. Τη μη έγκριση του τρίτου συγκριτικού πίνακα γνωστοποίησε η εναγομένη με το .... έγγραφο της και προς τον ενάγοντα, που ήδη είχε συντάξει το 12° λογαριασμό με πιστοποίηση της αξίας των εργασιών που εκτελέσθηκαν, τον οποίο προσυπέγραψαν οι επιβλέποντες και τον υπέβαλαν προς έγκριση στην εναγομένη.
Εν τω μεταξύ ο τελευταίος ανάδοχος την .... είχε συντάξει τον τελικό Επιμετρικό Συνοπτικό Πίνακα, που αφορούσε το σύνολο των εργασιών που εκτέλεσε στο παραπάνω έργο, όπως είχε υποχρέωση από την εργολαβική σύμβαση, τον οποίο είχαν προσυπογράψει βεβαιώνοντας τα αναγραφόμενα σ' αυτόν, που αντιστοιχούσαν στις προηγούμενες επιμετρήσεις και τους συγκριτικούς πίνακες οι επιβλέποντες μηχανικοί της εναγομένης.
Πλην όμως η τελευταία με τη μη έγκριση του τρίτου συγκριτικού πίνακα, αμφισβήτησε την επαγγελματική συνέπεια των επιβλεπόντων του έργου μηχανικών της για πρώτη φορά, σε σχέση με την προστασία των συμφερόντων της κατά την εκτέλεση του, καθώς και την έκταση, το είδος και τις τιμές των εργασιών, που ήδη είχε εγκρίνει και πληρώσει στον ανάδοχο.
Έτσι ο ενάγων με βάση την προαναφερόμενη ρήτρα περί διαιτησίας για την οποία προβλέπει το άρθρο 22 παρ. 8 της εργολαβικής σύμβασης και προκειμένου να καθορισθούν οι τιμές μονάδος, των νέων Εργασιών, τις οποίες αμφισβητούσε η εναγομένη με τον τρόπο που ο ίδιος και οι επιβλέποντες μηχανικοί καθόρισαν, ζήτησε με σχετική αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου το διορισμό διαιτητή για λογαριασμό της τελευταίας, επειδή η ίδια αρνήθηκε να προτείνει διαιτητή.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 340/1988 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου η οποία διόρισε /ία την πλευρά της εναγομένης ως διαιτητή, τον πολιτικό μηχανικό ...... Ο τελευταίος με τον πολιτικό μηχανικό ..... ως διαιτητή από την πλευρά του ενάγοντα και του ...., πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, ως Επιδιαιτητή, συγκρότησαν το διαιτητικό δικαστήριο, για την Επίλυση της διαφοράς των διαδίκων, όπως αυτή εξειδικεύθηκε στην από 1.7.1988 αίτηση του ενάγοντος ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ζήτησε το διορισμό διαιτητή για την πλευρά της εναγομένης και προσδιόρισε με σαφήνεια το αντικείμενο της διαιτησίας σχετικά με την εκτέλεση νέων εργασιών, όπως ορίζουν τα άρθρα 21 και 22 του εργολαβικού συμφωνητικού.
Με την 290/1988 απόφαση του το Διαιτητικό δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα: Α) ως συνομολογημένες τις εξής τιμές μονάδος εργασιών 1) για την Εκσκαφή θεμελίων ανεξαρτήτως των μέσων εκσκαφής 675 δρχ. το Γη3, 2) για τις επιχώσεις με αυτούσιο αμμοχάλικο (κατασκευή της υποβάσεως και της επιστρώσεως του περιβάλλοντος χώρου) 625 δρχ.
το m3 χωρίς να περιλαμβάνεται η δαπάνη μεταφοράς, 3) για το σίδηρο οπλισμό κατηγορίας STIV δρχ. 49 το κιλό, 4) για τα σκυροδέματα Β100, Β160 και Β225 δρχ. 2.760, 3.120 και 3.360 το m3 αντίστοιχα, 5)για τις προσαυξήσεις ξυλοτύπων και επεξεργασία σανιδώματος δρχ. 63 και 225το m2 αντίστοιχα, 6) για το επιχρίσματα δρχ. 400 το m2, 7) για την επίστρωση του δαπέδου με συνθετικό υλικό (βιομηχανικό δάπεδο) δρχ. 558 το m2, 8) για το χρωματισμό επιφανειών δρχ. 440 το m2, 9) για τις μονώσεις δρχ. 2.045 το m2, 10) για τις σιδερένιες συρόμενες πόρτες και τα περσιδωτά σιδερένια παράθυρα δρχ. 372 και 371 το κιλό αντίστοιχα, 11) για τις σιδερένιες σκάλες και τα σιδηρά στοιχεία μορφοσιδήρου δρχ. 364 και 233 το κιλό αντίστοιχα, 12) για την υπόβαση οδοστρώματος δρχ. 66 το m2, 13) για τους πλαστικούς σωλήνες ΡVC Φ.200, 280 και 315 δρχ. 923, 1.556 και 1.952 το μέτρο αντίστοιχα, 14) για τις γεφυροπλάστιγγες δρχ. 1.450.000 για κάθε μία, 15) για την εργασία σύστημα θεμελίωσης πρέσσας δρχ. 4.500.000 συνολικά, Β) καθόρισε τις τιμές μονάδος για τις ακόλουθες εργασίες: 1) για τους ξύλινους πήχεις διαμορφώσεως αυλακών και αρμών δρχ. 90 ανά μμ., 2) για τη διάνοιξη οπών και φωλεών, για την οποία η εντολή δόθηκε μετά την κατασκευή των σκυροδεμάτων, δρχ. 1.674 ανά μ.μ., 3) για τους αρμούς διαστολής συστολής του βιομηχανικού δαπέδου, χωρίς την πλήρωση των αρμών με μαστίχη δρχ. 200 ανά μ.μ., και 4) για τα διαφανή πλαστικά φύλλου LUCIDA με ίνες Fiberglass για την κάλυψη των κατακόρυφων ανοιγμάτων φωτισμού δρχ. 2.100 ανά μ.μ., και Γ) έκρινε ότι δεν έχει δικαιοδοσία για να καθορίσει τις τιμές μονάδος των ακολούθων υπερσυμβατικών εργασιών, καθόσον ως προς αυτές δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της παρ. 8 του άρθρου 22 της εργολαβικής σύμβασης: 1) σιδηρού οπλισμού κατηγορίας STIV, 2) σκυροδεμάτων, 3) προσαυξήσεων ξυλοτύπων, 4) επεξεργασίας σανιδώματος, 5) επιχρισμάτων, 6) χρωματισμών επιφανειών, 7) μονώσεων, 8) σιδηρών συρόμενων θυρών και περσιδωτών παραθύρων, 9) σιδηρών κλιμάκων και σιδηρών στοιχείων μορφοσιδήρου, 10) υποβάσεως οδοστρωσίας και 11) πλαστικών σωλήνων ΡVC Φ.315.
Κατά της διαιτητικής αποφάσεως άσκησε η εναγομένη αγωγή ακυρώσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η οποία απορρίφθηκε με την 451/1994 απόφαση αυτού. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε εναγομένη αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίφθηκε με την 96/1999 απόφαση αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την πραγματική, όπως ήδη έχει αναφερθεί, παραλαβή του έργου την 30.11.1986, ζήτησε από την εναγομένη, επικαλούμενος το προαναφερόμενο άρθρο του εργολαβικού συμφωνητικού, την οριστική παραλαβή του από τυπική άποψη.
Προς τούτο και αφού είχε συντάξει τον τελικό πίνακα επιμέτρησης των εργασιών που πραγματοποίησε, ο οποίος εγκρίθηκε από τους επιβλέποντες μηχανικούς της την 24.3.1987, την κάλεσε με την από 2.5.1988 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, που επιδόθηκε σ' αυτήν την ίδια ημέρα, ναπαραλάβει και τυπικά το έργο (βλ. την 9661/1988 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ....).
Η τελευταία επέδωσε την 12.5.1988 εξώδικη απάντηση - ειδική πρόσκληση στον ενάγοντα και του ζήτησε μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών να αποκαταστήσει ορισμένα επουσιώδη ελαττώματα του έργου και ειδικότερα να επιδιορθώσει τη μόνωση των οριζοντίων και κατακόρυφων υδρορροών, φρεατίων, σωληνώσεων αποχετεύσεων, υδατοδεξαμενής και του τελικού ελαιοχρωματισμού των σιδηρών επιφανειών (θυρών, παραθύρων, ζευκτών στέγης), δικαίωμα το οποίο διατηρούσε (η εναγομένη) με βάση το άρθρο 29 της εργολαβικής σύμβασης, όπως ήδη έχει αναφερθεί.
Πράγματι ο ενάγων την 27.5.1988, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση της εναγομένης απέστειλε στις εγκαταστάσεις του παραπάνω έργου, συνεργείο αποτελούμενο από εργατοτεχνικό προσωπικό, προκειμένου να αποκαταστήσει τα προαναφερόμενα ελαττώματα του έργου, πλην όμως οι αρμόδιοι υπάλληλοι της, που ενεργούσαν κατ' εντολή της, απαγόρευσαν την είσοδο του συνεργείου.
Περαιτέρω ο ενάγων την 4.6.1988 και πάλι με το ίδιο συνεργείο και για τον ίδιο παραπάνω σκοπό, επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της εναγομένης και πάλι απαγορεύθηκε η είσοδος από τους αρμοδίους υπαλλήλους της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων με αίτηση, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου κατά της εναγομένης ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσόν των 30.000 δρχ., που αντιπροσωπεύει τη ζημία την οποία υπέστη από την άρνηση της εναγομένης να επιτρέψει την είσοδο στις εγκαταστάσεις της του εργατοτεχνικού του προσωπικού για την αποκατάσταση των παραπάνω ελαττωμάτων, που εξειδικεύεται στα ημερομίσθια τους.
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 38/1988 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου. Με βάση τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με το άρθρο 29 του εργολαβικού συμφωνητικού, συντελέσθηκε αυτοδίκαια η οριστική παραλαβή του έργου την 2.8.1988, αφού παρήλθε έτος από την περάτωση των εργασιών και παράδοση του έργου, που έγινε την 30.11.1986, οχλήθηκε η εναγομένη για την οριστική παραλαβή του, την 2.5.1988 και παρήλθε τρίμηνο χωρίς να συγκροτηθεί η επιτροπή για την οριστική τυπική παραλαβή του έργου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ανασταλεί η προθεσμία συντέλεσης της αυτοδίκαιης παραλαβής λόγω της ύπαρξης ελαττωμάτων, αφού ο ενάγων από υπαιτιότητα, της εναγομένης εμποδίσθηκε στην αποκατάσταση τους.
Η αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου εξομοιώνεται πλήρως από άποψη αποτελεσμάτων με την πραγματική παραλαβή, που διενεργείται από επιτροπή και συνεπώς όλες οι εργασίες, που αναφέρονται στην τελική επιμέτρηση λογίζονται ότι παραλήφθηκαν πραγματικά και οριστικά, χωρίς να ερευνάται αν αυτές διενεργήθηκαν έντεχνα και σύμφωνα με τη σύμβαση, καθ' όσον δεν υπάρχει πλέον στάδιο αμφισβήτησης αυτών από τον εργοδότη, ο οποίος έχει υποχρέωση να τις πληρώσει.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επικαλούμενη από την εναγομένη προσωρινή παραλαβή του έργου, από επιτροπή που συστήθηκε προς τούτο και για την οποία συντάχθηκε το από .... πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, δηλαδή μετά την αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή του έργου, που συντελέσθηκε, όπως ήδη έχει αναφερθεί την 2.8.1988, δεν επάγεται πλέον έννομη συνέπεια.
Με βάση τα δεδομένα αυτά οι εργασίες τις οποίες πραγματοποίησε ο ενάγων, στα πλαίσια της ένδικης εργολαβικής σύμβασης, οι οποίες πρέπει να πληρωθούν σύμφωνα με το συμβατικό τιμολόγιο και με την 290/1988 αμετάκλητη απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, που καθόρισε τις νέες τιμές, είναι οι ακόλουθες: ... Συνολικά δε για τις παραπάνω εργασίες ο ενάγων δικαιούται 209.506.96 δραχμές.
Περαιτέρω για τις προαναφερόμενες υπερσυμβατικές εργασίες και ειδικότερα: 1) για το σίδηρο οπλισμό SΤIV, 2) για τα σκυροδέματα Β225/350 χγρ, 3) για τις προσαυξήσεις ξυλοτύπων λόγω ύψους, 4) για την επεξεργασία του σανιδώματος, 5) για τους χρωματισμούς των επιφανειών και 6) για τα επιχρίσματα με τσιμεντοκονία των 600 χγρ, ως προς τις οποίες έκρινε η διαιτητική απόφαση, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ότι δεν έχει δικαιοδοσία για τον καθορισμό τους, αποδείχθηκε ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στα άρθρα 21 και 22 διαδικασία του εργολαβικού συμφωνητικού.
Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι υποβλήθηκε αίτηση του αναδόχου, σύνταξη συγκριτικού πίνακα, πρωτόκολλο καθορισμού νέων τιμών μονάδος και έγκριση της εναγομένης. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ρητή συμφωνία του με την εναγομένη να πληρωθούν οι παραπάνω εργασίες, στις τιμές που αναγράφει στην αγωγή του, που είναι μεγαλύτερες από τις συμβατικές.
Επομένως θα πρέπει για τις εργασίες αυτές να πληρωθεί ο ενάγων με τις αναφερόμενες στο συμβατικό τιμολόγιο τιμές μονάδος κάθε εργασίας. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά ο ενάγων δικαιούται:...Έτσι από την προαναφερόμενη αιτία δικαιούται ο ενάγων συνολικά το ποσόν των 12.071.404 δρχ. το οποίο και του επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος της έφεσης του τελευταίου, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι το παραπάνω αίτημα του στηριζόταν και στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο εσφαλμένα απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον η αγωγή και κατά το κεφάλαιο τούτο στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 361, 681 Α.Κ., καθώς και στις διατάξεις των νόμων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων και δεν γίνεται σ' αυτήν επίκληση των στοιχείων του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 Α.Κ).
Εξάλλου ο τελευταίος δικαιούται τα ακόλουθα ποσά από την αναθεώρηση της συμβατικής αξίας των εργασιών που εκτελέσθηκαν, με βάση το Ν. 889/1979, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 της εργολαβικής σύμβασης. Ως χρόνος εκκίνησης του μηχανισμού της αναθεωρήσεως είναι το γ' τρίμηνο του έτους 1984 εντός του οποίου διενεργήθηκε η δημοπρασία του έργου και λήξης το Δ' τρίμηνο του 1986, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εντός του οποίου περατώθηκε το έργο, μετά την παράταση του συμβατικού χρόνου παράδοσης αυτού, που δόθηκε από την εναγομένη, καθ' όσον η εκτέλεση των εργασιών του καθυστερούσε, όπως προαναφέρθηκε, από υπαιτιότητα της.
Για τον υπολογισμό των ποσών της αναθεώρησης, με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, εφαρμόζεται ο τύπος 0,1 + 0,9 (Α/Αο)Μ, του οποίου ο συντελεστής (Α/Αο)Μ έχει ληφθεί για κάθε κατηγορία εργασιών και για κάθε αναθεωρητική περίοδο από τους αντίστοιχους πίνακες συντελεστών που εκδίδει η Δ/νση Μηχανογράφησης του ΥΠΕΧΩΔΕ.
Έτσι για την προαναφερόμενη αιτία δικαιούται ο ενάγων τα ακόλουθα ποσά: ... Συνολικά δε από την αναθεώρηση της συμβατικής αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών ο ενάγων δικαιούται 49.262.840. Περαιτέρω ο ενάγων και σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση (άρθρο 22 παρ. 4), όπως έχει ήδη αναφερθεί, δικαιούται ως εργολαβικό όφελος ποσοστό 18% στα προαναφερόμενα ποσά δηλαδή της συνολικής αξίας των εργασιών που πραγματοποίησε και των ποσών της αναθεωρήσεως, που ανέρχεται σε 48.751.417 δρχ. (209.506.961 + 12.071.404 + 49.202.840 χ 18%).
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταθέσει στην εναγομένη εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού 31.098.000 δρχ., για την καλή εκτέλεση του έργου, τις οποίες έπρεπε να του επιτρέψει η τελευταία άτοκα μετά από αίτηση του με την οριστική παραλαβή του έργου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 της εργολαβικής σύμβασης.
Και ενώ, όπως ήδη έχει αναφερθεί, συντελέσθηκε αυτοδικαίως η οριστική παραλαβή του έργου την 2.8.1988, η εναγομένη έπρεπε να επιστρέψει τις εγγυητικές επιστολές την 3.8.1988, πλην όμως καθυστέρησε την απόδοση τους μέχρι την 3.10.1988, οπότε και τις επέστρεψε στον ενάγοντα μετά την έκδοση, με σχετική αίτηση του τελευταίου, της 191/1988 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου που την υποχρέωσε προς τούτο.
Με βάση τα δεδομένα αυτά υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των προμηθειών, με το οποίο επιβαρύνθηκε ο τελευταίος από υπαιτιότητα της για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών από την πλασματική οριστική τυπική παραλαβή του έργου, προς τα νομικά πρόσωπα που παρείχαν σ' αυτόν τις εγγυητικές επιστολές, που ανέρχεται σε ποσοστό επιβάρυνσης 5,5% ετησίως.
Έτσι από την παραπάνω αιτία δικαιούται ο ενάγων 285.065 (31.098.000 δρχ. χ 5,5% χ 60/360), καθώς επίσης και τόκους επί του ποσού αυτού 285.065 χ 60/360 χ 12,5% (μέσο επιτόκιο) δρχ. 11.877 και συνολικά δικαιούται το ποσό των 296.942 δρχ. Επίσης αποδείχθηκε ότι η εναγομένη καθυστέρησε να πληρώσει τον 8°, 9°, 11° και 12° από τους προαναφερόμενους λογαριασμούς - πιστοποιήσεις, για τις τμηματικές εργασίες του έργου που εκτέλεσε ο ενάγων, χωρίς υπαιτιότητα του.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι υπέβαλε: 1) τον 8° λογαριασμό, για την πληρωμή ποσού 22.970.000 δρχ. την 20.11.1985 ο οποίος εξοφλήθηκε την 8.5.1986, 2) τον 9° λογαριασμό για την πληρωμή ποσού 17.920.000 δρχ. την 27.1.1986, ο οποίος εξοφλήθηκε την 9.5.1986, 3) τον 11° λογαριασμό για την πληρωμή ποσού 11.020.000 δρχ. την 28.8.1986, ο οποίος εξοφλήθηκε κατά το ποσόν των 8.000.000 δρχ.
την 5.2.1987, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσόν των 3.020.000 δρχ. παραμένει ανεξόφλητος και 4) τον 12° λογαριασμό για την πληρωμή ποσού 40.790.000 δρχ. την 16.4.1987, που παραμένει ανεξόφλητος.
Συνεπώς δικαιούται ο ενάγων τόκους υπερημερίας, μετά την παρέλευση δύο μηνών από την υποβολή της σχετικής πιστοποίησης, που οφείλονται αυτοδικαίως, χωρίς όχληση της εναγομένης από τον ίδιο, που ανέρχονται σε ποσοστό 25% ετησίως, αφού η καθυστέρηση της πληρωμής δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε.
Οι τόκοι αυτοί ανέρχονται: 1) του 8ου λογαριασμού δρχ. 22.970.000 χ 158 (ημέρες καθυστέρησης)/360 - 60 χ 25% = 1.563.236 δρχ, 2) 9ου λογαριασμού δρχ.17.920.000χ102 (ημέρες καθυστέρησης)/360 - 60 χ 25% = 522.666 δρχ., 3) του 11ου λογαριασμού δρχ. 8.000.000 χ 157 (ημέρες καθυστέρησης/360 - 60 χ 25% = 538.888 δρχ., και 3.020.000 χ 842 (ημέρες καθυστέρησης)/360 - 60 χ 25% = 1.640.000 δρχ., και 4) του 12ου λογαριασμού δρχ. 40.790.000 δρχ.
χ 614 (ημέρες καθυστέρησης)/360 - 60 χ 25%) = 15.692.819 δρχ. Έτσι συνολικά ο ενάγων για την προαναφερόμενη αιτία δικαιούται το ποσόν των 19.957.636 δρχ....Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το έργο, που εκτελέσθηκε δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες, καθόσον ενώ συμφωνήθηκε, με την εργολαβική σύμβαση ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών επιχωματώσεως έπρεπε ο ενάγων να χρησιμοποιήσει θραυστό αμμοχάλικο, αντί αμοιβής 625 δρχ.
το m3, ο τελευταίος χρησιμοποίησε αυτούσιο αμμοχάλικο, για το οποίο η αντίστοιχη αμοιβή ανέρχεται στο ποσόν των 156,25 δρχ. το m3, και επομένως πρέπει η αμοιβή του για τις εργασίες επιχωματώσεως να υπολογισθεί στο ποσόν των 7.256.250, για τον οποίο ισχυρισμό διατάχθηκε απόδειξη σε βάρος της ενισταμένης εναγομένης, με την παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Καθ' όσον αποδείχθηκε ότι για τις εργασίες επιχωματώσεων χρησιμοποιήθηκε πράγματι αυτούσιο αμμοχάλικο αλλά με διαβάθμιση δηλαδή αμμοχάλικο που είχε υπερμεγέθεις λίθους, που δεν υπερέβαιναν όμως σε ποσοστό το 5%, έτσι ώστε δεν παρίστατο ανάγκη να θραυσθεί, γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγομένη κατά το χρόνο εκτέλεσης των ίδιων εργασιών, αφού η απόφαση να χρησιμοποιηθεί το παραπάνω υλικό ελήφθη από τους επιβλέποντες μηχανικούς της και τον εργολάβο και εγκρίθηκε από την ίδια.
Η δε τιμή του αυτούσιου αμμοχάλικου με υπερμεγέθεις λίθους σε ποσοστό μικρότερο του 5% ανταποκρίνεται στην τιμή του συμβατικού τιμολογίου των 625 δρχ. το m3 ....Με βάση τα δεδομένα αυτά η συνολική απαίτηση του ενάγοντος κατά της εναγομένης ανέρχεται στο ποσόν των 339.847.200 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού, όπως συνομολογείται, έχει εισπράξει ο ενάγων δρχ. 234.130.000.
Συνεπώς δικαιούται διαφορά 105.717.200 δρχ. ή 310.250 ευρώ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με τους κανόνες που περιέχονται στα άρθρα 7 παρ. 1, 14 του ν.δ. 1266/1972, 30 παρ. 3, 40 παρ. 1 και 2, 49 παρ. 9, 50 παρ. 1, 2 και 5, 51 παρ. 1, 2 και 3, 53 παρ. 1, 2, 3, 4, 6, 7 και 8, 55 του π.δ. 475/1976, 1, 3 και 4 του ν. 889/1979, και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση, ήτοι την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα γεγονότα που προέκυψαν από τη διαδικασία και είναι αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων και ειδικότερα τα γεγονότα που είναι σχετικά α) με τη συντέλεση της οριστικής παραλαβής του έργου, η οποία σημειωτέον, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ρυθμίζεται ευθέως από τη σύμβαση, που περιέχει ειδικές διατάξεις χωρίς να παραπέμπει στο ζήτημα αυτό σε διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων, β) με τις καταβολές των ποσών των 8ου, 9ου, 11ου και 12ου λογαριασμών, συναφώς προς τις οποίες γεννάται υποχρέωση τοκοδοσίας, καθώς και τον ανακεφαλαιωτικό χαρακτήρα των λογαριασμών αυτών, γ) το χρόνο προβολής των αιτημάτων του αναδόχου και δ) το χρόνο πραγματοποιήσεως των εργασιών, βάσει του οποίου προσδιορίσθηκε η αναθεώρηση.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του, έκτος και έβδομος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι, ενώ καθ' ό μέρος πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Τα γεγονότα αυτά πρέπει να είναι ουσιώδη.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ότι ο ενάγων "είχε συντάξει το 12° λογαριασμό με πιστοποίηση της αξίας των εργασιών που εκτελέσθηκαν, τον οποίο προσυπέγραψαν οι επιβλέποντες και τον υπέβαλαν προς έγκριση στην εναγομένη". Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο τούτο, διότι αληθώς δεν φέρει τις υπογραφές των επιβλεπόντων μηχανικών της, καθώς και το από ..... έγγραφο τους προς αυτήν, που διαλαμβάνει' ότι "στις 16.4.1987 μας υποβλήθηκε από τον ανάδοχο ο 12ος λογαριασμός, τον οποίον ανυπόγραφον σας αποστέλλουμε σε διπλούν", ένεκα δε της παραμορφώσεως αυτών επεδίκασε τόκους επί του ποσού του λογαριασμού. Δεδομένου όμως ότι η τοκοδοσία επί του ποσού του λογαριασμού δεν εξαρτάται από την προσυπογραφή του εκ μέρους των επιβλεπόντων μηχανικών του κυρίου του έργου, αλλά από την ακρίβεια του, την οποία δέχθηκε το Εφετείο, η επικαλούμενη παραμόρφωση είναι επουσιώδης. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεταιαναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψηαποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν καιπροσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει με τηναναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Επομένως ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, ήτοι το υπ' αρ. .... πιστοποιητικό ελέγχου της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας,το από ..... δεύτερο πρωτόκολλο ζύγισης σιδηρών κατασκευών, τα από .... και ..... έγγραφα των επιβλεπόντων μηχανικών της αναιρεσειούσης ..... και ......., τα εντάλματα πληρωμών της αναιρεσειούσης, ο πίνακας πληρωμών του αναιρεσιβλήτου, το υπ' αρ. πρωτ. ΕΜΠ ...... έγγραφο της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, ο πίνακας II κατανομής ποσοτήτων εργασιών σε τρίμηνο και η υπ' αρ. πρωτ....... έκθεση ελέγχου της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, περιλαμβανόμενα στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης. Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, τρίτος και πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι παραδεκτώς, δια λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή των εκκλήτων προτάσεων, προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτή και ειδικότερα τους ισχυρισμούς της ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξετέλεσε ορισμένες εργασίες και δεν εδικαιούτο ορισμένες αναθεωρήσεις. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως αποτελούν άρνηση της αγωγής και όχι "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2006 αίτηση της δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργανώσεως με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ - ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ" για αναίρεση της 1076/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ