Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of legal interest and improper argumentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and dismissed a prior appeal, but the court found no legal interest in challenging a decision that had already been superseded by the appellant's own successful appeal. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 KPolD; Art. 68 KPolD; Art. 556 para. 2 KPolD; Art. 559 no. 14 KPolD: An appeal is inadmissible if the grounds were not properly raised in the court of first instance, lack legal interest, or concern a decision that no longer exists due to a prior successful appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1912 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1912/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φίλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1) .... και 2) .... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μητράγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και της αρχικής πρώτης ενάγουσας .... που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/1998 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι τότε αναιρεσείουσες και νυν αναιρεσίβλητες με την από 18-2-1999 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε 359/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εκδόθηκε η 261/2002 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-12-2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1542/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 28-11-2005 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 9-9-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής κατά την οποία ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει, το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμα και αν έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από αυτό.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως είχε προταθεί κατά την πρώτη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας και επιπλέον να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε με βάση το αναιρετήριο να κριθεί αν είναι παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρο 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1033 και 1094 ΑΚ, για το λόγο ότι έκρινε νόμιμη και παραδεκτή την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων ως διεκδικητική ακινήτου, παρά την αοριστία της.
Σύμφωνα με το λόγο της αναίρεσης ήταν αόριστη η αγωγή, διότι παρά την εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ως εναγομένου στον πρώτο βαθμό, άρνηση της κυριότητας των αναιρεσίβλητων τότε εναγουσών, παρέλειψαν οι τελευταίες να καθορίσουν "τον τρόπο κτήσης κυριότητας μέχρι και του απωτάτου Probatio diabolica", όπως κατά λέξη αναφέρεται.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, τότε εναγόμενο, στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αλλά ούτε και στο Εφετείο όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους και από το δικόγραφο της εφέσεως, η δε γενική άρνηση της αγωγής των αναιρεσίβλητων δεν αποτελεί ισχυρισμό περί αοριστίας αυτής.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση και από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμoς, εφόσoν δεν αφορά ισχυρισμό που αγνοήθηκε από το Εφετείο αν και είχε προβληθεί νόμιμα στον πρώτο βαθμό.
ΙΙ. Επειδή, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βουλήσεως. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 263/2001, 603/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη α1f-όφαση αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρο 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και προς θεμελίωσή της σημειώνεται η ακόλουθη περικοπή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "... .ούτε σε διαφορετικό πόρισμα μπορεί να καταλήξει κανένας εκ μόνου του γεγονότος ότι στο άνω δωρητήριο συμβόλαιο (εννοεί τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου των εναγουσών αριθ. 4929/1926) το προς βορράν όριο του περιγραφόμενου σ' αυτό ακινήτου (επιδίκου) αναφέρεται με χέρσα έκταση και όχι το υπάρχον στην περιοχή ρέμα, αφού ο αγρός που περιγράφεται στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο χωρίς τη χέρσα επίδικη έκταση, θα ήταν μικρότερος κατά 2.200 τ.μ.
της περιγραφόμενης ως άνω έκτασής του τ ν 8 στρεμμάτων περίπου, ενώ το όλο ακίνητο με την πρόσφατη εμβαδομέτρηση του ως άνω πραγματογνώμονα .... έχει εμβαδόν 7.829 τ.μ......." και επισημαίνεται ότι το Εφετείο προσέφυγε στις άνω ερμηνευτικές διατάξεις, προκειμένου να ερμηνεύσει και δικαιολογήσει τη διαφορά, που υπάρχει στο δωρητήριο συμβόλαιο μεταξύ ορίων και εμβαδού του ακινήτου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές του Εφετείου, που προηγούνται της πιο πάνω περικοπής όπου κατά λέξη δέχεται τα ακόλουθα "......για το ότι το επίδικο ακίνητο περιέχεται εν όλω εντός του ακινήτου που περιγράφεται στο παραπάνω δωτηρήριο συμβόλαιο, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο.....", προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο, εκτιμώντας ανέλεγκτα το περιεχόμενο του συμβολαίου, έκρινε αυτό σαφές και πλήρες, ώστε δεν υπήρχε ανάγκη ερμηνείας αυτού, ούτε επιχείρησε τέτοια ερμηνεία για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, η δε αναφερόμενη στο λόγο της αναίρεσης ως δήθεν ερμηνεία του συμβολαίου, συνιστά αποδεικτικό επιχείρημα.
Εξάλλου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου συμβολαίου με την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, ενώ το επίδικο "κείται εκτός συμβολαίου", ο ανωτέρω δεύτερος λόγος, είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι ο αντίστοιχος λόγος (από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας την κρίση του για τη συνδρομή ή μη των αποδεικτέων γεγονότων τη σχημάτισε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, αλλά από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρεται το εν λόγω έγγραφο, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στην προκειμένη δε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του "από την προσήκουσα εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ........
της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.......όλων των ενόρκων βεβαιώσεων... ...... και των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", τονίζοντας ιδιαιτέρως "το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, που ενήργησε ο διορισθείς, από το δικαστήριο πραγματογνώμονας ...." και αναφέροντας απλώς ότι "δεν μπορεί να καταλήξει κάποιος σε αντίθετο πόρισμα από μόνο το γεγονός ότι στο δωρητήριο συμβόλαιο το προς βορράν όριο αναφέρεται με χέρσα έκταση και όχι το υπάρχον ρέμα".
΄Αλλωστε και ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ουσιαστικά διαγνωστικό λάθος του Εφετείου, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, αλλ΄ εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, οπότε και πάλι δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Μετά δε τη σαφή, ως άνω, παραδοχή και τη συνακόλουθη ευδοκίμηση της κύριας αγωγικής βάσεως περί παράγωγης κτήσεως του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ....
δυνάμει του 4929/1926 δωρητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, παρέπεται ότι ο τρίτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της, σε σχέση με την επικαλουμένη με την αγωγή πρωτότυπη κτήση του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού το πόρισμα για παραδοχή της παράγωγης κτήσεως της κυριότητάς του (επιδίκου) προσβάλλεται ανεπιτυχώς.
ΙΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 68, σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει και ως προς κάθε λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αιτήσεως επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος την έφεση που είχε ασκήσει ο ίδιος, ως νικήσας διάδικος, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, παραπονούμενος για τις αιτιολογίες απορρίψεως της κατ΄ αυτού αγωγής των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις οποίες το επίδικο ανήκε στο Δήμο Κοζάνης, ενώ, όπως εκείνος υποστήριζε, ανήκει σ΄ αυτόν. Όμως, μετά την εξαφάνιση, από το Εφετείο, της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του αναριεσείοντος για την εξάλειψη των αιτιολογιών της ανύπαρκτης πλέον πρωτόδικης αποφάσεως και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (τέταρτος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 20 Δεκεμβρίου 2002, αίτηση του .... για αναίρεση της 261/2002 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ