Legislator Case Law & Legislation
1911/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against second appeal dismissal due to procedural error regarding statute of limitations exclusion.

Case Number 1911/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a second appeal. The lower court incorrectly rejected the appeal as inadmissible because it was a second appeal, failing to recognize that the first appeal had been dismissed for a formal defect (non-payment of fees). The Court held that the appeal was timely because the pandemic-related court suspension period was excluded from the limitation period under the relevant law. Consequently, the appeal was admitted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 514, 564 para. 3, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The dismissal of a first appeal for a formal defect does not preclude a second appeal, which remains admissible if filed within the limitation period excluding pandemic suspension.

Keywords

AI generated
second appeal admissibility statute of limitations exclusion pandemic suspension period formal defect dismissal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 514 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 83 paragraph 1 of Law 4790/2021
Article 25 of Law 4792/2021

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1911 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1911/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Η., κατοίκου ..., 2) Ε. Τ. του Η., κατοίκου ..., ως νομίμου εκπροσώπου της ανήλικης εγγονής της Θ. Τ. του R. (Ρ.), την αποκλειστική επιμέλεια της οποίας ασκεί, 3) Μ. Τ. του Α. και 4) Ε. συζ. Λ. Μ., το γένος Μ.Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταματία Μάρκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Θ. Τ. του R., της οποίας την αποκλειστική επιμέλεια ασκούσε η γιαγιά της Ε. Τ. του Η., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Πετράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1985/2021 μη οριστική και 6020/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 11-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 259/22/2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 6020/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Με την, από 11-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2959/175/2018), αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεσαν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος Ε. Χ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ΖΜΗ .... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Ν.

Χ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό του "οικείου" τους R.X., ο οποίος οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ΙΜΟ .... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες.

Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί ότι η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (μετά τη παραδεκτή παραίτησή τους από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων), οφείλουν να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας θανάτου του "οικείου" τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 454/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, η, από 14-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 30123/2292/1-4-2019) έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και τη παραδοχή της αγωγής τους.

Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την με αριθ. 1985/2021 απόφαση με την οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη διότι δεν κατατέθηκε το ορισμένο, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παράβολο. Στη συνέχεια ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ενώπιον του ως άνω Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 10-4-2021 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 21412/1433/15-4-2021) δεύτερη έφεση, με την οποία επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν, καταθέτοντας το σχετικό παράβολο για την άσκησή της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτοβάθμιας απόφασης (454/2019) και τη παραδοχή της αγωγής τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την με αριθ. 6020/2022 (προσβαλλόμενη) απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, καθόσον κατά το άρθρο 514 του ΚΠολΔ, απαγορεύεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της αυτής απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, "Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται". Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η αποφυγή κατακερματισμού της δίκης και της επιβράδυνσης της τελεσίδικης κρίσης επί της διαφοράς προς βλάβη του νικήσαντος διαδίκου (ΑΠ 199/1960).

Ο σκοπός όμως αυτός δεν συντρέχει, όχι μόνο όταν χώρισε νόμιμη παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης έφεσης, αφού τότε θεωρείται ότι αυτή δεν ασκήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 295, 299 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1779/2008), ή όταν η πρώτη έφεση είναι ανυπόστατη ως διαδικαστική πράξη (ΑΠ 156/2013), αλλά και όταν η πρώτη έφεση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως στη περίπτωση που στρεφόταν κατά εν μέρει οριστικής απόφασης (Ολ.ΑΠ 1138/1974), ή στην περίπτωση που δεν είχε απευθυνθεί κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων κατ` άρθρο 517 εδ.β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 579/1996).

Εφόσον η πρώτη έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είτε διότι δεν τηρήθηκε κάποια δικονομική προϋπόθεση για την άσκησή της, είτε εξαιτίας έλλειψης τυπικών στοιχείων του δικογράφου της, δεν είναι ανεπίτρεπτη "δεύτερη έφεση" αυτή που ασκείται ακολούθως, ενόσω διαρκεί η προθεσμία της έφεσης. Ως απαράδεκτη δε απορρίπτεται η έφεση αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 532 του ΚΠολΔ, αλλά και όταν δεν κατατεθεί το προβλεπόμενο για την άσκησή της παράβολο, όπως ρητά ορίζεται στην ειδική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ.

Άλλωστε, στα πλαίσια εφαρμογής της πανομοιότυπης διάταξης του άρθρου 555 του ΚΠολΔ, σχετικά με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που ορίζει ότι "Δεύτερη αναίρεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται", έχει κριθεί ότι αν η πρώτη αναίρεση έχει απορριφθεί για οποιονδήποτε τυπικό λόγο, ως απαράδεκτη, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν χώρησε σε ουσιαστική έρευνα των λόγων της, τότε η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης δεν θεωρείται δεύτερη (Ολ.ΑΠ 958/2008, ΑΠ 254/2022, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 1723/2012, ΑΠ 464/2008, ΑΠ 605/2006, ΑΠ 1405/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης ορίστηκε σε δύο έτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή και ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1337/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 664/2018, 1290/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 6020/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η από 10-4-2021 έφεση των αναιρεσειόντων, κρίνοντας ότι ως δεύτερη έφεση, δεν είναι επιτρεπτή κατά τη διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο είχε απορριφθεί αρχικά ως απαράδεκτο, με τις ακόλουθες, επί λέξει, παραδοχές: "......αρχικά εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1985/2021 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε χωρίς να κατατεθεί το παράβολο που ορίζει το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης.

Περαιτέρω, οι ίδιοι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν και την ένδικη από 10-4-2021 δεύτερη έφεσή τους (....) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταθέτοντας αυτή τη φορά το απαιτούμενο παράβολο, με την οποία στρέφονται κατά της ίδιας διαδίκου και ζητούν την εξαφάνιση της ίδιας, ως άνω, πρωτόδικης απόφασης, με σκοπό τη παραδοχή της αγωγής τους.

Με τα δεδομένα αυτά .... οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες (ίδιοι διάδικοι) άσκησαν σε βάρος της αντιδίκου τους δύο εφέσεις, στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης. Η ενέργειά τους αυτή δημιουργεί δικονομικό απαράδεκτο, διότι προσκρούει στη θεμελιώδη δικονομική διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, περί απαγόρευσης άσκησης δεύτερης έφεσης, όπως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο, γι' αυτό η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη....''.

Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο και απέρριψε την από 10-4-2021 έφεση ως απαράδεκτη, παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, δεν είναι ανεπίτρεπτη δεύτερη έφεση αυτή που ασκείται, όταν η πρώτη έφεση απορρίφθηκε για οποιονδήποτε τυπικό λόγο, όπως όταν δεν έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο για την άσκησή της (έφεσης) παράβολο.

Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η ως άνω δεύτερη έφεση των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων είναι εμπρόθεσμη (δεν προβάλλεται ισχυρισμός εκπρόθεσμης άσκησής της), δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020- 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022), εν προκειμένω δε η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 8-2-2019 και η ένδικη έφεση ασκήθηκε, νομότυπα με κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 15-4-2021.

Επομένως, μετά τα παραπάνω, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην απόφαση του Εφετείου τη πιο πάνω πλημμέλεια, της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της έφεσης, με την εσφαλμένη κρίση ότι συνιστούσε δεύτερη έφεση.

Κατ` ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 6020/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ